[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΚΛΙΚ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Ξεκινώ σήμερα μια σειρά μικρών αφηγήσεων από το εξαιρετικό βιβλίο του Μανώλη Δερμιτζάκη «Από όσα θυμούμαι στο Μεγάλο Κάστρο» (έκδοση 2008). Μέσα από τις σελίδες του ζωντανεύει το παλιό...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΚΛΙΚ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Ξεκινώ σήμερα μια σειρά μικρών αφηγήσεων από το εξαιρετικό βιβλίο του Μανώλη Δερμιτζάκη «Από όσα θυμούμαι στο Μεγάλο Κάστρο» (έκδοση 2008). Μέσα από τις σελίδες του ζωντανεύει το παλιό Ηράκλειο, με εικόνες, συνήθειες, γιορτές και ιστορίες που έχουν πλέον χαθεί από τη μνήμη των περισσότερων.

Θα επιλέγω χαρακτηριστικά αποσπάσματα που θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και θα τα συνοδεύω με παλιές φωτογραφίες της εποχής, χρωματισμένες ώστε να φέρνουν το χθες λίγο πιο κοντά στο σήμερα.

Αρχίζουμε από την παραλία της Τρυπητής, εκεί όπου κάποτε υπήρχαν τα λείψανα ενός ναυαγισμένου ατμόπλοιου, γίνονταν αγώνες κολύμβησης, γιορτές της Καθαράς Δευτέρας, μουσουλμανικές τελετές και τα περίφημα «σαράντα κύματα» της Αναλήψεως.

Ένα κομμάτι της καθημερινής ζωής του παλιού Χάνδακα, όπως το κατέγραψε ένας άνθρωπος που έζησε πολλές από αυτές τις εικόνες και τις διέσωσε για τις επόμενες γενιές. Πηγή: Μανώλης Δερμιτζάκης, «Από όσα θυμούμαι στο Μεγάλο Κάστρο», έκδοση 2008.

Στην παραλία της Τρυπητής Πιο δεξιότερα του Ντερσανά ήταν και το ακροθαλάσσι με την αμμουδιά της Τρυπητής.

Εκεί, σε λιγοστή απόσταση από την ακρογιαλιά, από το μέρος που είναι σήμερα το μέγαρο του Φυτάκη, πιο μέσα στη θάλασσα ήταν και τα λείψανα του ναυαγίου ενός βαποριού που ο καπετάνιος του το 1898-1899, για να σώσει το πλήρωμά του από τη φωτιά που είχε πάρει το βαπόρι, αναγκάστηκε να το ρίξει στη στεριά έως το σημείο που εβρίσκουνταν τα λείψανά του πριν λίγα χρόνια.

Σε εκείνο το μέρος αρκετοί ήταν οι καστρινοί κολυμβητές που είχαν πνιγεί στην προσπάθεια που κάνανε κολυμπώντας να φτάσουν εις το βουλισμένο βαπόρι, ξεκινώντας λίγο πιο κάτω του μεγάρου του Φυτάκη έως το σημείο που βρίσκεται σήμερα το μεγάλο κτίριο του ψυγείου και ακόμη πριν τα φτάξομε.

Εκείνος από τους Καστρινούς που θα κατάφερνε να έφτανε έως το παραπάνω σημείο έπαιρνε και τον τίτλο του καλού κολυμβητή. Καθαρά Δευτέρα στην Τρυπητή Στο μέρος της Τρυπητής, οι καστρινοί μαγαζάτοροι, τεχνίτες και βιοπαλαιστές, έχοντας το έξω ριγμένο από την προηγούμενη μέρα κάθε τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, εξετέλευαν και την Καθαροδευτέρα τους εκεί με τα σκορδοραπανοκρέμμυδα που κρατούσαν στα ζεμπίλια τους. τους.

Με τους ταραμάδες,, τα τουρσιά και τους χαλβάδες, με τις απαραίτητες λαγάνες και στις μπουκάλες το γλυκόπιοτο κρασί του βαρελιού, εξετέλευαν το φαγοπότι τους με κέφι.

Καθισμένοι στην αμμουδιά της ακροθαλασσιάς, καθένας με τη φαμίλια του ή και όλο μαζί το συγγενολόι, ούτε της πεθεράς εξαιρουμένης, γύρω από τις απλωτές χρωματιστές πατανίες, εγεύουνταν τις νηστίσιμες λιχουδιές τους μέσα στα τραγούδια, τις φωνές και τους σκοπούς που εβρόνταγαν οι ταμπουράδες, τα μαντολίνα, τα βιολιά, τα λαούτα με τις πήλινες τουμπελέκες, με τα ξεκαρδιστά γέλια που εγιόμιζαν την αμμουδιά.

Τα κέντρα καθαρογλωσσιδια,με τις χωρατάδες που έκαναν οι ζωηρότεροι . Από εκεί δεν έλειπε καμιά χρονιά και ο γνωστός σ’ όλο το Κάστρο μοσχοκούζουλος, ο Γιώργης ο Γκιουγκιούλας, που μ’ ένα ποτήρι κρασί που θα τον κερνούσαν εγκάριζε είδες και είπες ίδιος γαϊδάρος.

Το νταβατούρι ετούτο εκρατούσε στην Τρυπητή από τις πολύ πρωινές ώρες ως την ώρα που θα εσήμαινε η μεγάλη καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Μηνά τον εσπερινό που διάβαζεν ο παπάς και οι ψαλτάδες με το τροπάρι του «Κύριε των Δυνάμεων», που θα εσημείωνε το πρωτοβδόμαδο της Μεγάλης Σαρακοστής.

Η μουσουλμανική γιορτή του Κιου-Κιουρί Στην ίδια αμμουδιά και Χαλικούτες, μαύροι καστρινοί μουσουλμάνοι, εκείνο τον καιρό από τα παλαιότερα ακόμη χρόνια ως λίγο καιρό μετά την αυτονόμηση της Κρήτης, εξετέλευαν τη θρησκευτική τους πορεία προς την ακρογιαλιά της Τρυπητής να γιορτάζανε το «Μάη Κιου-Κιουρί», όπως ονομαζόταν η εορτή ετούτη κάθε 21η του παραπάνω μήνα.

Την πορεία αυτή αποτελούσαν οι καστρινοί Χαλικούτες, μαύροι Άραβες, που ξεκινώντας την ημέρα της γιορτής τις πρωινές ώρες από τα χεντέκια της Χανιώπορτας με επικεφαλής τον αψηλόσωμο αράπη σημαιοφόρο με την πράσινη θρησκευτική τους σημαία.

Καθένας από τούτους στη θρησκευτική πορεία απαραίτητα εκρατούσε και το πήλινο γαστρί σε σχήμα στρογγυλής μικρής φρατζόλας, γεμάτο από λάδι και καλά σφραγισμένο.

Φτάνοντας στην ακροθαλασσιά της Τρυπητής, περνώντας όλο το τσαρσί που οι ντουκαντζήδες βγαλμένοι στα πεζοδρόμιά τους παρακολουθούσαν, μετά από τον ντοά (προσευχή) που έκαναν στον Αλλάχ, πετούσαν στη θάλασσα όλα τα γαστριά που κρατούσαν.

Έτσι, καθώς επίστευαν, τα γαστριά που είχαν πεταμένα στη θάλασσα παίρνοντάς τα τα κύματα με το θέλημα του Αλλάχ θα τα κατέβαζαν κάτω κατά τα μέρη της Μπαρμπεριας, ως θα τα ’φερναν περνώντας το πλατύ Λιβυκό πέλαγος στην ιερή πολιτεία της Μέκκας, τη γενέτειρα του Προφήτη.

Ευλαβική προσφορά στον Μωχάμετ, τον αρχηγό της μωαμεθανικής θρησκείας. Της Αναλήψεως και τα «σαράντα κύματα» Στην ίδια ακροθαλασσιά της Τρυπητής, κάθε εορτή της Αναλήψεως, ξεκινώντας από όλους τους καστρινούς μαχαλάδες, σκεπασμένο με τις μιλάγιες του και μουργιωμένο με τους φερετζέδες, όλο το χανουμοβρόχι πατούλιες-πατούλιες (παρέες), περνώντας τα στενοσόκακα, ήρχουνταν στην Τρυπητή.

Εκεί τους περίμεναν οι χοντροκάμωτες αραπίνες που, παίρνοντας την καθεμιά, την έφερναν στο γιαλό ώσπου να χώνουνται στη θάλασσα.

Σταματώντας, την άφηνε να μετρά τα κύματα ώσπου να φτάναν σαράντα.

Σύγκαιρα η αραπίνα, παίρνοντας με τη χούφτα της νερό, της εράντιζε τα μαλλιά μουρμουρίζοντας και την ευχή ως τη σαράντιζε.

Πάνω από το αψήλωμα των Εφτά Μπαλτάδων και όλου του μπεντενιού τα γύρω που εφαίνουνταν η αμμουδιά της Τρυπητής, οι αδιάκριτοι γκιαούρηδες δεν έλειπαν καμιά μέρα της Αναλήψεως.

Από τα αψηλώματα ετούτα προσπαθούσαν, έστω και από μακριά, να βλέπανε τα ολόπαχα και κάτασπρα ατζά (γάμπες) της καθεμιάς όμορφης.

Αυτές πάλι, καθώς εκοιτάζανε κατά κει ξεκαρδισμένες στα γέλια, τσι κορόιδεύανε καθώς χαζοί, έτσι που στέκουνταν με γρυλωμένα τα μάτια τους, και τους εφωνάζανε: «Φάτε, γιαουρήδες, μάθια ψάρια! Από τοσονά αλάργο που στέκεστε, να πολεμάτε να δείτε τ’ ομυαλού σας!!!» Στην ίδια ακρογιαλιά, και οι χριστιανές νιες και μεσοκαιρίτισσες, παντρεμένες κι απάντρευτες, εσαραντίζονταν κι αυτές πιο κάτω.

Κι όπως σαραντισμένες εφεύγανε τις βραδινές ώρες, έπαιρνε η καθεμιά και τη μαλλιαρόπετρά τζη.

Η πέτρα ετούτη, με τα φύκια της θάλασσας φυτρωμένα απάνω τζη, ήταν ένα κι ένα άμα η νοικοκυρά την έφερνε στο σπίτι.

Με το ξόρκι που έκανε κρατώντας τη στο χέρι, μόλις και θα φώναζε: «Όξω ψύλλοι και κοριοί και στα όρη ποντικοί» κι όλα τα μιαρά εγίνουνταν χάσουσα. Μήτε μελίτακας δεν απόμενε στο νοικοκυριό της.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences