ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Αθήνα, 19 Ιουνίου 1951) Διαβάζει αμέτρητες ώρες: Ηράκλειτος, οι τραγικοί, Ορφέας, οι μυθικοί ήρωες, στην πρώτη γραμμή, κι αμέσως έπειτα οι Μυστικοί απ...
ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Αθήνα, 19 Ιουνίου 1951) Διαβάζει αμέτρητες ώρες: Ηράκλειτος, οι τραγικοί, Ορφέας, οι μυθικοί ήρωες, στην πρώτη γραμμή, κι αμέσως έπειτα οι Μυστικοί απ' όλα τα πλάτη της γης.
Τα βιβλία που αγαπάει τα κατατυραννάει, τα σημαδεύει, τα τσακίζει, γράφει στα περιθώριά τους και πολλές φορές βάζει στην τσέπη του τις σελίδες που τον ενδιαφέρουν περισσότερο.
Ξαναγοράζομε τα ίδια βιβλία για να περάσουν κι αυτά από τα ίδια βάσανα! Άννα Σικελιανού, "Η ζωή μου με τον Άγγελο" * Άγγελος Σικελιανός, Γράμματα Β΄ Σ' ευχαριστώ που σύντριψες κομμάτια την καρδιά μου, σα να 'ταν ένα πήλινο λαγήνι ταπεινό· κι ένιωσα τ' άστρα, αδόκητα, να φέγγουνε βαθιά μου, σα μύρια βέλη αλάθευτα, σταλτά απ' τον ουρανό.
Σ' ευχαριστώ που μ' άνοιξες αιφνίδια στο κορμί μου την τρίσβαθη και διάπλατη του πάθους μας πληγή.
Τι τώρα νιώθω ολάνοιχτο το σάρκινο κλουβί μου, κι ειν' η ψυχή μου ελεύτερη, σάμπως πουλί, να βγει. * Αλαφροΐσκιωτος Aνέβηκα - φίλος ανήφορων - όλες τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα, γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου: το γεράκι που επέρνα, το σύννεφο στον αγέρα, το διάστημα που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτίστηκεν η κρυφή δύναμή μου! * Πνευματικό εμβατήριο (Απόσπασμα) Ομπρός· βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα· ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο! Τι, ιδέτε εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη, κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα! Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος· σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του! Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του ομπρός, ομπρός, κι η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου! Ομπρός, οι δημιουργοί!… Την αχθοφόρα ορμή Σας στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος! Βοηθάτε με κι εμένανε, αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα…Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα, τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!… * Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι Στ᾿ Ὅσιου Λουκᾶ τὸ μοναστήρι, ἀπ᾿ ὅσες γυναῖκες τοῦ Στειριοῦ συμμαζευτῆκαν τὸν Ἐπιτάφιο νὰ στολίσουν, κι ὅσες μοιρολογῆτρες ὥσμε τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τὸ ξημέρωμα ἀγρυπνῆσαν, ποιὰ νὰ στοχάστη - ἔτσι γλυκὰ θρηνοῦσαν! - πώς, κάτου ἀπ᾿ τοὺς ἀνθούς, τ᾿ ὁλόαχνο σμάλτο τοῦ πεθαμένου τοῦ Ἄδωνη ἦταν σάρκα ποὺ πόνεσε βαθιά; Γιατὶ κι ὁ πόνος στὰ ρόδα μέσα, κι ὁ Ἐπιτάφιος Θρῆνος, κ᾿ οἱ ἀναπνοὲς τῆς ἄνοιξης ποὺ μπαίναν ἀπ᾿ τοῦ ναοῦ τὴ θύρα, ἀναφτερώναν τὸ νοῦ τους στῆς Ἀνάστασης τὸ θάμα, καὶ τοῦ Χριστοῦ οἱ πληγὲς σὰν ἀνεμῶνες τοὺς φάνταζαν στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, τὶ πολλὰ τὸν σκεπάζανε λουλούδια ποὺ ἔτσι τρανά, ἔτσι βαθιὰ εὐωδοῦσαν! Ἀλλὰ τὸ βράδυ τὸ ἴδιο τοῦ Σαββάτου, τὴν ὥρα π᾿ ἀπ᾿ τὴν Ἅγια Πύλη τὸ ἕνα κερὶ ἐπροσάναψε ὅλα τ᾿ ἄλλα ὡς κάτου, κι ἀπ᾿ τ᾿ Ἅγιο Βῆμα σάμπως κύμα ἁπλώθη τὸ φῶς ὦσμε τὴν ξώπορτα, ὅλοι κι ὅλες ἀνατριχιάξαν π᾿ ἄκουσαν στὴ μέση ἀπ᾿ τὰ «Χριστὸς Ἀνέστη» μίαν αἰφνίδια φωνὴ νὰ σκούξει: «Γιώργαινα, ὁ Βαγγέλης!» Καὶ νά· ὁ λεβέντης τοῦ χωριοῦ, ὁ Βαγγέλης, τῶν κοριτσιῶν τὸ λάμπασμα, ὁ Βαγγέλης, ποὺ τὸν λογιάζαν ὅλοι γιὰ χαμένο στὸν πόλεμο· καὶ στέκονταν ὁλόρτος στῆς ἐκκλησιᾶς τὴ θύρα, μὲ ποδάρι ξύλινο, καὶ δὲ διάβαινε τὴ θύρα τῆς ἐκκλησιᾶς, τὶ τὸν κοιτάζαν ὅλοι μὲ τὰ κεριὰ στὸ χέρι, τὸν κοιτάζαν, τὸ χορευτὴ ποὺ τράνταζε τ᾿ ἁλώνι τοῦ Στειριοῦ, μιὰ στὴν ὄψη, μιὰ στὸ πόδι, ποὺ ὡς νὰ τὸ κάρφωσε ἦταν στὸ κατώφλι τῆς θύρας, καὶ δὲν ἔμπαινε πιὸ μέσα! Καὶ τότε - μάρτυράς μου νά ῾ναι ὁ στίχος, ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος - ἀπ᾿ τὸ στασίδι πού ῾μουνα στημένος ξαντίκρισα τὴ μάνα, ἀπ᾿ τὸ κεφάλι πετώντας τὸ μαντίλι, νὰ χιμήξει σκυφτὴ καὶ ν᾿ ἀγκαλιάσει τὸ ποδάρι, τὸ ξύλινο ποδάρι τοῦ στρατιώτη, - ἔτσι ὅπως τὸ εἶδα ὁ στίχος μου τὸ γράφει, ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -, καὶ νὰ σύρει ἀπ᾿ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς της ἕνα σκούξιμο: «Μάτια μου… Βαγγέλη!» Κι ἀκόμα, - μάρτυράς μου νά ῾ναι ὁ στίχος, ὁ ἁπλὸς κι ἀληθινὸς ἐτοῦτος στίχος -, ξοπίσωθέ της, ὅσες μαζευτῆκαν ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Πέφτης, νανουριστά, θαμπὰ γιὰ νὰ θρηνήσουν τὸν πεθαμένον Ἄδωνη, κρυμμένο μὲς στὰ λουλούδια, τώρα νὰ ξεσπάσουν μαζὶ τὴν ἀξεθύμαστη τοῦ τρόμου κραυγὴ πού, ὡς στὸ στασίδι μου κρατιόμουν, ἕνας πέπλος μοῦ σκέπασε τὰ μάτια!… * Επιλογή/ επιμέλεια: Μαριανίνα Βεντούρη Marianina Ven
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους