[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Γιατί το κάνεις αυτό για μένα; Δεν μου αξίζει...» Τα μάτια της Μαριάμ, γεμάτα δάκρυα, με κοίταξαν με εκείνη την κρυφή επίγνωση που με διέλυσε εκ των έσω. Ο ήλιος χανόταν πίσω από τα γκρίζα, παλιά...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Γιατί το κάνεις αυτό για μένα; Δεν μου αξίζει...» Τα μάτια της Μαριάμ, γεμάτα δάκρυα, με κοίταξαν με εκείνη την κρυφή επίγνωση που με διέλυσε εκ των έσω.

Ο ήλιος χανόταν πίσω από τα γκρίζα, παλιά μπαλκόνια της Κυψέλης και το διαμέρισμά της μύριζε φασολάδα και γιασεμί, ανακατεμένα με την υγρασία περασμένων δεκαετιών.

Την είχαν μόλις φέρει από το νοσοκομείο με το φορείο.

Ο γιος της, όπως συνήθως, απών.

Οι γείτονες την απέφευγαν.

Εγώ όμως είχα υποσχεθεί στη μάνα μου, τη Ζωή, να μην αφήνω άνθρωπο αβοήθητο.

Έστω και αν δεν ήξερα τότε, πόσο ειρωνικό θα αποδεικνυόταν το τάμα που έκανα. «Καλησπέρα, κυρία Μαριάμ, να σας ζεστάνω λίγη σούπα;» ρωτούσα τρυφερά, μα εκείνη, αρχικά μουρμούριζε κάτι ακατάληπτο, ίσως για να μην επικοινωνήσει.

Τα χρόνια που πέρασα δίπλα της, της άλλαξα πάνες, της σήκωσα το πάπλωμα, άκουγα τις σιωπές της.

Μια μέρα, καθώς έβαζα στη θέση του ένα παλιό κασκόλ, βρήκα μια ξεθωριασμένη φωτογραφία: η μάνα μου, νέα, χαμογελαστή, δίπλα στην ίδια τη Μαριάμ.

Έμεινα άφωνος.

Πώς γνώριζε τη μάνα μου τόσο παλιά, όταν εκείνη ποτέ δεν την ανέφερε; Αλλιώς, το βλέμμα της είχε μια σκιά τύψης κάθε φορά που έλεγα το όνομα "Ζωή". Δεν άντεξα.

Γύρισα σπίτι κλαίγοντας.

Τη βρήκα να κάθεται στο τραπέζι, με μια κούπα ελληνικό στα χέρια, το πρόσωπό της αυλακωμένο από τις αγωνίες του παρελθόντος.

Με φωνή που έτρεμε, ρώτησα: «Μάνα, ποια είναι η κυρία Μαριάμ; Γιατί έχω την αίσθηση πως κάτι κρύβετε;» Η Ζωή πάγωσε.

Ακούμπησε απαλά την κούπα στον πάγκο. «Μαριάμ Αλεξιάδου… Δεν είχα ακούσει το όνομά της εδώ και τόσα χρόνια.

Εκείνη… εκείνη ήταν που με είχε κατηγορήσει πως έκλεψα χρήματα από το ταμείο του σχολείου.

Με έδιωξαν.

Οι φήμες με κυνηγούσαν για χρόνια.

Έχασα τη δουλειά… τη φήμη μου… όλα.» Η φωνή της έσπασε. Σκοτείνιασα.

Ήθελα να ουρλιάξω, να πετάξω κάτω οτιδήποτε έβρισκα.

Αυτή η γυναίκα, η Μαριάμ που την πρόσεχα σαν δική μου γιαγιά, είχε καταστρέψει τη μάνα μου, τον δικό μου ήρωα. «Γιατί να βοηθάς κάποιον τόσο μοχθηρό;» ρώτησα τον εαυτό μου ξανά και ξανά εκείνο το βράδυ ξαπλωμένος στο μονίμως τριζάτο κρεβάτι.

Ένιωθα τα χέρια μου δεμένα.

Την επόμενη μέρα, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, πήγα πάλι.

Της άφησα τα ψώνια, καθάρισα λίγο.

Δεν μου μιλούσε.

Ωσπου, λίγο πριν φύγω, είπε χαμηλόφωνα: «Αν ήξερε η μητέρα σου… αν ήξερες εσύ…» Τα μάτια μου εκτόξευσαν τη βουβή ερώτηση. «Γιατί το έκανες, κυρία Μαριάμ;» Η φωνή της βγήκε σαν ψίθυρος. «Ζήλευα τη μάνα σου.

Εκείνη είχε ζεστασιά, σχέσεις, προκοπή.

Εγώ... τίποτα.

Είπα ψέματα.

Ένα ψέμα που έγινε χιονοστιβάδα.

Δεν μπόρεσα ποτέ να βρω ησυχία.

Αυτό το βάρος με άρρωσε πιο πολύ από το σώμα μου.» Το πρόσωπό της είχε εκείνη την απόγνωση του ανθρώπου που δεν βρήκε λύτρωση ποτέ.

Πέρασαν μέρες.

Πάλευα με την ίδια μου την ψυχή.

Να πάψω να τη βοηθώ; Να την ξεμπροστιάσω στη γειτονιά; Αλλά τι θα πρόσφερε αυτό; Η αγανάκτηση με έπνιγε.

Η μάνα μου ξαναέχασε τον ύπνο της, μόλις έμαθε πως ήμουν δίπλα στη γυναίκα που τη ρήμαξε. «Δεν θέλω να τη δω, παιδί μου.

Δεν αξίζει τίποτα! Ξέχασέ την!» μα και η ίδια κοιτούσε το πάτωμα, σα να ήξερε ότι ακόμα και τα πιο σάπια τραύματα χρειάζονται καθάρισμα. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences