ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΟ 2/3 Δέος: αυτή είναι η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό όποτε σκέφτομαι τον Πετεφρή και όποτε σκέφτομαι τον Πάνο Θεοδωρίδη. Γιατί είναι ένα δέος που πήγαζε από δύο...
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΟ 2/3 Δέος: αυτή είναι η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό όποτε σκέφτομαι τον Πετεφρή και όποτε σκέφτομαι τον Πάνο Θεοδωρίδη.
Γιατί είναι ένα δέος που πήγαζε από δύο διαφορετικές πηγές.
Αρχικά ήταν το δέος για τον Πετεφρή.
Δηλαδή το δέος για τα γραπτά του.
Τα ποστ του.
Τις αναρτήσεις του.
Δυο δεκαετίες πριν, στα μέσα της δεκαετίας του δύο χιλιάδες, την πρώτη περίοδο των μπλογκ είχαμε πέσει με τα μούτρα μέσα τους, με έναν έρωτα σαν του ήρωα της «Δεξιάς Ερωμένης» για τη Δυναμό, ζώντας σε μια παραζάλη για τα ποστ μας και όλο αυτό που συνέβαινε και μας συνέβαινε.
Παρόλη την παραζάλη μας, μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι τα ποστ του Πετεφρή έρχονταν από κάπου εντελώς αλλού.
Τι ήταν αυτό; Ενώ ήταν κατεξοχήν ένας από εμάς, από την άποψη της συχνότητας, της έντασης, της επιθυμίας ποσταρίσματος, αλληλεπίδρασης και συμμετοχής στη μπλογκόσφαιρα, από την άλλη οι αναρτήσεις του χαρακτηρίζονταν από μια ατμόσφαιρα, μια γλώσσα, μια πύκνωση των νοημάτων, ένα παραξένισμα, που σε έκαναν να συνειδητοποιήσεις ότι, εντάξει, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν από εμάς.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν όχι απλά καλύτερό μας, αλλά με κάποιον sui generis, με κάποιον που και να θέλαμε να συγκριθούμε μαζί του δεν θα είχε κανένα νόημα.
Ήταν τέτοιο το γλωσσικό περιβάλλον, τέτοιος ο τρόπος, η δεξιοτεχνία αλλά και το ήθος της γραφής, ώστε κάθε ποστ ήταν και μια περιπέτεια, με τη δική της αλλόκοτη αλλά αδιαμφισβήτητη γοητεία.
Δεν είναι ότι δεν σε απασχολούσε τι ήθελε να πει, αλλά ότι το κυρίαρχο ήταν πως ό,τι κι αν έλεγε, ήθελες να μπεις στο μπλογκ του και να πάρεις τη τζούρα σου, νιώθοντας ίσως λίγο κάπως σαν να βρίσκεσαι στα σύνορα της «Zώνης» του “Stalker”. Αν έμπαινες πιο βαθιά μέσα της τα ρίσκα ήταν πολύ μεγάλα.
Το δεύτερο δέος προήλθε όταν ο ασώματος Πετεφρής απέκτησε σώμα, σουλούπι, κεφάλι, μάτια, φωνή, ήταν το δέος της συνάντησης από κοντά με τον Πάνο Θεοδωρίδη (κυρίως μέσω του Μανόλη Σαββίδη, στις διάφορες βερσιόν του Greek Cloud). Aμφισβητώ εντόνως ότι ο εγκέφαλος του ήταν ανθρώπινος, δεν λειτουργούν έτσι οι εγκέφαλοι των ανθρώπων, ο Θεοδωρίδης ανήκε σε κάποιο εξελικτικά προηγμένο είδος και όποιος είχε ποτέ την τύχη να βρεθεί στο ίδιο τραπέζι μαζί του και να τον ακούσει να μιλάει, πολύ γρήγορα αντιλήφθηκε ότι η εμπειρία ήταν σχεδόν υπερβατική.
Αλλά όσο ψαρωτικά επιβλητικός ήταν αμά τη εμφανίσει και με το που άρχιζε να συζητά, άλλο τόσο και γλυκύτατος, ψυχικά γενναιόδωρος, ένας σαμάνος προσηνής.
Κυρίως όμως ήταν ένα αληθινό κτήνος της γραφής, έγραψε μέσα σε μερικές δεκαετίες όσα φανατικοί γραφιάδες θα ήθελαν δέκα ζωές να γράψουν.
Aλλά τα κτήνη δεν είναι στοχοπροσηλωμένα στο να κάνουν καριέρα, τα κτήνη δεν τα αφορούν οι στρατηγικοί ελιγμοί, τα κτήνη δεν τα αφορά το τι θέση θα καταλάβουν στο ranking list του σιναφιού.
Και τι θέση θα μπορούσε ούτως ή άλλως να καταλάβει; Τι σχέση είχε με τους κοινούς θνητούς, όχι μόνο με τους πούρους μπλόγκερς, αλλά και με τους πούρους λογοτέχνες; Νομίζω ότι ο Πάνος Θεοδωρίδης πάντα κάπως υπερίπτατο.
Κι ίσως ο πούρος λογοτέχνης είναι κάποιος που μετρά διαρκώς τις λέξεις του.
Που τις βγάζει με το τσιγκέλι.
Αυτή ανήκει εδώ, εκείνη πιο πέρα, ορίστε, κατατάξτε με. Ίσως ο Πάνος Θεοδωρίδης ήταν ανοικονόμητος, χωρίς σχέδιο εγκαθίδρυσης και επιβολής στο χώρο.
Προτιμούσε να γράφει.
Και γράφοντας να υπερίπταται πάνω απ’ όλους μας. ― Απόσπασμα από την ομιλία του Κώστα Κωστάκου για τον Πάνο Θεοδωρίδη και τη «Δεξιά Ερωμένη» στο «Match Point», 9 Ιουνίου 2026. Φωτογραφία: Γιώργος Ζαχαρίου («Γκρι καφέ», Οκτώβριος 2013)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους