Από την χθεσινή εκδήλωση του LEA Festival στην Θεσσαλονίκη με τον Λεονάρδο Παδούρα, στο βιβλιοπωλείο Κωνσταντινιδης, με την διερμηνεία της Anastasia Dosidi. Ας το ξαναπούμε κι ας το έχουμε πάντα στο...
Από την χθεσινή εκδήλωση του LEA Festival στην Θεσσαλονίκη με τον Λεονάρδο Παδούρα, στο βιβλιοπωλείο Κωνσταντινιδης, με την διερμηνεία της Anastasia Dosidi.
Ας το ξαναπούμε κι ας το έχουμε πάντα στο μυαλό μας πως ο κόσμος, και γενικά κι ο κόσμος του καθενα μας, χωρίς μεταφραση γραπτού λόγου και χωρίς διερμηνεία προφορικού λόγου θα ήταν ενας πιο μικρός, πιο κλειστός, περιορισμένος κόσμος.
Και βεβαια, μεταξυ κι αλλων πολύ σημαντικών για την καθημερινότητά μας, χωρις μεταφραση ποσα βιβλια δεν θα διαβαζαμε ποτέ, πόσα εργα δεν θα ξεραμε, πώς θα ειχαμε παγκόσμια λογοτεχνία; Χθες ο Λεονάρδο Παδούρα, απλός, με χιουμορ, συχνά εξομολογητικός, με λόγο χειμαρρώδη, εκτεταμένο όταν ήθελε να μην απαντησει με λίγα περιορισμένα λόγια αλλα να μας εξηγησει για να καταλάβουμε συνθήκες, να κατανοήσουμε κι εναν αλλον κόσμο, εκείνον που γνωριζουμε αλλα κι εκείνον που δεν γνωρίζουμε, της Κούβας, μάς μιλησε για πολλά.
Για έναν κόσμο που αλλάζει.
Όλη η συνομιλία βασίστηκε στο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά το "Αβάνα" (μεταφραση Kostas Athanasiou, εκδόσεις Καστανιώτη). Εκανε ειδική μνεία στις ελληνικές εκδόσεις του και ιδιαίτερα αναφορα στον σταθερό μεταφραστή των βιβλίων του, τον Κώστα Αθανασίου, λεγοντας πόσο τυχερός νιώθει που εχει αυτόν τον μεταφραστη και συνεργαζονται μαζί τόσα χρόνια.
Το βιβλίο του περικλείει όλη την αγαπη του για την πόλη του, παιδί ο ίδιος μιας γειτονιάς αυτής της πόλης, ζει ακόμη εκεί, στην Μαντιγια, δεν είναι προνομιουχα γειτονιά, είναι όμως το σπίτι του, εκεί γεννηθηκε, εκεί μεγάλωσε.
Ζει σε ενα σπίτι που εφτιαξε πάνω απο το πατρικό του.
Μάς μιλησε χθες για τα παιδικά του χρόνια όταν δεκαχρονο παιδί σκαρφάλωσε στην κορυφή ενός θεοσκότεινου κτιρίου που το ελεγαν οι φήμες στοιχειωμένο και μια μαιμού που ζούσε εκεί η φήμη την περιεγραφε τουλαχιστον σαν τον Κινγκ Κονγκ.
Κάποια στιγμη τον ρωτησα αν πήγε τελικά καποια στιγμη, μεγάλος, στο χωριό Ραγκούσα, το σικελικό χωριό του ιταλού τσαγκαρη στην παιδική γειτονιά του, μας ειπε ναι, πήγε! Και μάλιστα είναι το χωριό που γυρίστηκε ο Μονταλμπανο, η σειρα η βασισμένη στα βιβλία του Καμιλλέρι.
Παρεμπιπτόντως, όταν αργότερα απαντησε ποιος αλλος ήρωας νουαρ αστυνομικών θα εκανε καλη παρεα με τον δικό του Μάριο Κόντε, είπε "σίγουρα ο Μονταλμπάνο". Μας ειπε για την αγαπη του για το μπέιζμπολ, τον ακούσαμε να λεει πως, ναι, εσείς εχετε το ποδόσφαιρο αλλά το μπέιζμπολ είναι αλλο πράγμα.
Είναι το παιχνίδι του νόστου.
Ο παίκτης εδώ εχει σκοπό να φτασει στην αφετηρία του, να αποφυγει εμπόδια, να ξαναγυρίσει εκεί.
Και, να, η αφορμή να μας μιλησει για το πώς πρωτοδιαβασε Όμηρο, Οδυσσεια και Ιλιαδα στην Κούβα, εξαιτίας ενός πανεξυπνου βιβλιοθηκονόμου που τον κατάφερε, ολοκληρη απίθανη ιστορία, να διαβασει πολυ νέος, και Όμηρο και Βιργίλιο και αρχαίους ελληνες τραγικούς.
Μας μίλησε για την Λουσία του, παρουσα εκεί, το πρωτο ραντεβου τους σε σινεμά, απο τότε είναι 48 χρόνια είναι μαζί, τον ακούει υπομονετικα να λεει τοσα χρονια την ιδια ιστορια με τον βιβλιοθηκονομο, ειπε γελώντας, και μετα σοβαρα πως μάλλον τα βιβλία του δεν ήταν όπως τα αγαπησαμε χωρίς εκείνη.
Μιλήσαμε για τις σπουδές του στη φιλολογία, πώς εγινε αθλητικογραφος όταν δεν εγινε, όπως ονειρευοταν, αστερας στο μπειζμπολ που λατρευε, για το πώς ξεκινησε να γραφει, για τα δημοσιογραφικά κείμενά του όταν για εξι εφτα χρόνια ήταν για "αναμόρφωση λογω ιδεολογικων ζητηματων" σε μια εφημεριδα κι εκεί, παραδοξα (το εξηγει ωραία και στο βιβλίο πώς έγινε) καταφερε να γράφει για πολιτιστικά θεματα, ό,τι θεμα ήθελε, όπως ήθελε, με όσες λεξεις ηθελε, δηλαδη όσο μεγαλο κομματι ήθελε να γραψει.
Μεταξύ μας, το ονειρο καθε συναδελφου ειδικα στα πολιτιστικά.
Κι εκεί, εκείνα τα χρόνια εφτιαξε ενα θαυμα.
Στο δευτερο μερος του βιβλίου του υπάρχουν δημοσιογραφικά κείμενά του, είναι καταπληκτικά! Συνδυασμός δημοσιογραφικης ερευνας με λογοτεχνική γραφή, υποδειγματικός, και για σήμερα.
Ο ίδιος γραφει στο βιβλίο του πως αυτη η δουλεια τού εμαθε την ιστορία και ιστορίες της Κούβας.
Και διαβαζοντάς τα σημερα, για πρωτη φορα κι εμείς, μαθαίνουμε πολλά που προσωπικά εγώ δεν ήξερα.
Για μουσικούς και καλλιτεχνες της Κούβας, για τους καταλανούς στην Κούβα, για την κινεζικη συνοικία της Αβάνας, για πολλά.
Για τον Παδούρα, αλλά και για το μυθιστορηματικό alter ego του τον Μάριο Κόντε, σε εναν κατεξοχήν αστυνομικό είδος αστικό όπως αυτό που γραφει ο Παδούρα, πόλη είναι τα κτίρια, οι δρόμοι, τα πάρκα, τα στρατιωτικά φρούρια, αλλά πόλη είναι επίσης ή κυρίως οι άνθρωποί της, όπως γραφει στο βιβλίο του "...τα πρόσωπα που δίνουν χαρακτηρα στην ανθρωπινη συνάθροιση που εχει σχηματιστεί σε μια ιστορική και πολιτισμική διαδικασία, πολίτες τους οποίους η υλική δομή της μητρόπολης επίσης τους προσδιορίζει.
Δεν είναι το ίδιο να γεννηθεί κανείς σε μέγαρο ή σε σολάρ, δεν μοιάζει καθόλου το να μεγαλώνει κανείς στις κεντρικές συνοικίες της πόλης ή σε μια περιφερειακή γειτονιά όπως η Μαντίγια". Κι όταν γραφει τα αστυνομικά του μυθιστορήματα θελει να μιλά για την κοινωνία, τους ανθρωπους, τις ζωές τους, τις συνθήκες σε κάθε καθε πτυχη.
Μιλώντας για την ψυχη της Αβάνας αναμεσα σε αλλα κι αφου ειπε πως τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε πχ η μουσική με την οποία εχουμε όλοι οι ξένοι συνδεσει αναπόσπαστα τον πολιτισμό της Κουβας, αναφερθηκε στους πληθυσμούς της, το πόσο αυτοί διαμόρφωσαν τον χαρακτηρα και την ψυχή αυτής της πόλης που απεκτησε πολυτιμα και στη συνεχεια βασικά χαρακτηριστικά χαρη σε αυτούς.
Κάποια στιγμή μίλησε με εμφαση και σεβασμό για τους όσους ήρθαν πριν αιώνες σκλάβοι στο νησί, γυμνοί, μόνο με το μυαλό και την ψυχή τους.
Και λίγο αργότερα εφερα αυτήν την φραση του στο μυαλό όταν μιλώντας για το σήμερα και σε μια αποστροφή του λόγου για την αντιμετωπιση των ξενων σήμερα στις δυτικες κοινωνίες μας, μας μίλησε και γι' αυτό.
Αναφορά στη δυσκολη δεκαετία του '90 στην Κούβα.
Μια πολύ δυσκολη εποχή, σκληρό εμπάργκο, αποκλεισμοί, τρομερες ελλείψεις, εξαιρετικα δυσκολη καθημερινότητα και την ίδια εποχή γεννιέται ο Μάριο Κόντε.
Κι αφου μάς μίλησε για τον ήρωά του, μας μίλησε για το τωρα στην Κουβα που είναι πολύ δύσκολο, σκληρός αποκλεισμός ξανά, πολύωρες ή για μερες διακοπές ηλεκτρικού, πώς να μετακινηθείς ακόμη και σε ώρα αναγκης, τι να λειτουργησει.
Δεν απεφυγε να μιλησει για τον Τραμπ του οποίου οι απειλές εναντίον της ανεξαρτησίας της Κούβας είναι πιο απειλητικές και τρομακτικές απο ποτέ.
Αναφερθηκε στην πολιτική του.
Της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Αλλά και στις βόμβες που σκοτώνουν μαθητριες στο σχολείο τους, όπως πρόσφατα στο Ιραν.
Είπε κάποια λόγια για την Ευρώπη.
Μίλησε για την διαφορά που μπορεί ή ελπίζει να φερει σε πολύ βασικά ζητήματα πολιτικής η Ευρώπη, ίσως πιο αισιόδοξος απο εμάς τους Ευρωπαίους, ήταν το σημείο όπου το πολυπληθές ακροατήρια αντεδρασε, δεν ήταν το ίδιο αισιοδοξοι με εκείνον.
Αλλωστε έτσι δεν πάει αυτό; Ετσι δεν νομίζουμε κι εμείς σχεδόν πάντα πως ξερουμε καλύτερα την Κούβα απο έναν Κουβανό; Δεν απλοποίησε αλλά και δεν ωραιοποίησε τίποτε σε όσα έζησε και ζει στη χώρα του.
Τα γραφει χρόνια στα βιβλία του. Ο Μάριο Κόντε ασκεί κριτική σε όσα συμβαίνουν, μάς δειχνει την εικονα εκτός επίσημης σκηνής.
Κάποια στιγμή χθες, δικαιολογημένα μαλλον πικραμένος είπε πως βραβευεται στο εξωτερικό και δεν το λενε στην Κούβα, δεν τον καλούν στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο.
Τα ξερει και τα ζει τα κακώς κείμενα.
Και είπε εμφατικά πως πολλά πρεπει να αλλάξουν στην Κούβα, στην κοινωνία, στην οικονομία, σε πολλούς τομείς, αλλά να αποφασίσουν να τα αλλάξουν οι Κουβανοί.
Μίλησε για όσα δυσκολα ζουν και πρεπει να τα αλλάξουν οι ίδιοι.
Κι όχι βεβαια είπε, απευχόμενος το χειρότερο σενάριο, οι βόμβες του Τραμπ.
Και μια ερώτηση που δεν προλαβα να του κάνω χθες την εχει ο ίδιος απαντήσει ήδη στο βιβλίο του.
Αυτην την ερωτηση που του κάνουν συχνά.
Αλλοι ρωτώντας ειλικρινά, αλλοι προβοκατόρικα.
Άλλοι για να απαντησει πολιτικά, αλλοι λογοτεχνικά, αλλοι δοκιμιακά.
Κι εκείνος απάντησε στο βιβλίο του: "Γράφω στο σπίτι μου, στη συνοικία της Μαντίγια, στον νότο της Αβάνας, στο ίδιο σπίτι και στον ίδιο τόπο όπου γεννήθηκα, πριν από σχεδόν επτά δεκαετίες πια, και απ’ όπου οι γονείς μου μού έλεγαν να «πάμε στην Αβάνα». Και για όσο καιρό επιμένω να προσπαθώ να αποτυπώσω αυτό που σταδιακά γίνεται η ζωή στην Κούβα στους καιρούς που μου έλαχε να τη ζήσω ή να αναπολώ την περασμένη της ύπαρξη που μου έχουν κληροδοτήσει οι μνήμες άλλων, όλο και κάποιοι δημοσιογράφοι σε διάφορα μέρη του κόσμου συμβαίνει να με ρωτούν γιατί συνεχίζω να ζω εδώ.
Και πάντα δίνω την ίδια απάντηση: είμαι εδώ γιατί ανήκω σ’ αυτόν τον τόπο, γιατί εδώ βρίσκεται ο λόγος που θέλω και χρειάζομαι για να γράφω, εδώ ζουν οι άνθρωποι των οποίων τις αμφιβολίες, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις, τους φόβους θέλω να εκφράσω.
Γιατί εδώ βρίσκεται η γλώσσα μου, αυτό το ιδίωμα της Αβάνας στο οποίο μιλάω και γράφω." Αν υπάρχει ενα αίσθημα στο βιβλίο του που μοιάζει να είναι βασικό, είναι αυτό της "ξενότητας". Αυτή η συνθήκη να αγαπάς τόσο πολύ την πόλη σου, την χώρα σου και ταυτόχρονα να νιώθεις αυτό το αίσθημα, άραγε βασανιστικό ή κατακτημένης αυτοσυνειδησίας, τόσο έντονα.
Την ίδια στιγμή κομμάτι της Αβάνας σου που κουβαλάς πάντα μαζί σου, άνθρωπος που φτιαχτηκε στους χωματόδρομους της Μαντίγια, και μαζί άνθρωπος που νιώθει πια "ξενότητα" στην ίδια του, την αγαπημένη πόλη που γεννηθηκε και ζει μέχρι σήμερα.
Και την ίδια στιγμή αν κάποιος αναρωτηθεί, σε έναν κόσμο που όλο και αγριεύει γιατί εχει αξία κάποιοι να γραφουν λογοτεχνία και κάποιοι να διαβάζουν, τα ίδια τα βιβλία, οι συναντήσεις μας μαζί τους και οι ζωές μας, μερικές φορές κι οι συναντήσεις με συγγραφείς που μιλούν και τους ακούς με τόσο ενδιαφερον, ίσως δίνουν μια απαντηση ή έστω μικρό μερος της.
Σίγουρα όχι πλήρη, ουτε απόλυτη, ουτε τελεσίδικη απάντηση, αλλα κι η ζωή η ίδια εργο σε εξελιξη είναι, προτσες που λεγαμε παλιά, work in progress που λένε, ας αναρωτιόμαστε κι ας προχωράμε.
Και διαβάζοντας; Και διαβάζοντας. (ευχαριστώ την Αγγελική Φατίση για τις τόσο όμορφες φωτογραφίες με αυθόρμητες στιγμές που τραβηξε χθες)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους