[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Αν δεν παίρνεις τα γράμματα, θα πας να γίνεις λούστρος" Αυτό έλεγε ο πατέρας του Στέλιου κάθε φορά που έβρισκε τον έλεγχο με κόκκινα. 1958, Αθήνα. Μεσημέρι Ιούλη και η άσφαλτος καίει. Ο Στέλιος και...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Αν δεν παίρνεις τα γράμματα, θα πας να γίνεις λούστρος" Αυτό έλεγε ο πατέρας του Στέλιου κάθε φορά που έβρισκε τον έλεγχο με κόκκινα. 1958, Αθήνα. Μεσημέρι Ιούλη και η άσφαλτος καίει. Ο Στέλιος και ο Μήτσος έχουν αράξει με την πλάτη στον πέτρινο τοίχο της πλατείας Κολωνακίου.

Το κασελάκι γυαλίζει στον ήλιο, φορτωμένο με βερνίκια, βούρτσες και κολώνιες.

Γράφει "Κουραμπιέδες - Χολωπίνες ΚΑΡΑΝΔΡΕΑ" γιατί ο πρώτος του μάστορας, ο μπάρμπα-Λευτέρης, το είχε πάρει έτοιμο από ζαχαροπλάστη και το μετέτρεψε σε κινητό μαγαζί. Ο Στέλιος δεν τα πήρε τα γράμματα, τρίτη δημοτικού και τον έστειλαν μαθητευόμενο. "Είσαι ξεροκέφαλος", του είπε ο δάσκαλος. "Τουλάχιστον να μάθεις μια τέχνη". Έμαθε.

Έμαθε να ξεχωρίζει το δέρμα από το σόλα με το μάτι, να φτιάχνει το τέλειο γυάλισμα με σάλιο και πανί, και να καταλαβαίνει τον πελάτη πριν ανοίξει το στόμα του.

Δικηγόρος θέλει γρήγορο πέρασμα, αξιωματικός θέλει να καθρεφτίζεσαι στο παπούτσι. Ο Μήτσος τα πήρε τα γράμματα, τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο. Διάβαζε Καζαντζάκη τα βράδια, μα ήρθε η κατοχή, μετά ο εμφύλιος, και τα πτυχία δεν γέμιζαν το πιάτο.

Έπιασε το κασελάκι το '52 "προσωρινά". Ακόμα εδώ είναι.

Τώρα ροχαλίζουν και οι δύο.

Είναι η ώρα της ραστώνης, από τη μία μέχρι τις πέντε η Αθήνα νεκρώνει, τα μαγαζιά κατεβάζουν ρολά, οι κύριοι πάνε σπίτι για φαγητό και ύπνο.

Τι να τον κάνεις τον λούστρο τέτοια ώρα; Κάθονται λοιπόν στο πεζοδρόμιο, με τα σακάκια προσκέφαλο, και ονειρεύονται. Ο Στέλιος ονειρεύεται ένα δικό του μαγαζί.

Όχι στο πεζοδρόμιο.

Με καθρέφτες και δερμάτινες πολυθρόνες, όπως είδε στου Ζαχαράτου. "Ευγενέστατος ο κύριος", να του λένε. Ο Μήτσος ονειρεύεται ότι δίνει εξετάσεις.

Ότι διορίστηκε στην τράπεζα.

Ξυπνάει πάντα πριν προλάβει να καθίσει στο γραφείο.

Σε καμιά ώρα θα ανοίξει το μάτι του Στέλιου.

Θα σκουντήσει τον Μήτσο. "Σήκω ρε, έχουμε δουλειά". Θα βρέξουν τα πανιά, θα στηθούν δίπλα στο κασελάκι και θα φωνάξουν το γνωστό: "Βερνικώνω! Γυαλίζω!". Θα περάσει ο δικηγόρος από την Σκουφά, ο λογιστής από την Τσακάλωφ, ο πιτσιρικάς που πάει ραντεβού και κανείς δεν θα τους πει λούστρους υποτιμητικά.

Γιατί αυτοί ξέρουν κάτι που δεν το γράφουν τα βιβλία: πώς να σταθείς όρθιος όταν η ζωή σε γονατίζει.

Πώς να κάνεις το παλιό παπούτσι να μοιάζει καινούριο.

Πώς να βγάζεις μεροκάματο με αξιοπρέπεια, κι ας πήρες ή δεν πήρες τα γράμματα.

Το κασελάκι "ΚΑΡΑΝΔΡΕΑ" έγραψε ιστορία σε εκείνο το πεζοδρόμιο και τα παιδιά του Στέλιου; Ο μεγάλος έγινε φιλόλογος.

Ο μικρός άνοιξε κατάστημα με ανδρικά υποδήματα στη Σταδίου.

Το κασελάκι το έχουν στο σαλόνι τους. Γυαλισμένο.

Γιατί τελικά τα Γράμματα δεν είναι μόνο στο χαρτί.

Είναι και στην τέχνη του να ζεις κι αυτοί οι δύο, μεσημέρι καλοκαιριού του '58, την είχαν μάθει απ' έξω. Άννα Δανάλη μυθοπλασία

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences