— Μαμά, πόσο και πάλι; Θες να μείνω για πάντα να την θυμάμαι; — απάντησε πικρά η δεκαπεντάχρονη Ανδρέτα. — Όχι όλη τη ζωή, μόνο όσο ζει η γιαγιά μας. Αν βγει έξω, μπορεί να χαθεί και… — Και να...
— Μαμά, πόσο και πάλι; Θες να μείνω για πάντα να την θυμάμαι; — απάντησε πικρά η δεκαπεντάχρονη Ανδρέτα. — Όχι όλη τη ζωή, μόνο όσο ζει η γιαγιά μας.
Αν βγει έξω, μπορεί να χαθεί και… — Και να πεθάνει πίσω από το τείχος, και εμείς θα ζούμε με το βάρος της ενοχής… Μαμά, γιατί δεν την αφήνουμε; — ρώτησε ξανά η Ανδρέτα με πρόκληση. — Τι σημαίνει «να την αφήσουμε»; — έμεινε άναυδη η Μαρία. — Να φύγει και να χαθεί.
Εσύ λες πως έχεις βαρεθεί να τη φροντίζεις συνέχεια. — Πώς το λες; Είναι η πεθερά μου, δεν είναι βιολογική μου, αλλά για σένα είναι η γονεϊκή φιγούρα. — Η γιαγιά; — σφύριξε η Ανδρέτα, σφάχνοντας τα μάτια της όπως όταν ξεσπάει. — Πού ήταν όταν ο γιος της μας έφυγε; Πού ήταν όταν αρνήθηκε να μείνει μαζί μου; Δεν σε λυπήσατε όταν προσπαθούσες να βρεις δουλειά για ένα επιπλέον ευρώ… Την κατηγόρησες κι εσύ ότι ο άντρας έφυγε… — Σταμάτα αμέσως! — φώναξε η Μαρία, σπαθίζοντας. — Σου εξήγησα όλο αυτό γιατί… — Ανεβίωσε. — Δεν σε μεγάλωσα σωστά· δεν νιώθεις ευσπλαχνία προς τα πρόσωπα που σε αγαπούν.
Τι θα γίνει όταν γεράσω; Θα με φέρεσαι έτσι; Εσύ ήσουν πάντα καλή.
Ποτέ δεν άφησες ένα χάρι ή ένα κουτάβι να πεθάνει, τα έφερες στο σπίτι.
Η γιαγιά όμως… — η φωνή της κουρασμένη, κούνησε το κεφάλι. — Έχει ήδη τιμωρηθεί.
Ο πατέρας σου την άφησε όπως μας απώσαμε και αυτή. — Μαμά, πρέπει να πάω στη δουλειά· θα αργήσω.
Ωραία, κλείνω την πόρτα, σου υπόσχομαι. — είπε η Ανδρέτα με τύψη. — Καλά, μην πούμε τίποτα περιττό… — όμως η Μαρία δεν κίνησε. — Συγγνώμη, μαμά, αλλά να σε βλέπω είναι πόνος.
Η ψυχή μου σπάει.
Σου ανήκουν μόλις σαράντα χρόνια· περπατάς κυρτή σαν ηλικιωμένη, τα πόδια σου αδυνατούν.
Πώς με κοιτάς έτσι; Ποιος θα μου πει την αλήθεια, αν δεν είσαι η μητρική μου; — η Ανδρέτα με άτονη φωνή δεν έλαβε καν ότι κορύφωσε τη φωνή της. — Σ' ευχαριστώ.
Φρόντισε να μην ανάβει η γκάζι και να μην τρέχει το νερό στην μπάνια. — Ακριβώς, έτσι κάναμε· ζούμε σφιγμένα σαν δεμένα.
Χωρίς ζωή.
Μαμά, ας τη βάλουμε σε ένα χώρο γηράσκων.
Εκεί θα είναι πάντα υπό επίβλεψη.
Δεν καταλαβαίνει τίποτα… — Απάλι αυτή η ιδέα; — διακόπτει η Μαρία. — Όλοι θα είναι καλύτερα, ειδικά αυτή. — συνεχίζει η Ανδρέτα, αγνοώντας την οργή της μητέρας. — Δεν θέλω να σε ακούω πια.
Δεν θα την βάλω πουθενά.
Πόσο της μένει; Ας μείνει σπίτι… — Θα τα καταφέρει και εμάς.
Πήγαινε στη δουλειά.
Εγώ δεν πάω πουθενά· κλείνω την πόρτα, το υπόσχομαι, — επανέλαβε η Ανδρέτα με θυμό. — Συγγνώμη.
Σε έπληξα… Όλοι τρέχουν έξω, εσύ φροντίζεις τη γιαγιά.
Η συζήτηση συνεχίστηκε ενώ η πόρτα του δωματίου της γιαγιάς έμεινε ανοιχτή. Η Δέσποινα άκουγε, αλλά δεν κατάλαβε τίποτα και σύντομα ξέχασε. Η Μαρία έφυγε στη δουλειά, η Ανδρέτα πήγε στο παλιό της δωμάτιο που τώρα του άφηνε η γιαγιά. — Παππού, θες κάτι; — ρώτησε η Ανδρέτα.
Το βλέμμα της Δέσπης δεν είδε καν επιθυμία. — Έλα, θα σου δώσω ένα γλύκισμα, — βοήθησε την γιαγιά να σηκωθεί και την πήρε στην κουζίνα. — Εσύ ποια είσαι; — ρώτησε η Δέσποινα με κενό βλέμμα. — Πάρε τσάι, — είπε η Ανδρέτα, τοποθετώντας ένα καραμέλο μπροστά της.
Η γιαγιά αγαπούσε τα γλυκά.
Μαζί με τη μητέρα έλειψαν τα γλυκά, έδιναν μόνο ένα με το τσάι. Η Ανδρέτα παρακολουθούσε τη Δέσποινα να ξετυλίγει το πολύχρωμο φακελάκι.
Μέσα από τα ασημένια μαλλιά έδειχτόταν το γκρι δέρμα του κεφαλιού.
Σηκώθηκε το βλέμμα.
Κάποτε η Δέσποινα βάφει, χτένιζε τα μαλλιά, τα έβαζε σε πλούσιο χτένι.
Έβαζε κόκκινο κραγιόν, σχημάτιζε τα φρύδια με μολύβι. Η Ανδρέτα θυμόταν τη γλυκόξινη μυρωδιά του αρωματικού της λουτρού.
Οι άντρες της έλεγε, μέχρι που η νόσος της χρέασε το μυαλό. Η Ανδρέτα δεν ήξερε αν νιώθει ευσπλαχνία, λύπη ή αποστροφή για τη Δέσποινα.
Ένα ξαφνικό κουδούνισμα την πήρε από τη σκέψη. — Μάλλον η μαμά ξέχασε κάτι, — είπε, πηγαίνοντας να ανοίξει την πόρτα.
Στο κατώφλι βγήκε ο φίλος της, ο Γιάννης, μαθητής του λύκους.
Η μητέρα τους δεν έπαιρνε καλά τη φιλία, γι' αυτό έρχεται όταν δεν υπάρχει σπίτι. — Γεια.
Τι κάνεις τόσο νωρίς; Η μαμά μόλις έφυγε, — ψιθύρισε η Ανδρέτα. — Ξέρω· δεν με είδε. — Μίλα! — φώναξε από την κουζίνα η Δέσποινα. — Ποιος είναι ο Μίλας; — ρώτησε ο Γιάννης. — Έτσι τη λέει η μητέρα μου για τη μητέρα της· την αποκαλεί έτσι επειδή την θεωρεί τη μητέρα μου.
Θα την πάω στο δωμάτιο.
Πήγαινε στην μπάνια και κάθισε ήσυχα.
Σήμερα θα κάνει «φωτισμούς». — έσπρωξε η Ανδρέτα, σπρώχνοντας τον Γιάννη προς την μπάνια. — Δεν υπάρχει κανείς. — Η Ανδρέτα μπήκε στην κουζίνα, βρήκε ένα άδειο φλιτζάνι και το χαρτοσακούλι στο τραπέζι. — Θέλω τσάι, — είπε η Δέσποινα. — Αλλά… — η Ανδρέτα κατάλαβε την άσκοπη προσπάθεια.
Η γιαγιά ξεχνούσε συνεχώς ό,τι συνέβη πρόσφατα, τις όμως τις μακρινές ευθαρσίες της.
Συχνά μπερδεύτηκε, δεν αναγνώριζε καν τη μαμά.
Μερικές φορές όμως είχε στιγμές καθαρού φωτισμού, όμως σπάνιες. Η Ανδρέτα δεν ήξερε αν η Δέσποινα παίζει για ένα ακόμα καραμέλο ή αν πραγματικά ξέχασε το τσάι.
Ανασήκωσε άλλη καραμέλα και την τοποθέτησε στο χέρι της. Η Δέσποινα άνοιξε το φακελάκι με αδράνεια.
Όταν το φλιτζάνι άδειασε, η Ανδρέτα τη πήρε στο κρεβάτι. — Τώρα κοιμήσου, — είπε και έκλεισε την πόρτα.
Από τη μπάνια εμφανίστηκε ο Γιάννης. — Μπορώ να βγω; — ρώτησε. — Ναι, πήγαινε στην κουζίνα. — Η Ανδρέτα κούνησε το κεφάλι, ελέγχοντας αν ήταν κλειστές οι πόρτες, και ακολούθησε τον.
Κάθονταν στην κουζίνα, τα αυτιά τους είχαν ακουστικά. Η Ανδρέτα έκλεινε τα μάτια και κουνιόταν στον ρυθμό.
Δεν πρόσεξε τη γιαγιά που περνούσε στον προθάλαμο.
Όταν πήγε να τη φέρει έξω, είδε τις ανοιχτές πόρτες.
Έτρεξε στο δωμάτιο, αλλά η Δέσποινα είχε εξαφανιστεί. — Η πόρτα… Δεν την κλείσαμε! Έφυγε.
Η μαμά θα σκεφτεί ότι το έκανα σκόπιμα — λέει δακρυσμένη η Ανδρέτα. — Γιατί θα σκεφτεί έτσι; — ρώτησε ο Γιάννης. — Σήμερα της είπα να φύγει και να χάθει.
Η μαμά θα νομίζει ότι το προγραμμάτισα. — Εντάξει, ντύσου, πάμε να την ψάξουμε.
Δεν μπορεί να έχει πάει μακριά, — είπε ο Γιάννης. Η Ανδρέτα κοίταξε το παλτό της Δέσπης· ήταν στο κρεβάτι, τα παπούτσια ήταν εκεί. — Έφυγε ντυμένη με ρόμπα και σορτς; — ρώτησε μπερδεμένη. — Ίσως είναι στους γείτονες, δεν αναγνώρισε το διαμέρισμά της… Πάμε σπίτι-σπίτι; — πρότεινε ο Γιάννης και έτρεξε κάτω.
Στο ισόγειο κανείς δεν απάντησε στο κουδούνι. Η Ανδρέτα έφυγε στην οδό. Ο Γιάννης έτρεξε ανάμεσα στους κήπους, κάτω από τη σχοινιά… — Δεν υπάρχει.
Δείτε στα άλλα πάρκινγκ.
Εσύ δεξιά, εγώ αριστερά.
Ποιος θα βρει πρώτος, φωνάζει τον άλλον.
Συμφωνούμε εδώ — διέταξε και έφυγε. Η Ανδρέτα έτρεξε ακόμα και στο λεωφορείο· η Δέσποινα δεν βρέθηκε.
Πόσο χρόνο πέρασε; μισή ώρα; σαράντα λεπτά; Πού μπορεί να πάει με ρόμπα και σορτς; — Πρέπει να καλέσουμε την αστυνομία, — είπε. — Περίμενε.
Θυμήσου τι της άρεσε να λέει, πού πηγαίνει; — ρώτησε ο Γιάννης, σπρώχνοντας. Η Ανδρέτα δεν θυμήθηκε τίποτα.
Σηκώθηκε τα ώμους. — Καλά, θα ψάξουμε περισσότερο.
Εγώ στο σχολείο, εσύ στο δρόμο, — κούνησε το χέρι του.
Τα φώτα των δρόμων δεν ανέβοναν όλα· τα σκοτεινά τμήματα περνούσαν γρήγορα.
Στην είσοδο του σχολείου θυμήθηκε τη γιαγιά κι ένα περιστατικό: είχε ξεχάσει το τετράδιο, γύρισε για να το πάρει, ο φύλακας έκλεισε τις πόρτες· εκείνη πήδηξε από παράθυρο του πρώτου ορόφου, σχεδόν έσπασε το πόδι.
Οι φίλοι της Δέσπης μιλούσαν αυτό το περιστατικό. Η Ανδρέτα έσπρωξε την πύλη του αυγού· το κτίριο του σχολείου είχε σχήμα «Π». Περπατώντας το ένα πτερό, είδε μια ομάδα αγοριών γελώντας. — Γιαγιά! — κατάλαβε η Ανδρέτα και έτρεξε. Η Δέσποινα στεκόταν στη μέση της αυλής, ντυμένη γαλαζοπράσινη ρόμπα.
Ένα αγόρι της έδωσε ένα κενό φακελάκι.
Σκέφτηκε ότι ήταν γλυκό, το άπλωσε, αλλά το αγόρι άπλωσε το χέρι του πίσω και οι υπόλοιποι γέλασαν. — Δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Από πού βγήκες; Θες καραμέλο; — είπε ξανά το αγόρι. — Απέσπαστε τη γιαγιά! — φώναξε η Ανδρέτα.
Οι νεαροί κοιτάχτηκαν. — Κοίτα, ακόμα ένας! — φώναξε το ένα. — Εσύ ποιος; Εγγονή; — άφησαν φωνή τους. — Κι εμείς βγήκαμε γιατρό; — προσχώρησαν. Η Ανδρέτα έσυσε πίσω, η γέφυρα του τείχους ήταν το τείχος.
Οι αγόριδες την τύλιξαν, παγιδεύοντάς τη, χωρίς να την αφήνουν κίνηση.
Ήθελαν να δουν ποιος θα χτυπήσει πρώτος. — Απομακρύνεστε! — φώναξε ο Γιάννης κοντά.
Δύο απομακρύνθηκαν, αλλά ένας κράτησε τα χέρια της. Ξέσπασαν τα καυγάδες, η Ανδρέτα… Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους