[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΚΛΙΚ ΙΣΤΟΡΙΑΣ . Ανδρέας Καλοκαιρινός Ο τελευταίος των Καλοκαιρινών και ο άγνωστος ξώγαμος αδελφός του Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός Σε τούτη την ατμόσφαιρα εξούσε το ψυχομέτρι των 25 χιλιάδων Χριστιανών και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΚΛΙΚ ΙΣΤΟΡΙΑΣ . Ανδρέας Καλοκαιρινός Ο τελευταίος των Καλοκαιρινών και ο άγνωστος ξώγαμος αδελφός του Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός Σε τούτη την ατμόσφαιρα εξούσε το ψυχομέτρι των 25 χιλιάδων Χριστιανών και Τούρκων την εποχή της Κρητικής Αυτόνομης Πολιτείας του 1905, από μεγαλουσιάνους φανίσιμους χριστιανούς και τούρκους ιδιοκτήτες, εμπόρους και ανθρώπους των γραμμάτων και της σπουδής στο παλιό Κάστρο.

Στα ίδια του στενοσόκκακα, μέσα στους μαχαλάδες, εζούσε και ο μέσος κόσμος των μικρονοικοκύρηδων από τεχνίτες, ντουκιαντζήδες, μαζί με τους φτωχοφαμελίτες αυτούς που περνούσανε την κάθε μέρα τους, Χριστιανοί και Τούρκοι, με ό,τι θα ’στελνε ο Μεγαλοδύναμος!... Πάνω απ’ όλους της πολιτείας εκείνου του καιρού, ένας εξεχώριζε από χριστιανούς και τούρκους μεγαλουσιάνους με τα πάμπολλα πλούτη του.

Αυτός ήταν ο Ανδρέας ο Καλοκαιρινός.

Γιος του Λυσίμαχου Καλοκαιρινού, που μετά τη σφαγή του στο Κάστρο, τον Αύγουστο του 1898 από τους Τούρκους, εκληρονόμησε, εκτός από την κολοσσιαία περιουσία που του άφησε ο πατέρας του, και το αξίωμα του εγγλέζου κόνσολα στο Κάστρο.

Τον τίτλο ετούτο ο Ανδρέας ο Καλοκαιρινός τον εκρατούσε ως τα 1916.

Με τον πόλεμο, όμως, που εξετέλεε με τη Γερμανία την παραπάνω χρονολογία η Μεγάλη Βρετανική Αυτοκρατορία, με τους συμμάχους της Γαλλία, Ρωσία, Ιταλία, με την Ελλάδα μαζί, το εγγλέζικο κουβέρνο τού αφαίρεσε τον τίτλο του κόνσολα με την αφορμή του ότι τον εθεωρούσε ύποπτο στην υπόθεση του πολέμου, για την έκβαση του οποίου εχαρακτήριζε το ενδιαφέρον του Καλοκαιρινού στραμμένο πιο πολύ υπέρ των Γερμανών.

Μάλιστα, σαν επικίνδυνο, για τούτο οι σύμμαχοι τον έστειλαν εξόριστο στο Μούδρο. Ο Ανδρέας ο Καλοκαιρινός, τύπος ιδιόρρυθμου ανθρώπου, μετά το τέλος του πολέμου γυρίζοντας στο Κάστρο, κλεισμένος στο νεόχτιστο μέγαρο, το σημερινό Ιστορικό Μουσείο, επερνούσε τη ζωή του όπως του άρεσε.

Σχέσεις δεν είχε με κανένα, εκτός από εκείνους που είχε μαζί τους να ’λυνε εκκρεμείς λογαριασμούς.

Στο γραφείο του, που ήταν στο ίδιο μέγαρο, δεν εδεχόνταν άλλους εκτός από τους επιστάτες που είχε στα πάμπολλα κτήματά του και το δικηγόρο του, τον Ευάγγελο Λογιάδη, και αυτούς που έκαναν ή να του δίνανε ή να του παίρνανε.

Η πόρτα του μεγάρου του δεν άνοιγε σε κανένα εκτός από εκείνους του στενότερου συγγενικού περιβάλλοντός του. Οι Καστρινοί εκείνου του καιρού ποτέ δεν είχαν δει τον Καλοκαιρινό να ’παίρνε μέρος σε κοινές εκδηλώσεις είτε κοινωνικού ενδιαφέροντος είτε και εθνικού.

Ούτε στη μεγάλη εκκλησία του Αγίου Μηνά εφαίνουνταν ποτέ, εκτός μόνο σαν ήταν καλεσμένος σε καμιά επίσημη εορτή από τις αρχές της πολιτείας με παράκληση να παραβρίσκουνταν σαν εγγλέζος πρόξενος με τους άλλους συναδέλφους των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ούτε στο μικρό θεατράκι του «Απόλλωνα» τον είδανε ποτέ να φανεί και να παρακολουθήσει έργο από κείνα που επαίζουνταν στη σκηνή εκείνου του καιρού, έστω και αν οι Καστρινοί, φτωχοί και πλούσιοι, πατείς-με πατώ-σε έτρεχαν να βρίκανε θέση να παρακολουθούσαν έργο που τους ρόλους του θα εξετέλευαν με την εξαιρετική τους τέχνη οι ξακουστές σ’ όλη την Ελλάδα καλλιτέχνισσες σαν την Κοτοπούλη και την Παρασκευοπούλου.

Ούτε και σε περίπατο τον είδε ποτέ Καστρινός, είτε χειμώνα στις λιακάδες είτε στις δροσιές του καλοκαιριού.

Εκείνοι που τον έβλεπαν μονάχα ήταν οι άνθρωποι του λιμανιού, καθώς πηγαίνοντας για τη δουλειά τους, κάνοντας τον περίπατό του καθημερινώς τις πολύ πρωινές ώρες ολομόναχος έφερνε τη γυροβολιά του μπεντενιού.

Απησχολημένος πάντα με τις υποθέσεις του και το κουμάντο για τις μικρότερες λεπτομέρειές τους, τις λιγοστές ώρες που ξεκουραζόταν, ή κολτσίνα θα ’παιζε με την κυρία Μαρία τη γυναίκα του, ή θα διάβαζε.

Προμηθευτής του στις λιγοστές εκδόσεις που εγίνουνταν τότε από επιστημονικά βιβλία και μυθιστορήματα ήταν ο Πεδιαδίτης Καμαράτος, από το χωριό Κράσι, που είχε το βιβλιοπωλείο του στο τσαρσί το Καμαράκι.

Εκεί σταματώντας με τ’ αμάξι του γυρίζοντας τα βράδια από το αγαπημένο του τσιφλίκι, τα Γιοφυράκια, ο Καμαράτος τού πήγαινε τα βιβλία εκείνα που είχαν καινουργιοεκδοθεί να τα ’βλεπε στην άμαξα.

Από τα βιβλία εκείνα που θα διάλεγε ο καστρινός άρχοντας, ο πολυκάτεχος Πεδιαδίτης, ως ήξερε το χούι του «αφεντικού», όπως ονόμαζε τον πελάτη του, καθώς του ζητούσε να μάθαινε την τιμή στο βιβλίο που θα ’παιρνε, στο λογαριασμό του κότσαρε και το παραπάνω, καθώς ήταν σίγουρο πως τ’ αφεντικό θα επέμενε να του ’κανε και σχετικό σκόντο από εκείνα που θα του ζητούσε.

Με τα μεγάλα πλούτη που είχε αφήσει ο πατέρας του, του άφησε και μια όχι τόσο ευχάριστη έγνοια, με τον ζώγαμο αδελφό του, τον Άγγελο, που μαζί με τούτον εκαθόμαστε στην ίδια γειτονιά του Μπαλτά Τζαμί και πηγαίναμε μαζί στο σχολειό.

Από το 1905 όμως, παρατώντας εγώ τα γράμματα από την πρώτη τάξη του Ελληνικού, τον Άγγελο δεν τον ξανάδα ούτε και έμαθα ποτέ τι απογίνονταν, καθώς είχε φύγει με τη μάνα του και την αδελφή της από τη γειτονιά.

Εκείνο που μοναχά έμαθα ύστερα από πολλά χρόνια ήταν ότι ο Ανδρέας ο Καλοκαιρινός τον είχε σπουδάσει στα ιερατικά.

Ακόμη, εκείνο που ήξερα ήταν ότι ο Καλοκαιρινός ποτέ δεν είχε παραμελήσει να ’στελνε μ’ έναν από τους φαμέγιους του στη γειτονιά του Μπαλτά Τζαμί ό,τι έκανε ανάγκη για τη ζωή του ζώγαμου αδελφού του, στη μάνα του και την αδελφή της.

Ετούτος ήταν ο καστρινός άρχοντας ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, όπως τον ήξερε όλο το παλιό Κάστρο, που έμεινε παρεξηγημένος σ’ όλη του τη ζωή με τους συντοπίτες του, και μόνο μετά το θάνατό του, με την εκπληκτική εντύπωση που έκανε στους Καστρινούς το περιεχόμενο της διαθήκης του ως έγινε γνωστή, εβρήκε απ’ όλους τη δικαίωση καθώς, φεύγοντας από τη ματαιότητα τούτης της ζωής, άφηνε σχεδόν όλο τον κολοσσό της περιουσίας του για σκοπούς φιλανθρωπικούς.

Αυτά είχα να πω απ’ όσα θυμούμαι για τον μεγάλο καστρινό άρχοντα που εγνώρισα στο παλιό Κάστρο τον καιρό της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας, τον Ανδρέα Καλοκαιρινό.

Στη γειτονιά του Μπαλτά Τζαμί, στο βάθος ενός τσικμά (χωρίς διέξοδο) σοκακιού, εκάθουνταν σ’ ένα από τα χαμηλόταβανα μικρόσπιτά του ο Άγγελος με τη μάνα του και με τη θεία του.

Κανείς από τους γειτόνους δεν τους εκαλημέριζε.

Ήτανε το καταφρονεμένο σπίτι μιας μπεσιλεμές που είχε ανεμαζωχτεί με το μπάσταρδό τση και μαγάριζε το σοκάκι!!... Τόση ήταν η καταφρόνια και η όργητα που αισθανόνταν όλοι στη γειτονιά για τις δυο δυστυχισμένες τούτες γυναίκες και το παιδί τους, που, και φωτιά να ’παιρνε το σπίτι τους, κανείς δεν θα πήγαινε να ’ρίχνε ούτε μια σταγόνα νερού για να ’σβήνε, κι ας ήταν κίνδυνος να καίγονταν μαζί και τα δικά τους!!... — Να κάμομε αναφορά στο Κουμάντο να τσι σηκώσομε τσι σκόρφες από τη γειτονιά, που ανεμαζωχτήκανε επά με το μπάσταρδο ντως! Θηλυκά παιδιά ανεθρέφομε — ίντα θα το ’χομε επάε, να παίρνουνε αξαμάργια τα κοπέλια μας;!! — Όι, τάξε κι εγώ βουλώνω σε τουτονά, άκουσα που ’λεγε του Γιωργάκη του σομαρά η κοντόχοντρη συμβιά κάποτε.

Μήτε εμένα δεν το σηκώνει το νταμπιέτι μου ετούτο το ρεζίλεμα! Το σοκάκι μας πρέπει να στέκει παστρικό στην τάξη και την ανθρωπιά του! Η τιμή τιμή δεν έχει!! — Σωπάτε δα, μα το Θιό σας, άκουσα και την κερα-Ζηνοβία, τη σαρανταπεντάρα ανύπαντρη γειτόνισσα που ήταν μια από τσι καλύτερες κεντήστρες και νοικοκεράδες του μαχαλά, να αποκρίνεται.

Μήτε πειράζουνέ μας οι κακομοίρες από κεια που κάθουνται, μήτε παραξενούνε μας.

Πως ήπεσε μια μαυρομοίρα στο σφάλιμο με τον αφεντικό τζη, πρέπει άρον άρον να τους περάσομε το σκοινί στο λαιμό!!... — Η θελιά που λες στο λαιμό τζη, εφωνάζανε όλες μια φωνή οι γειτόνισσες.

Ντα στραβή ήτανε και του συβάστηκε και εβγάλε τα μάθια ντως; Σαν εκατάλαβε τα πρώτα σημάδια, να πήγαινε σκιας στη Πέτραινας τση μαμής να τση το ’ριχνε το μπάσταρδι. — Ε, και δεν επήγαινε καλλιά τζη, είπε και του Σκαμπίλα η γυναίκα η χοντροκάμωτη, συγιόμαρη παρά να σέρνει την καταφρόνια σ’ όλη τση τη ζωή... Ίντα να ’κανε η κερα-Ζηνοβία μπροστά στη γενική τούτη κατακραυγή τση γειτονιάς; Το καλύτερο που εθεώρησε ήταν να μην ξαναβγάζει μιλιά.

Σε τούτη την ντροπή και τη γενική καταφρόνια θυμούμαι που αφήκα τον Άγγελο και τη θεία του, απαρατώντας τα γράμματα και τα παιχνίδια μου με τα άλλα κοπέλια τση γειτονιάς, το 1905, για να ξετελέψω κι εγώ στο τσαρσί του Κάστρου τεχνίτης και μπαρμπέρης μάστορας! Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα, καθώς κανένα από τα κοπέλια στο Μπαλτά Τζαμί ούτε παρέα το ’κανε ούτε και του μιλούσε.

Όλοι το κοιτάζανε με τη χαρακτηριστική περιφρόνηση, που αυτό, καθώς πηγαίνοντας στο σχολειό σκυφτό και φοβισμένο, σε κανένα δεν τολμούσε να μιλήσει.

Έτσι μας είχαν ορμηνεμένους οι μεγάλοι.

Κλήρο οι μπάσταρδοι δεν έπρεπε να ’χανε στη ζωή! Σε κάθε διάλειμμα που κάναμε στο σχολειό, θυμούμαι το φοβισμένο του ύφος, καθώς συμμαζεμένο σε μια παράμερη γωνιά της αυλής του σχολειού, που ανόρεξα, κοιτάζοντας χαμηλά με το πικρό παράπονο πάντα ζωγραφισμένο στο κατάσπρο μακρουλό του πρόσωπο, σιγομασούλιζε και ξεροκατάπινε το κουλούρι που κρατούσε.

Ακόμα και ο αυστηρός μας δάσκαλος, ο κύριος Κοκκινάκης, ποτέ θυμούμαι δεν του ’χε πει ούτε ένα μπράβο, όσο σωστά κι αν του ’λεγε το μάθημα όταν το έβγαζε για να του το πει.

Έτσι ανεβασμένος εγώ στο τσαρσί, ύστερα από χρόνια ξετελεμένος πια μάστορας, έμαθα πως και ο Άγγελος, σπουδάζοντας στην Κωνσταντινούπολη τα ιερατικά, είχε ξετελέψει μητροπολίτης, καθώς η πρόνοια του Ανδρέα Καλοκαιρινού τον είχε στείλει να σπουδάζει. «Καημένο παιδί» είπα μοναχός μου, «έτσι γλύτωσες απ’ τη φαρμακερή γλώσσα της γειτονιάς, μικρό ως εξούσες στο Κάστρο.

Το δίχως άλλο, εκεί που σ’ έστειλε η αδελφική μέριμνα του μεγάλου καστρινού άρχοντα θα βρήκες ανθρώπους να τους έκανες φίλους και να σ’ αγαπούσανε, μια που δεν το ξέρανε, κακορίζικο, πως ήσουνε μπάσταρδος!!...» Τελειώνοντας με την περιγραφή για τον καστρινό μεγαλοπλούσιο και για τον ζώγαμο αδελφό του Άγγελο, εκείνο που πρέπει να σημειώσουμε είναι για το κουτσομπολιό που εγίνουνταν εις βάρος του Ανδρέα Καλοκαιρινού, το ότι τον Άγγελο τον έστειλε να σπουδάσει στα ιερατικά μόνο και μόνο για να μην παντρευόταν και έκανε κι άλλους κληρονόμους, που δεν θα ’ταν καθόλου ευχάριστο για το μεγαλουσιάνο Καστρινό.

Τώρα, δίκαια ή άδικα ελέγουνταν ετούτο, αυτό δεν μπορούμε να το βεβαιώσουμε.

Εκείνο που εμείς έχουμε να πούμε είναι: ο Θεός ας συγχωρέσει κατά τα έργα που έχει διάξει ο καθένας σε τούτη τη μάταιη ζωή!... Πηγή: Μανώλης Δερμιτζάκης, Το Παλιό Κάστρο – Αναμνήσεις και αφηγήσεις από το Ηράκλειο της Κρητικής Πολιτείας, έκδοση 2008, κεφάλαιο «Ο Ανδρέας Καλοκαιρινός», σελ. 132–137 Επιμέλεια, φωτογραφίες χρώμα Τακιτζής Μαρίνος.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences