Κάτω από την τηλεόραση Το όνομά μου είναι Ιωάννης. Το πήρα από τον παππού μου, τον πατέρα της μητέρας μου. Βέβαια, εγώ λέγομαι Ταυλάς Ιωάννης, ενώ εκείνος λεγόταν Φλούδας Ιωάννης. Γι’ αυτό, όταν...
Κάτω από την τηλεόραση Το όνομά μου είναι Ιωάννης. Το πήρα από τον παππού μου, τον πατέρα της μητέρας μου.
Βέβαια, εγώ λέγομαι Ταυλάς Ιωάννης, ενώ εκείνος λεγόταν Φλούδας Ιωάννης.
Γι’ αυτό, όταν μεγάλωσα λίγο και πηγαίναμε στο χωριό, στον Άγιο Γεώργιο Ηλείας, μου έλεγε: – Καλώς τον Ταυλόγιαννη! Κι εγώ του απαντούσα: – Καλώς σε βρήκα, Φλουδόγιαννη! Ξέρω πως το ένα επίθετο είναι χειρότερο απ’ το άλλο.
Ξέρω επίσης ότι το αρχικό επίθετο της οικογένειας του παππού, δύο-τρεις γενιές πίσω, ήταν Πετρόπουλος.
Κάποια στιγμή το αλλάξανε.
Μάλλον λόγω κάποιου φόνου που είχε διαπράξει κάποιος πρόγονος.
Ναι, σωστά κατάλαβες.
Κατάγομαι από δολοφόνους.
Μάλιστα, κι από τις δύο πλευρές της οικογένειας.
Αυτό δεν θα έπρεπε να σε εκπλήσσει.
Δεν είναι και τόσο ασυνήθιστο.
Άνθρωπος να σκοτώνει άνθρωπο.
Το πραγματικά αξιοπερίεργο είναι άλλο: Πως κάποιος θέλησε να αλλάξει το επίθετό του και, από όλα τα επίθετα που θα μπορούσε να διαλέξει, διάλεξε το «Φλούδας». Τέλος πάντων, ο παππούς μου ήταν αρκετά ευχάριστος άνθρωπος.
Τουλάχιστον όπως τον βίωσα εγώ.
Μου έφερνε κάθε μέρα τυρόπιτα ή κάτι άλλο από τον Πύργο, όπου πήγαινε κάθε πρωί με το μηχανάκι για το καφενείο.
Και μου έλεγε: – Θα με θυμάσαι όταν πεθάνω ποτέ, ρε μούργο; Ή μόνο το πρωί όταν πηγαίνεις τουαλέτα; Συνταξιούχος τότε, κυρίως από αγροτική σύνταξη, αλλά είχε δουλέψει και μερικά χρόνια στον ΟΣΕ, φύλακας σιδηροδρομικής διάβασης στο Καλαμάκι Κορινθίας.
Αν περάσετε ποτέ από εκεί και δείτε πορτοκαλιές, λεμονιές και άλλα δέντρα γύρω από τη διάβαση, να ξέρετε πως ο παππούς τα είχε φυτέψει.
Γεννήθηκε το 1928 στην Κερπινή Γορτυνίας.
Είχε τουλάχιστον δύο μεγαλύτερα αδέρφια που γνώρισα, τον Νίκο και τη Μαργαρίτα.
Πήγε μόλις μέχρι την τρίτη δημοτικού.
Εκείνη την εποχή, αν κάποιο παιδί «σπούδαζε», συνήθως ήταν το μεγαλύτερο αγόρι της οικογένειας.
Έτσι μόνο ο αδερφός του, ο Νίκος, έμαθε γράμματα και αργότερα έπιασε δουλειά ως πρακτικογράφος στον Δήμο Πύργου.
Ο παππούς μου έμαθε να σκάβει, να οργώνει και να μαζεύει ελιές.
Μου είχε πει μία και μόνο μία ιστορία για τον πατέρα του, τον προπάππου μου, τον Χαράλαμπο.
Σε μια παλιά φωτογραφία τον θυμάμαι με τεράστιες μουστάκες δίπλα στην προγιαγιά μου, που φορούσε μια μεγάλη μαντήλα και έμοιαζε με καλόγρια.
Ήταν η μοναδική φωτογραφία που είχαν βγάλει στη ζωή τους.
Μια φορά, λοιπόν, ο μικρός τότε Φλουδόγιαννης γύρισε από τα χωράφια και βρήκε το τραπέζι στρωμένο.
Ένα πιάτο ήταν σκεπασμένο με άλλο πιάτο.
Το σηκώνει όλος λαχτάρα. Άδειο.
Πετάγεται τότε ο προπάππους από δίπλα και του λέει: – Έφερες τίποτα να το γεμίσεις; Αν δεν φέρνεις φαΐ, δεν τρως κιόλας.
Μάλλον δεν θα τον είχα συμπαθήσει ιδιαίτερα τον προπάππου μου.
Ο παππούς παντρεύτηκε τη γιαγιά μου με συνοικέσιο.
Ο πατέρας του έψαχνε νύφη με προίκα και βρήκε τη γιαγιά μου, την Ευσταθία Ντινοπούλου, από το Βαλτεσινίκο.
Η γιαγιά ήταν 28 χρονών.
Ο παππούς 22. Κι εδώ αποκαλύπτεται ένα μικρό οικογενειακό σκάνδαλο.
Για να προχωρήσει το συνοικέσιο, η οικογένεια της γιαγιάς τη δήλωσε πέντε χρόνια μικρότερη.
Ο παππούς δεν το έμαθε ποτέ.
Το ήξερε μόνο η μάνα μου.
Το ήξερα κι εγώ.
Και τώρα που όλοι έχουν φύγει από τη ζωή, δεν βλέπω λόγο να κρατήσω άλλο το μυστικό.
Ο προπάππους χάρηκε την προίκα μέχρι το τέλος της ζωής του: δύο ελαιοστάσια και ένα σπίτι. Προίκα.
Άλλη περίεργη λέξη.
Την ίδια προίκα πήρε αργότερα και ο πατέρας μου όταν παντρεύτηκε τη μάνα μου.
Όμως κάποιος είχε αγοράσει αυτά τα χωράφια εξαρχής.
Ήταν ο άλλος προπάππους.
Ο πατέρας της γιαγιάς μου.
Κάπου γύρω στο 1925 άφησε πίσω του γυναίκα και παιδιά στο Βαλτεσινίκο και έφυγε για την Αμερική.
Δεν ξέρω ούτε το όνομά του ούτε τι δουλειά έκανε εκεί.
Ξέρω μόνο ότι με τα χρήματα που έστειλε προίκισε τις κόρες του και σπούδασε τον μοναδικό του γιο. ( Σας το είπα αν σπούδασε ένα παιδί τότε, θα ήταν μόνο ένα και συνήθως το μεγαλύτερο αγόρι). Τον Ηλία.
Τον παππού Ηλία.
Δεν τον γνώρισα ποτέ.
Πέθανε πολλά χρόνια πριν γεννηθώ.
Ο παππούς Ηλίας σπούδασε φιλόλογος.
Κάπου στη δεκαετία του 50 παρήγγειλε να του φτιάξουν ένα μεγάλο γραφείο και μια βιβλιοθήκη από ξύλο καρυδιάς.
Όταν πέθανε, η οικογένειά του αποφάσισε να τα χαρίσει στη μικρή του ανιψιά. Τη Μαρία.
Τη μάνα μου.
Κακή επένδυση, θα έλεγε κανείς, αφού η μάνα μου δεν είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα γράμματα.
Όπως παραδεχόταν και η ίδια, αν μια φίλη της δεν την άφηνε να αντιγράψει στα Μαθηματικά και στη Φυσική, ίσως να μην τελείωνε ποτέ το σχολείο.
Η μάνα μου και ο πατέρας μου παντρεύτηκαν το 1978, ύστερα από περίπου δύο χρόνια αρραβώνα.
Δηλαδή – για να σας βοηθήσω στα μαθηματικά, όπως έκανε και η φίλη της μαμάς μου – αρραβωνιάστηκαν μόλις εκείνη τελείωσε το σχολείο.
Τώρα, ίσως φαντάζεστε κάποιον παιδικό ή εφηβικό έρωτα.
Εγώ θα σας πω: συνοικέσιο.
Ναι πάλι! Είμαι κι εγώ προϊόν συνοικεσίου.
Ο παππούς μου έθεσε τότε στη μάνα μου το εξής μνημειώδες δίλημμα: – Ή σπουδάζεις ή παντρεύεσαι.
Εγώ δεν μεγάλωσα πουτάνα! Και η μάνα μου – που, όπως είπα δεν της πήγαινε το διάβασμα – προφανώς δεν ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές της.
Έτσι, ο παππούς μου βγήκε σεργιάνι στον Πύργο να βρει γαμπρό.
Του άρεσε ο πατέρας μου: λίγο μαγκάκος, εμφανίσιμος (λέγανε μάλιστα πως έμοιαζε με ηθοποιό) και δέκα χρόνια μεγαλύτερός της.
Ιδανική διαφορά, κατά τον παππού μου, που ίσως είχε καταλάβει ότι η γιαγιά μου τού ρίχνει πέντε χρόνια.
Σύμφωνα με τη θεία Σοφία, την αδερφή του πατέρα μου, πήγε ο παππούς και του είπε: – Τάκη, σε εκτιμώ γιατί φαίνεσαι μυαλωμένος.
Σε θέλω για γαμπρό.
Θες να πάρεις την κόρη μου; Ο πατέρας μου είχε ήδη δει τη μάνα μου και του άρεσε, οπότε συμφώνησε.
Ο παππούς άπλωσε το χέρι και του είπε: – Τόκα το! (λαϊκότροπο επιφώνημα που λέγεται όταν κάποιος δίνει το χέρι του για συμφωνία ή πριν τσουγκρίσει το ποτήρι του). Έδωσαν τα χέρια.
Και κάπως έτσι λοιπόν στο καινούργιο εκείνο νοικοκυριό, το γραφείο κατέληξε να χρησιμοποιείται ως έπιπλο τηλεόρασης και η βιβλιοθήκη ως ντουλάπα! Έπειτα φρόντισαν οι δύο μου παππούδες να πιάσει ο πατέρας μου δουλειά στον ΟΣΕ, καθώς και ο άλλος μου παππούς, ο Θοδωρής, δούλευε εκεί.
Λέω «φρόντισαν» γιατί ο πατέρας μου δεν είχε τελειώσει το σχολείο.
Απορριπτικό τρίτης γυμνασίου είχε – τέρατα μορφώσεως και οι δύο μου γονείς! Μετακόμισαν στα Καμίνια του Πειραιά, γιατί πήρε μετάθεση ο μπαμπάς για το μηχανοστάσιο στη Λεύκα – και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.
Ιστορία για άλλες μου ιστορίες.
Η τελευταία παράγραφος αυτής της ιστορίας είναι πως ένα παιδί έμαθε να διαβάζει και να γράφει πάνω σε εκείνο το γραφείο.
Όταν οι γονείς μου κατάλαβαν πως μου άρεσε το σχολείο, έβγαλαν την τηλεόραση από πάνω του και το έφεραν στο δωμάτιό μου.
Στο γραφείο του παππού Ηλία διάβασα, έγραψα, πέρασα εξετάσεις, σπούδασα και έγινα καθηγητής.
Πάνω του βρήκα κάποτε κι ένα καναρίνι σε κλουβί, δώρο του Φλουδόγιαννη από το χωριό. Τον Κίτσο.
Δεν το έβγαλα εγώ το όνομα. Πύργος Ηλείας, είπαμε.
Μια φορά μάλιστα κοιμήθηκα πάνω του σχεδόν έναν μήνα μετά από μια μετακόμιση.
Ήταν τόσο άβολο που ξυπνούσα κάθε πρωί γερμένος σαν τον πύργο της Πίζας που είχε καπνίσει χόρτο Πύργου Ηλείας.
Και θα είχε πολλή πλάκα να γράφω αυτά τα λόγια στην τουαλέτα, εκεί όπου ο παππούς έλεγε πως θα τον θυμάμαι και όχι στο γραφείο.
Η αλήθεια όμως είναι πως τον θυμάμαι πολύ συχνότερα.
Και όχι μόνο αυτόν.
Όλους τους.
Ο άνθρωπος που παρήγγειλε αυτό το γραφείο δεν άφησε παιδιά.
Η γυναίκα που το κληρονόμησε το χρησιμοποίησε για τηλεόραση.
Κι όμως, 50 χρόνια αργότερα, ένα παιδί της οικογένειας κάθισε εκεί και έκανε ακριβώς αυτό για το οποίο κατασκευάστηκε εξαρχής.
Να διαβάζει.
Να γράφει.
Να σκέφτεται.
Και κάθε φορά που πετυχαίνω κάτι πραγματικά σημαντικό, όχι κοινωνικά αλλά προσωπικά, έχω την αίσθηση πως κάθονται όλοι γύρω μου.
Ο παππούς Ηλίας. Ο Φλουδόγιαννης.
Οι γονείς μου και όλοι όσοι έφυγαν.
Ακόμα και ο Κίτσος.
Και για λίγο, εκείνο το παλιό γραφείο παύει να είναι έπιπλο. Γίνεται οικογενειακή μνήμη από ξύλο καρυδιάς.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους