«Γιατί πάλι κλαις; Μήπως να δοκιμάσεις να κοιμηθείς λίγο, αντί να κάθεσαι και να τα κάνεις όλα βουνό;», ακούστηκε η φωνή του Γιώργου, κοφτή, χωρίς ίχνος συμπόνιας. Ήταν τρεις το πρωί, το φως της...
«Γιατί πάλι κλαις; Μήπως να δοκιμάσεις να κοιμηθείς λίγο, αντί να κάθεσαι και να τα κάνεις όλα βουνό;», ακούστηκε η φωνή του Γιώργου, κοφτή, χωρίς ίχνος συμπόνιας.
Ήταν τρεις το πρωί, το φως της λάμπας έπεφτε θαμπά πάνω στα παιχνίδια του μωρού και ταμπουρωμένη στην άκρη του καναπέ, με τον γιο μας αγκαλιά, ένιωθα κάθε κύτταρο να παραδίδεται στην εξάντληση.
Είχα τόσες ερωτήσεις, μια μόνιμη βουή στο μυαλό: Γιατί δεν βλέπει τι περνάω; Γιατί πρέπει να νιώθω σαν βάρος, ακόμα κι όταν γίνομαι μητέρα του παιδιού του; Τα βράδια μετρούσα τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα.
Δεν θυμάμαι πότε κοιμήθηκα φυσιολογικά τελευταία φορά. Ο Άγγελος, το μωρό μας, ήταν ανήσυχο και κλαψιάρικο, κουρασμένο κι αυτό απ’ τον κόσμο που το είχε υποδεχτεί με τόση ένταση.
Κι εγώ; Εξουθενωμένη. Ο Γιώργος συνέχιζε κανονικά τη ζωή του· το πρωί στη δουλειά, το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση ή το κινητό του.
Κάθε φορά που τον παρακαλούσα για λίγη βοήθεια, κούναγε το κεφάλι. «Όλες οι γυναίκες τα καταφέρνουν.
Γιατί εσύ γίνεσαι έτσι για το παραμικρό;», μου έλεγε.
Ήταν σαν να ξέρει ακριβώς πού να πατήσει για να πονέσω πιο πολύ.
Αρχικά, δικαιολογούσα τα λόγια του. ‘Ισως ήταν κουρασμένος. ‘Ισως δεν ήξερε πώς να βοηθήσει.
Αλλά οι μέρες περνούσαν και η σιωπή θέριευε μεταξύ μας - σα να ανοίγαμε τρύπα στο πάτωμα του σπιτιού μας κι έπεφτα ολοένα πιο βαθιά.
Η μάνα μου, η κυρά-Λένη, ερχόταν σχεδόν καθημερινά να βοηθήσει, να σουτάρει ένα φαγητό, να μου κρατήσει το παιδί, να μου χαϊδέψει την πλάτη όταν λύγιζα. Ο Γιώργος, όμως; Κάθε φορά που εκείνη έμπαινε στο σπίτι, κατσούφιαζε και χανόταν στο δωμάτιό του. «Πρέπει να βάλεις όρια στους δικούς σου.
Εισβάλλουν συνέχεια, δεν σ’ αφήνουν να ανασάνεις.
Δεν χρειάζεσαι τις πρακτικές της παλιάς γενιάς εδώ μέσα», μου ξεφώνισε ένα βράδυ χωρίς να με κοιτάζει καν στα μάτια.
Ένιωθα ότι πνιγόμουν ανάμεσα σε δύο κόσμους.
Απ’ τη μια ο άντρας μου, ψυχρός κι απόμακρος· απ’ την άλλη η οικογένειά μου, αυτοί που πάντα στήριζαν, έστω παράδοξα, με τον τρόπο τους.
Η κάθε μέρα ήταν ένας μικρός αγώνας επιβίωσης.
Σκέφτηκα να φύγω αρκετές φορές. ‘Επιανα το κινητό στα κρυφά, να βάλω το τηλέφωνο μιας φίλης, και μετά πίσω στην κούνια του Άγγελου, σαν αόρατη.
Και οι φίλες μου; Λίγες απέμειναν. Η Ειρήνη με έβλεπε αραιά κι όλο ρωτούσε «Πώς αντέχεις; Δεν είναι φυσιολογικό αυτό, Μαρία. Μίλησε.
Πρέπει να μιλήσεις!». Αλλά στον μικρόκοσμο της Ν. Σμύρνης, ποιος λέει αλήθειες για το σπίτι του; Όλοι σιωπούν.
Ίσως να ‘ναι ντροπή, ίσως φόβος.
Κι εγώ το ίδιο έκανα μέχρι που δεν άντεχα άλλο να προσποιούμαι. ‘Εβλεπα τον εαυτό μου στα τζάμια της κουζίνας σαν ξένο.
Τα μαλλιά ακατάστατα, τα μάτια κόκκινα από το κλάμα.
Η φωνή μου, όταν άκουγα τον Γιώργο να μιλά για το παιδί, έφτανε στο τέρμα της αντοχής μου. «Δεν τα χειρίζεσαι σωστά.
Εγώ δεν θυμάμαι να έκανε έτσι η μάνα μου.
Εσύ γιατί δυσκολεύεσαι τόσο;», έλεγε, κάθε φορά που το μωρό φώναζε.
Ακόμα κι η αγάπη μου για τον Άγγελο άρχιζε να μοιάζει με ενοχή.
Μήπως στ’ αλήθεια δεν ήμουν καλή μάνα; Μια μέρα, όταν ο μικρός έκλαιγε ώρες ολόκληρες με κολικούς κι εγώ έκλαιγα μαζί του, ο Γιώργος σήκωσε το χέρι και χτύπησε το τραπέζι. «Σταμάτα να φωνάζεις, νευριάζει το παιδί!» ξέσπασε.
Και τότε θολώνει κάθε λογική. «Εγώ φταίω; Μήπως εσύ δεν νοιάζεσαι; Πάντα εγώ πρέπει να φταίω;» του φώναξα κι η φωνή μου έσπασε.
Χάθηκε για λίγο στα ουρλιαχτά του μωρού, για να επανέλθει δυνατότερη και γεμάτη οργή και παράπονο. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους