Αγαπητέ μου κύριε Καχτίτση, Σας ενημερώνω επί του ακολούθου συμβάντος, που έλαβε χώρα στο γραφείο μου προ 2 ωρών. Καθισμένος από τα χαράματα μπρος στο τραπέζι, προσπαθούσα εις μάτην να προχωρήσω ένα...
Αγαπητέ μου κύριε Καχτίτση, Σας ενημερώνω επί του ακολούθου συμβάντος, που έλαβε χώρα στο γραφείο μου προ 2 ωρών.
Καθισμένος από τα χαράματα μπρος στο τραπέζι, προσπαθούσα εις μάτην να προχωρήσω ένα κομμάτι που είχα σχεδιάσει, αλλά δεν κατάφερα να το βγάλω πέρα εχθές Οπότε τη στιγμή ακριβώς που ο εκνευρισμός και η απελπισία μου είχαν φθάσει στο απροχώρητο (…) μια βροντερή κανονιά με τραντάζει κι αμέσως χώματα και πέτρες αρχίζουν να κατρακυλάνε στους ώμους μου, στο τραπέζι, στα χαρτιά μου, γύρω μου, παντού.
Είχα ακούσει, είναι αλήθεια, από ώρα ένα ύπουλο τρίξιμο από ψηλά, αλλά νόμιζα πως θα ήταν κάποιο μαμούνι, από εκείνα που είναι μόνιμοι κάτοικοι του γραφείου μου και δεν έδωσα σημασία.
Το ταβάνι, τα 2/3 του ταβανιού για το οποίο και άλλοτε σας έχω ομιλήσει, ξεκόλλησε, υπεχώρησε και γκρεμίστηκε με πάταγο.
Είναι θαύμα πώς γλύτωσα και δεν το έφαγα στο κεφάλι.
Το γραφείο μου έγινε γης Μαδιάμ Αμέσως μόλις άκουσα τον τρομερό θόρυβο (και καθώς αντίκριζα γύρω μου τα πάντα να κείτονται σε ερείπια, ενώ από πάνω μου έβλεπα τις τεράστιες ανοιγμένες πληγές στον τσατμά του ταβανιού να δείχνουν ξεγυμνωμένο τον ξύλινο σκελετό του, απ' όπου, μέσ' απ' τα κενά που άφηναν τα πηχάκια γλιστρούσε μαζί με το τελευταίο σύννεφο σκόνης, ελεύθερο τώρα πια, το κίτρινο φως της σκε πής), ένιωσα μια απέραντη γαλήνη να απλώνεται μονομιάς στην ψυχή μου το τεράστιο βάρος που με πλάκωνε είχε φύγει από το στήθος μου Πήγα στην κουζίνα, έψησα έναν καφέ, ξαναγύρισα στο γραφείο και χωρίς ν' αγγίξω τίποτε απ' ό,τι άγγιξε η καταστροφή, ανάμεσα και επάνω στα τρίζοντα ερείπια που με περιστοίχιζαν στρώθηκα με κέφι στη συνέχεια της δουλειάς μου – για την οποία ήμουν πρωτύτερα ανίκανος με αποτελέσματα ανέλπιστα καλά.
Με αγάπη Ε.Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ *Όπως παρατίθεται στο: Φ. Αμπατζοπούλου, Ε. Χ. Γονατάς, Μικρές και παράξενες ιστορίες, 2025, σελ. 279-280.
Παρακάτω, σύμφωνα με τον Αιμίλιο Καλιακάτσο: Αθήνα 1950.Την φωτογραφία τού Ε. Χ. Γ. την τράβηξε ο επιστήθιος φίλος του Δ. Π. Παπαδίτσας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους