Το Μεροκάματο της Χαράς Ήταν Σάββατο απόγευμα όταν ο κυρ-Αντώνης φάνηκε στη στροφή του δρόμου, ορθοπεταλιά, με ένα τεράστιο χαρτόκουτο δεμένο σφιχτά στη σχάρα του ποδηλάτου. Είχε ιδρώσει, τα χέρια...
Το Μεροκάματο της Χαράς Ήταν Σάββατο απόγευμα όταν ο κυρ-Αντώνης φάνηκε στη στροφή του δρόμου, ορθοπεταλιά, με ένα τεράστιο χαρτόκουτο δεμένο σφιχτά στη σχάρα του ποδηλάτου.
Είχε ιδρώσει, τα χέρια του είχαν ακόμα τα σημάδια από τη σκληρή δουλειά στο λιμάνι, αλλά το πρόσωπό του έλαμπε.
Ήταν το ραδιοπικάπ.
Το «όνειρο με δόσεις» που τόσους μήνες στερήθηκαν για να το αποκτήσουν.
Το βάλαμε στην πιο καλή γωνιά του σαλονιού, δίπλα στα κάδρα με τις οικογενειακές φωτογραφίες.
Η μάνα, η κυρά-Μαρία, έτρεξε αμέσως και έβαλε από πάνω το καλό, λευκό πλεκτό πετσετάκι της, για να μην πέσει στάλα σκόνης.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν με το ραδιόφωνο να παίζει ασταμάτητα.
Όμως η μεγάλη στιγμή ήρθε όταν ο πατέρας έφερε τα πρώτα 45άρια δισκάκια βινυλίου.
Ο πατέρας με το μισανοιχτό καπάκι του πικάπ, τοποθετεί με χειρουργική ακρίβεια το βινύλιο πάνω στο πλατό.
Το βλέμμα του είναι συγκεντρωμένο, σαν να χειρίζεται τον πιο πολύτιμο θησαυρό του κόσμου.
Η μάνα στέκεται δίπλα του, κρατώντας το χάρτινο εξώφυλλο του επόμενου δίσκου.
Το χαμόγελό της είναι διάπλατο.
Ξέρει ότι αυτό το κουτί θα διώξει την κούραση της καθημερινότητας, θα φέρει τις φίλες της για καφέ και κέντημα, θα ζεστάνει το σπίτι.
Το παιδί κοιτάζει με δέος.
Για εκείνον, αυτό το μηχάνημα δεν είναι απλώς μουσική· είναι το «Θέατρο της Δευτέρας» που θα τον ταξιδέψει σε κόσμους που δεν έχει δει ποτέ, είναι οι Κυριακές που η αυλή θα γίνει κερκίδα για το ποδόσφαιρο.
Στο βάθος, η πόρτα προς την αυλή είναι ορθάνοιχτη.
Οι γείτονες έχουν ήδη αρχίσει να μαζεύονται, να κάθονται στα τραπέζια, να πίνουν τον ελληνικό καφέ τους και να περιμένουν να ακούσουν τις πρώτες νότες.
Στο σπίτι αυτό δεν υπήρχαν μυστικά, ούτε απομόνωση.
Η χαρά του ενός ήταν χαρά όλης της γειτονιάς.
Στη γωνία, πάνω στο μικρό τραπεζάκι, η στοίβα με τα βινύλια περιμένει τη σειρά της.
Εκείνα τα βινύλια που, λίγα χρόνια μετά, ένας καυτός ήλιος του καλοκαιριού θα έλιωνε στην αυλή κατά το βάψιμο, σκορπίζοντας βουβή θλίψη σε όλο τον μαχαλά.
Μια στιγμή παγωμένη στον χρόνο, που θυμίζει πως κάποτε η ευτυχία χωρούσε σε ένα ξύλινο έπιπλο, σε μια γειτονιά γεμάτη φωνές και σε ανθρώπους που ήξεραν να γλεντάνε με την ψυχή τους. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους