Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι - Τζωρτζ Στάινερ (εκδ. Αντίποδες, μτφ. Κώστας Σπαθαράκης) Πρώτη σελίδα: «Η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης. Κατά έναν τρόπο προφανή και όμως...
Τολστόι ή Ντοστογιέφσκι - Τζωρτζ Στάινερ (εκδ. Αντίποδες, μτφ. Κώστας Σπαθαράκης) Πρώτη σελίδα: «Η λογοτεχνική κριτική πρέπει να γεννιέται από ένα χρέος αγάπης.
Κατά έναν τρόπο προφανή και όμως μυστηριώδη, το ποίημα, το θεατρικό έργο ή το μυθιστόρημα κατακτά τη φαντασία μας.
Όταν αφήνουμε το έργο, δεν είμαστε πια εκείνοι που ήμασταν όταν το ξεκινήσαμε.
Για να δανειστώ μια εικόνα από ένα άλλο πεδίο: όποιος έχει πραγματικά κατανοήσει έναν πίνακα του Σεζάν θα βλέπει από εκεί και πέρα ένα μήλο ή μια καρέκλα όπως δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ.
Τα μεγάλα έργα τέχνης μάς διαπερνούν σαν τους ανέμους της καταιγίδας, ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες της αντίληψης και κλονίζοντας την αρχιτεκτονική των πεποιθήσεών μας με τις μεταμορφωτικές τους δυνάμεις.
Προσπαθούμε να καταγράψουμε τον αντίκτυπό τους, να βάλουμε μια καινούργια τάξη στο ρημαγμένο μας σπίτι.
Κάποιο πρωταρχικό ένστικτο συλλογικότητας μας ωθεί να μεταδώσουμε στους άλλους την ποιότητα και τη δύναμη αυτού που νιώσαμε.
Επιχειρούμε να τους πείσουμε να αφεθούν και εκείνοι σε αυτό.
Τούτη η απόπειρα πειθούς είναι η πηγή των πιο αληθινών ενοράσεων που μπορεί να επιτύχει η κριτική.» Πράγματι, όποιος έχει πραγματικά συλλάβει έναν πίνακα του Σεζάν δεν βλέπει πια ένα μήλο ή μια καρέκλα με τον ίδιο τρόπο.
Τα μεγάλα έργα τέχνης περνούν από μέσα μας σαν θύελλες και μας διασχίζουν όπως κι εμείς αυτά.
Ανοίγουν πύλες αντίληψης και αναδιατάσσουν το οικοδόμημα των πεποιθήσεών μας, σαν τρίτο μάτι.
Η κριτική επιχειρεί να καταγράψει αυτόν τον αντίκτυπο και να βάλει σε νέα τάξη το σπίτι που έχει περάσει extreme makeover.
Ο τίτλος λοιπόν είναι παραπλανητικός, μιας και δεν πρόκειται πραγματικά για το ποιος είναι «καλύτερος», αλλά για την αντιπαραβολή των λογοτεχνικών τους τρόπων.
Η θέση του Steiner είναι ότι οι δύο μεγάλοι Ρώσοι μυθιστοριογράφοι (against the world) συνέχισαν αρχαίες παραδόσεις: ο Τολστόι ως ο σύγχρονος δάσκαλος του (εθνικού) έπους, κληρονόμος του Ομήρου, και ο Ντοστογιέφσκι ως ο μεγάλος διάδοχος του Σαίξπηρ.
Το έπος και η τραγωδία ως μεταφυσικές, ηθικές και πολιτικές κατηγορίες ανάγνωσης: στο ομηρικό-τολστοϊκό έπος συναντούμε μια γήινη επίκληση των φυσικών ρυθμών της ζωής όπως των αλλαγών των εποχών, μια εντέλει αισιόδοξη αίσθηση ότι η ζωτική ενόρμηση συνεχίζει να ρέει μέσα και πέρα από το άτομο, το οποίο θα ήταν φρόνιμο να «συντονιστεί» με τις κινήσεις της γης και της ομάδας.
Στη σαιξπηρική - ντοστογιεφσκική σφαίρα, αντίθετα, βλέπουμε έναν απορριζωμένο «καινούριο» κόσμο γεμάτο δυσπιστία, καχυποψία, δαιμονικές παρορμήσεις που αναζητούν τον χριστό ενώ του γυρνούν την πλάτη, αλλόκοτα, διεστραμμένα πάθη και πεποιθήσεις, διάχυτη βία, σκληρή κωμικότητα που κάνει το άτομο περισσότερο μοναχικό – δηλαδή μια υπόγεια οπτική που καταλήγει σε μια ταπεινωμένη επίγνωση που γονατίζει μπροστά στο οδυνηρό μυστήριο των πραγμάτων. Ο Steiner πιστεύει πως οι Μεγάλοι Ρώσοι κατανοούνται καλύτερα μέσω της αντιπαραβολής, αν τους φανταστούμε να συνομιλούν μεταξύ τους, και ολόκληρο το βιβλίο αποτελεί μια μακρά και στοχαστική άσκηση ανάγνωσης του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι μέσα από τον καθρέφτη του ενός και του άλλου, ενώ κάνει στάσεις στους Πόε, Χώθορν, Μέλβιλ, και την «ατυχία» των Αμερικάνων που δεν κατάκτησαν τη γεωγραφική σταθερότητα που στην Ευρώπη ήταν δεδομένη.
Στάση στους Πούσκιν για την οικουμενική ευαισθησία, δίπλα στους κυρίαρχους τόνους του Γκόγκολ.
Στάση σε διάρκεια και έκταση για το «πείσμα» του γαλλικού ρεαλισμού με την απόλυτη, απαθή πιστότητα στο ένα «κομμάτι» ζωής του Φλωμπέρ.
Η ανάλυση του Στάινερ είναι ισορροπημένη και ενθουσιώδης, είναι φανερό ότι λατρεύει το έργο και των δύο συγγραφέων.
Εδώ νομίζω «χωράει» η θέση του συνοπτικά: «Η ρωσική σκέψη ήταν κυριολεκτικά θεομανής.
Από εκεί προκύπτει και ο ριζικός διαχωρισμός ανάμεσα στη δυτικοευρωπαϊκή μυθοπλασία του 19ου αιώνα και στη ρωσική.
Η παράδοση του Μπαλζάκ, του Ντίκενς και του Φλωμπέρ ήταν κοσμική.
Η τέχνη του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι ήταν θρησκευτική.
Πήγαζε από μια ατμόσφαιρα που τη διαπερνούσε η θρησκευτική εμπειρία και η πίστη πως η Ρωσία ήταν προορισμένη να παίξει έναν εξέχοντα ρόλο στην επικείμενη αποκάλυψη.
Όπως ο Αισχύλος ή ο Μίλτον, ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι υπήρξαν άνθρωποι που η ιδιοφυΐα τους είχε πέσει στα χέρια του ζώντος Θεού.
Γι' αυτούς, όπως για τον Κίρκεγκωρ, το ανθρώπινο πεπρωμένο ήταν ένα Είτε / είτε.
Συνεπώς τα έργα τους δεν μπορούν να κατανοηθούν αληθινά με το ίδιο κλειδί που κατανοούμε το Μίντλμαρτς για παράδειγμα ή το Μοναστήρι της Πάρμας.
Έχουμε μπροστά μας διαφορετικές τεχνικές και διαφορετικές μεταφυσικές. Η Άννα Καρένινα και Οι Αδελφοί Καραμάζοφ είναι, αν θέλετε, μυθοπλασίες και ποιήματα του πνεύματος, αλλά κεντρική στόχευσή τους είναι αυτό που ο Μπερντιάγιεφ έχει ονομάσει «αναζήτηση της σωτηρίας της ανθρωπότητας». Ελάχιστοι μπορούν να απαντήσουν για τον ρόλο της θρησκείας και της πνευματικότητας στα μεγάλα έργα και δεν είμαι μέσα σε αυτούς.
Έχει ενδιαφέρον πως ο «παγανιστικός χριστιανισμός» του Τολστόι απαιτεί την πραγμάτωση της «Βασιλείας του Θεού» επί της γης και οδηγεί σε ουτοπικές πολιτικές ιδεολογίες, ενώ για τον Ντοστογιέφσκι, η ελεύθερη βούληση απέναντι στο Θείο και το Κακό είναι ύψιστης σημασίας: αποτελεί την ίδια την ουσία του Ιερού μέσα στον άνθρωπο, τις δυνάμεις που μάχονται μπροστά στον πολύπλοκο κόσμο και τους κανόνες του. Ο Steiner υποστηρίζει ότι, παρότι ο Ντοστογιέφσκι ήταν πιο θρησκευόμενος και συντηρητικός από τον Τολστόι, η σκέψη του ήταν τελικά πιο συμβατή με μια ελεύθερη κοινωνία, επειδή έδινε απόλυτη προτεραιότητα στην ανθρώπινη ελευθερία, ακόμη και στο δικαίωμα του ανθρώπου να κάνει λάθος.
Γι’ αυτό, στο αλληγορικό ξαναγράψιμο του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή», παρουσιάζει τον Τολστόι ως Ιεροεξεταστή, δηλαδή ως φορέα μιας αλήθειας που θέλει να καθοδηγήσει τους ανθρώπους προς το καλό, και τον Ντοστογιέφσκι ως Χριστό, που υπερασπίζεται την ελευθερία της επιλογής.
Έτσι, η αντιπαράθεση των δύο προβάλλεται ως μια πρώιμη εκδοχή της νεότερης σύγκρουσης ανάμεσα στην ελευθερία και την επιβολή μιας υποτιθέμενα ανώτερης Αλήθειας.
Διάβασα πως η εμπειρία του Ολοκαυτώματος οδήγησε τον Steiner να αμφισβητήσει την παραδοσιακή ανθρωπιστική πίστη ότι η υψηλή κουλτούρα εξανθρωπίζει τους ανθρώπους.
Το γεγονός ότι άνθρωποι με βαθιά γνώση της λογοτεχνίας, της μουσικής και της φιλοσοφίας συμμετείχαν ή ανέχθηκαν τα ναζιστικά εγκλήματα έδειχνε, κατά τη γνώμη του, ότι η καλλιέργεια και η ηθική δεν ταυτίζονται.
Γι’ αυτό έφτααε στο συμπέρασμα πως η λογοτεχνική κριτική οφείλει όχι μόνο να αναδεικνύει την αξία των έργων, αλλά και να διερευνά τα όρια της κουλτούρας απέναντι στη βαρβαρότητα, μάλλον ο,τι πιο επίκαιρο.
Σίγουρα τα μεγάλα έργα είναι ανεξάντλητα, η κριτική δεν ξέρω, αλλά η τρομερή ένταση που διατρέχει όλο το βιβλίο και το γεγονός πως δεν είμαι σίγουρη πότε κανείς το επισκέπτεται χωρίς να φεύγει με σημειώσεις, σε κάνει να αναρωτιέσαι.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους