Η σκιά και ο ξένος. Σκέψεις πάνω στις βίαιες νύχτες του Μπέλφαστ Η νύχτα που κάτι ξύπνησε Είναι από τις λίγες στιγμές όπου ένα μεμονωμένο γεγονός αποκαλύπτει ολόκληρο το υπέδαφος μιας κοινωνίας. Τη...
Η σκιά και ο ξένος. Σκέψεις πάνω στις βίαιες νύχτες του Μπέλφαστ Η νύχτα που κάτι ξύπνησε Είναι από τις λίγες στιγμές όπου ένα μεμονωμένο γεγονός αποκαλύπτει ολόκληρο το υπέδαφος μιας κοινωνίας.
Τη νύχτα της 9ης Ιουνίου, στη Lower Newtownards Road του ανατολικού Μπέλφαστ, άνδρες με καλυμμένα πρόσωπα χτυπούσαν πόρτες.
Δεν ζητούσαν τίποτα. Σημάδευαν.
Διάλεγαν τα σπίτια με κριτήριο το χρώμα του δέρματος εκείνων που έμεναν μέσα, κι ύστερα έβαζαν φωτιά.
Μέχρι το πρωί, περισσότεροι από δύο δωδεκάδες άνθρωποι είχαν χάσει τη στέγη τους: φροντιστές από την Ουγκάντα, μια ουκρανική οικογένεια, μια οικογένεια Ρομά.
Από ένα φλεγόμενο διαμέρισμα διασώθηκε ένα βρέφος.
Δώδεκα αστυνομικοί τραυματίστηκαν μέσα σε μία μόνο νύχτα.
Η αφορμή είχε δοθεί την προηγουμένη.
Ένας άνδρας στα σαράντα του δέχτηκε άγρια επίθεση με μαχαίρι κουζίνας, με σοβαρότατα τραύματα στα μάτια, στο πρόσωπο και στην πλάτη.
Επέζησε, αλλά μόνο επειδή περαστικοί όρμησαν, ακινητοποίησαν τον δράστη και κράτησαν τη ζωή στα χέρια τους ώσπου να φτάσει η αστυνομία.
Ο κατηγορούμενος, ένας τριαντάχρονος αιτών άσυλο από το Σουδάν, αντιμετωπίζει κατηγορία για απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Μέσα σε λίγες ώρες, το βίντεο της επίθεσης κυκλοφόρησε στα δίκτυα, και μέσα σε λίγες ακόμη η ιδιωτική φρίκη ενός εγκλήματος είχε μεταμορφωθεί σε δημόσιο πρόσταγμα εκδίκησης.
Όχι εναντίον ενός ανθρώπου, αλλά εναντίον μιας ολόκληρης κατηγορίας ανθρώπων.
Θα μπορούσαμε να σταθούμε στα γεγονότα και να τα καταδικάσουμε, και η καταδίκη είναι οφειλόμενη.
Όμως η καταδίκη, μόνη της, δεν εξηγεί τίποτε· απλώς μας καθησυχάζει.
Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να κοιτάξουμε βαθύτερα, όχι μόνο τι έγινε στους δρόμους αλλά τι ξύπνησε μέσα στους ανθρώπους.
Διότι ό,τι είδαμε να καίγεται εκείνη τη νύχτα δεν ήταν μόνο σπίτια.
Ήταν κάτι που, για χρόνια, σιγόκαιγε από μέσα.
Η σκιά και η προβολή Η ψυχολογία του βάθους μάς δίδαξε κάτι που προτιμούμε να ξεχνάμε: ό,τι αρνούμαστε να δούμε μέσα μας δεν εξαφανίζεται, το ρίχνουμε πάνω στον άλλον. Ο Γιουνγκ το ονόμασε Σκιά, το σύνολο εκείνων που απωθήσαμε επειδή δεν αντέχουμε να τα αναγνωρίσουμε ως δικά μας: τον φόβο, τη βία, την αδυναμία, την αίσθηση ότι χάνουμε το έδαφος κάτω από τα πόδια μας.
Όσο μένει ασυνείδητη, η Σκιά αναζητά ένα πρόσωπο για να κατοικήσει.
Και το βρίσκει πάντα έξω από εμάς, ποτέ μέσα.
Αυτό που συνέβη στο Μπέλφαστ έχει ένα όνομα στη γλώσσα της ψυχής: προβολή.
Ο ξένος δεν στοχοποιήθηκε για κάτι που έκανε.
Στοχοποιήθηκε επειδή έγινε η οθόνη πάνω στην οποία μια κοινότητα πρόβαλε όλα όσα δεν τολμούσε να ονομάσει στον εαυτό της.
Στο πρόσωπό του δεν είδαν έναν άνθρωπο· είδαν τον δικό τους, αποκηρυγμένο φόβο, με δανεικά χαρακτηριστικά.
Θα ήταν παρήγορο να πούμε ότι επρόκειτο για τυφλή βία, για παράλογο όχλο.
Η εικόνα μάς απαλλάσσει: ένα πλήθος που έχασε τα λογικά του δεν μας αφορά, δεν είμαστε εμείς.
Όμως δεν υπήρχε τίποτε τυφλό σε άνδρες που πήγαιναν πόρτα πόρτα διαβάζοντας πρόσωπα.
Η βία ήταν στοχευμένη, μεθοδική, συντονισμένη από πριν.
Κι εδώ βρίσκεται το πιο ανησυχητικό: η προβολή δεν είναι παραφροσύνη, είναι μηχανισμός.
Έχει τη δική της, σκοτεινή λογική.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για έκρηξη του παράλογου, αλλά για λειτουργία ενός πανάρχαιου μηχανισμού. Ο Ρενέ Ζιράρ τον ονόμασε μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου.
Όταν οι εντάσεις μέσα σε μια κοινότητα φτάσουν στο σημείο να την απειλούν, η κοινότητα εκτονώνεται πάνω σε ένα θύμα προσεκτικά επιλεγμένο: αρκετά μέσα ώστε να φταίει, αρκετά έξω ώστε να μην έχει ποιος να το υπερασπιστεί.
Ο ξένος είναι το τέλειο εξιλαστήριο θύμα.
Η πράξη ενός ανθρώπου έγινε η ενοχή ολόκληρης μιας κοινότητας, όχι από λογικό σφάλμα, αλλά επειδή ακριβώς αυτή η μετάθεση είναι ο πυρήνας του μηχανισμού.
Όπως προειδοποίησε, με σπαρακτική διαύγεια, η υπουργός Δικαιοσύνης της χώρας: ξέρουμε τι συμβαίνει όταν θεωρούμε μια ολόκληρη κοινότητα υπεύθυνη για την πράξη ενός ανθρώπου· το έχουμε ήδη ζήσει, στην πρόσφατη μνήμη μας.
Το εύφλεκτο υπέδαφος Καμία σκιά, όμως, δεν αναφλέγεται σε ψυχή που είναι ήσυχη.
Γιατί εκεί; Γιατί σε αυτή την πόλη, σε αυτούς τους δρόμους, με αυτή την ευκολία; Καμία φωτιά δεν παίρνει σε υγρό ξύλο.
Η σπίθα του μαχαιριού έπεσε σε ένα πεδίο που ήταν ήδη, επί δεκαετίες, εύφλεκτο. Η Βόρεια Ιρλανδία είναι μια κοινωνία που βγήκε από έναν εμφύλιο χωρίς ποτέ να τον επεξεργαστεί ως το τέλος. Οι Ταραχές, εκείνος ο ευφημισμός για τριάντα χρόνια αιματοχυσίας που στοίχισαν περισσότερους από τρεις χιλιάδες πεντακόσιους νεκρούς, έκλεισαν θεσμικά το 1998 με τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής.
Έκλεισαν όμως μόνο στα χαρτιά.
Στον χώρο, η διαίρεση παρέμεινε χαραγμένη: το Μπέλφαστ έχει σήμερα περισσότερα τείχη ανάμεσα στις κοινότητες απ' όσα είχε τη μέρα που υπογράφηκε η ειρήνη.
Τα ονομάζουν, με πικρή ειρωνεία, «τείχη της ειρήνης». Είναι η ομολογία ότι η ειρήνη εδώ σημαίνει απουσία πολέμου, όχι παρουσία εμπιστοσύνης.
Ένα τραύμα που δεν γίνεται συνειδητό δεν θεραπεύεται· επαναλαμβάνεται.
Αυτός είναι ο νόμος της ψυχής, και ισχύει για τις κοινωνίες όπως ισχύει για τα άτομα.
Η οδύνη που δεν μετασχηματίζεται από μέσα επιστρέφει από έξω, μεταμφιεσμένη, αναζητώντας νέο αποδέκτη.
Οι γενιές που γεννήθηκαν μετά την κατάπαυση του πυρός κληρονόμησαν έναν φόβο που δεν έζησαν οι ίδιες αλλά τον κουβαλούν στο σώμα τους.
Και κάτω από τα τείχη υπάρχει η εγκατάλειψη, με τρία πρόσωπα που αξίζει να τα δούμε χωριστά, γιατί το καθένα τροφοδοτεί με τον δικό του τρόπο τη φωτιά.
Το πρώτο πρόσωπο είναι η οικονομική δυσχέρεια.
Οι παλιές βιομηχανίες που έδιναν δουλειά και αξιοπρέπεια σε γενιές εργατών έχουν σβήσει, και μαζί τους έσβησε κάτι λιγότερο ορατό αλλά βαθύτερο: η αίσθηση ότι ο μόχθος ενός ανθρώπου έχει νόημα και θέση στον κόσμο.
Ένα στα τέσσερα παιδιά της χώρας μεγαλώνει στη φτώχεια.
Όταν ο πατέρας δεν βρίσκει εργασία και ο γιος δεν βλέπει μπροστά του προοπτική, η στέρηση παύει να είναι αριθμός και γίνεται καθημερινό βίωμα ταπείνωσης.
Και η ταπείνωση, αν δεν βρει λόγια να ειπωθεί, βρίσκει πάντα μια γροθιά για να εκφραστεί.
Δεν πρόκειται απλώς για έλλειψη χρημάτων· πρόκειται για την απώλεια μιας θέσης στον κόσμο, και αυτή πονάει βαθύτερα από κάθε στέρηση.
Το δεύτερο πρόσωπο είναι η εκπαίδευση, ή μάλλον η απουσία της.
Στις ίδιες αυτές εργατικές συνοικίες, μεγάλο μέρος των αγοριών εγκαταλείπει το σχολείο χωρίς τα εφόδια που ανοίγουν την επόμενη πόρτα, και ένας στους τέσσερις νέους βρίσκεται εκτός κάθε εργασίας και εκπαίδευσης.
Η μόρφωση είναι, κατά βάση, η ικανότητα να βάζεις λόγια εκεί όπου αλλιώς θα έμπαινε η ορμή· να καταλαβαίνεις έναν σύνθετο κόσμο χωρίς να καταφεύγεις στην απλούστερη, και πάντα ψεύτικη, εξήγηση.
Μια οργή που δεν έμαθε ποτέ να μιλά είναι η ευκολότερη λεία κάθε δημαγωγού, γιατί δέχεται έτοιμο τον ένοχο που της προσφέρουν χωρίς να ρωτά.
Η αμάθεια δεν είναι ποτέ μόνη της η αιτία της βίας, είναι όμως ο πιο εύφορος αγωγός της.
Το τρίτο πρόσωπο είναι το διαγενεακό τραύμα που ήδη περιγράψαμε.
Και τα τρία μαζί συνθέτουν μια κοινότητα που ζει με την αίσθηση ότι κανείς δεν την υπολογίζει.
Όταν συμβαίνει αυτό, η οργή δεν εξαφανίζεται· περιμένει διέξοδο.
Και η ευκολότερη διέξοδος δεν στρέφεται ποτέ προς τα πάνω, προς εκείνους που αποφασίζουν.
Στρέφεται πλαγίως, προς εκείνον που είναι ακόμη πιο αδύναμος, ακόμη πιο εκτεθειμένος, ακόμη πιο ξένος.
Ας μη βιαστούμε, ωστόσο, να πούμε ότι η φτώχεια γεννά τη βία.
Δεν τη γεννά.
Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στην αποστέρηση χωρίς να καίνε τα σπίτια των γειτόνων τους.
Η φτώχεια δεν είναι η αιτία· είναι το εύφλεκτο.
Χρειάζεται και η σπίθα, και ο άνεμος, και ένα χέρι να ανάψει το σπίρτο.
Όποιος εξηγεί τη νύχτα εκείνη μόνο με την οικονομία είναι εξίσου μονόφθαλμος με όποιον την εξηγεί μόνο με το μίσος.
Η αλήθεια κατοικεί στη συμβολή: εκεί όπου η υλική εγκατάλειψη συναντά το ανεπεξέργαστο τραύμα, την ταυτοτική ανασφάλεια, και μια καινούργια μηχανή που ξέρει να μετατρέπει τον φόβο σε φωτιά μέσα σε ώρες.
Όταν ο θεσμός απουσιάζει Πάνω από τη γειτονιά, όμως, υπάρχει μια ευρύτερη αποτυχία, και δεν θα ήμασταν δίκαιοι αν τη σιωπούσαμε: η αδυναμία των ίδιων των κρατών να διαχειριστούν με σύνεση και ανθρωπιά το μεταναστευτικό.
Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί το επιχείρημα παρερμηνεύεται εύκολα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο ξένος ήρθε· είναι ότι ο θεσμός απουσίασε.
Η μετανάστευση είναι ένα από τα παλαιότερα και πιο ανθρώπινα φαινόμενα της Ιστορίας, παλιό όσο και η ίδια η ανάγκη του ανθρώπου να επιβιώσει.
Εκείνο που είναι καινούργιο δεν είναι η κίνηση των ανθρώπων, αλλά η ανικανότητα των δομών να τη συναντήσουν.
Όταν ένα κράτος ούτε εντάσσει με αξιοπρέπεια εκείνους που φτάνουν, ούτε ακούει με ειλικρίνεια τις πραγματικές ανησυχίες εκείνων που ήδη ζουν εκεί, δημιουργεί μια διπλή εγκατάλειψη.
Ο μετανάστης μένει στο περιθώριο, στην ανασφάλεια και στην υποψία.
Ο ντόπιος μένει με την αίσθηση ότι η φωνή του δεν μετράει, ότι αποφασίστηκαν για λογαριασμό του πράγματα που δεν του εξήγησε κανείς.
Και οι δύο, ο ένας απέναντι στον άλλον, γίνονται πρώτη ύλη του φόβου.
Δεν πρόκειται για σύγκρουση δύο λαών· πρόκειται για το κενό που αφήνει πίσω του ένας θεσμός που παραιτήθηκε από το καθήκον του.
Διότι το κενό δεν μένει ποτέ άδειο.
Εκεί όπου ο θεσμός σιωπά, μιλά ο δημαγωγός.
Όπου η πολιτική αρνείται να δώσει μια σύνθετη απάντηση σε ένα σύνθετο πρόβλημα, εμφανίζεται κάποιος έτοιμος να δώσει την απλούστερη: τον ξένο.
Η αποτυχία της διαχείρισης δεν είναι, λοιπόν, ένα τεχνικό ζήτημα συνόρων και αριθμών.
Είναι ηθικό και ψυχολογικό ζήτημα, γιατί κάθε φορά που το κράτος αδυνατεί να διαχειριστεί έναν φόβο, τον παραδίδει σε όποιον ξέρει να τον εκμεταλλεύεται.
Και ο φόβος, στα χέρια του δημαγωγού, δεν μένει ποτέ λόγια· γίνεται κάποια στιγμή φωτιά.
Η νέα μηχανή του φόβου Διότι κάτι έχει αλλάξει στον τρόπο που αναφλέγεται σήμερα η συλλογική σκιά, και η αλλαγή έχει όνομα.
Ο κοινωνιολόγος Στάνλεϊ Κοέν, πριν από μισό αιώνα, περιέγραψε αυτό που ονόμασε ηθικό πανικό: τη διαδικασία με την οποία μια κοινωνία επιλέγει έναν «λαϊκό δαίμονα», μια μορφή πάνω στην οποία συμπυκνώνει τις διάχυτες ανησυχίες της, και ύστερα, με τη βοήθεια εκείνων που κερδίζουν από την αναστάτωση, μεγεθύνει την απειλή ώσπου το εξαιρετικό να μοιάζει συνηθισμένο και το μεμονωμένο να μοιάζει με κανόνα.
Στην εποχή του Κοέν, ο μηχανισμός χρειαζόταν εφημερίδες και ημέρες.
Σήμερα χρειάζεται μια οθόνη και λεπτά.
Το βίντεο της επίθεσης δεν διαδόθηκε· εκτοξεύτηκε.
Οι αλγόριθμοι που οργανώνουν την προσοχή μας δεν είναι ουδέτεροι αγωγοί· είναι μηχανές που ανταμείβουν την οργή, επειδή η οργή κρατά το βλέμμα κολλημένο.
Πάνω στο γεγονός προστέθηκαν, μέσα σε ώρες, οι ερμηνείες εκείνων που είχαν συμφέρον να το μετατρέψουν σε σύμβολο.
Μηνύματα με τόπους και ώρες συγκέντρωσης κυκλοφόρησαν σαν προσκλήσεις.
Και η ρυθμιστική αρχή αναγκάστηκε να παραδεχθεί δημοσίως ότι μέρος της αναταραχής «φαίνεται να υποκινήθηκε διαδικτυακά». Η οθόνη έγινε η νέα αγορά: όχι με την έννοια του τόπου διαλόγου, αλλά με την αρχαιότερη έννοια του τόπου όπου το πλήθος συγκεντρώνεται και διαλέγει το θύμα του.
Εδώ θέλω να σταθώ σε ένα σημείο που, για μένα, είναι το ηθικό κέντρο όλης της υπόθεσης.
Υπάρχει ευθύνη όχι μόνο σε όποιον ανάβει τη φωτιά, αλλά και σε όποιον τη μεταδίδει.
Όποιος αναπαράγει το βίντεο, όποιος προσθέτει τον υπαινιγμό, όποιος μετατρέπει τον φόβο σε αφήγημα, δεν είναι αθώος θεατής· είναι κρίκος στην αλυσίδα.
Και το πιο σκοτεινό χαρακτηριστικό αυτής της αλυσίδας είναι ότι λειτουργεί πάντα με την ίδια, αντεστραμμένη σειρά: πρώτα η τιμωρία, ύστερα, αν ποτέ, η αλήθεια.
Δεν είναι η πρώτη φορά.
Λίγους μήνες νωρίτερα, στην Αγγλία, η δολοφονία τριών παιδιών είχε πυροδοτήσει τις χειρότερες ταραχές μιας δεκαετίας, με βάση μια ψευδή φήμη που διαδόθηκε ταχύτερα από κάθε διάψευση.
Και στο Ballymena, έναν ακριβώς χρόνο πριν, μια άλλη κατηγορία είχε ανάψει άλλες φωτιές· οι κατηγορίες εκείνες αποσύρθηκαν αργότερα, αφού η βία είχε ήδη συντελεστεί.
Το κατώφλι Φτάνουμε έτσι στο σημείο που με ενδιαφέρει περισσότερο απ' όλα, γιατί κάθε κρίση, όσο σκοτεινή, είναι ταυτόχρονα και ένα κατώφλι.
Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους με τους οποίους σπάει ένα κέλυφος.
Όταν σπάει από έξω, με τη βία, αυτό που υπήρχε μέσα καταστρέφεται.
Όταν σπάει από μέσα, με την ωρίμανση, αυτό που υπήρχε μέσα γεννιέται.
Η φωτιά στο Μπέλφαστ ήταν αλλαγή επιβαλλόμενη απ' έξω: τυφλή, καταστροφική, στείρα.
Δεν μεταμόρφωσε κανέναν· απλώς μετέφερε τον πόνο σε νέα θύματα.
Η αληθινή αλλαγή, εκείνη που μετασχηματίζει αντί να καταστρέφει, ξεκινά πάντα από μέσα, από τη στιγμή που μια κοινωνία τολμά να αναγνωρίσει ως δική της τη σκιά που έριχνε στον ξένο. Η Χάνα Άρεντ μάς προειδοποίησε ότι το κακό, στις πιο διαδεδομένες μορφές του, δεν είναι δαιμονικό αλλά κοινότοπο· ότι γεννιέται λιγότερο από τέρατα και περισσότερο από ανθρώπους που έπαψαν να σκέφτονται, που παρέδωσαν την κρίση τους στο ρεύμα.
Και μας άφησε μια φράση που θα έπρεπε να χαραχθεί πάνω από κάθε φλεγόμενο δρόμο: η βία μπορεί όντως να αλλάξει τον κόσμο, αλλά η πιθανότερη αλλαγή που επιφέρει είναι προς έναν κόσμο πιο βίαιο.
Όποιος καίει για να νιώσει επιτέλους δυνατός δεν παράγει δύναμη· παράγει μόνο περισσότερη βία, που θα ζητήσει με τη σειρά της το δικό της θύμα. Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, πάλι, έδωσε όνομα στην εποχή που κάνει όλα αυτά τόσο εύκολα.
Τη χαρακτήρισε ρευστή: μια εποχή όπου τίποτε σταθερό δεν αντέχει, όπου η εργασία, οι σχέσεις, οι ταυτότητες, οι βεβαιότητες λιώνουν κάτω από τα πόδια μας.
Σε μια τέτοια εποχή, ο φόβος γίνεται κι αυτός ρευστός· απλώνεται παντού και δεν αγκυρώνεται πουθενά, κι επειδή δεν έχει σαφές αντικείμενο, αναζητά απελπισμένα ένα.
Ο ξένος στην πόρτα προσφέρει αυτό το αντικείμενο.
Είναι το πρόσωπο πάνω στο οποίο προβάλλουμε όλα όσα μας φοβίζουν και δεν μπορούμε να ονομάσουμε: την αβεβαιότητα, την παρακμή, την αίσθηση ότι το μέλλον δεν μας ανήκει πια.
Κι όμως, εδώ ακριβώς βρίσκεται το κατώφλι.
Η ίδια στιγμή που αποκαλύπτει τον μηχανισμό είναι και η στιγμή που τον κάνει επιλέξιμο.
Μια σκιά που μένει ασυνείδητη μάς κυβερνά.
Μια σκιά που τη βλέπουμε παύει να μας κυβερνά απόλυτα.
Η συνειδητοποίηση δεν εξαλείφει τον φόβο, αλλά του αφαιρεί το αυτονόητο.
Από τη στιγμή που αναγνωρίζουμε ότι ο ξένος που μισούμε είναι ο καθρέφτης μιας δικής μας, αποκηρυγμένης πλευράς, η πόρτα της επανάληψης μένει μισάνοιχτη.
Και μέσα από εκείνη τη χαραμάδα περνά η δυνατότητα μιας άλλης επιλογής.
Ο καθρέφτης Το πρωί, στη Lower Newtownards Road, έμεναν τα καμένα κουφώματα και η μυρωδιά.
Οι οικογένειες που έφυγαν με ό,τι κρατούσαν στα χέρια δεν είχαν φταίξει σε τίποτε.
Το βρέφος που διασώθηκε από τις φλόγες δεν γνώριζε ούτε σύνορα ούτε σημαίες ούτε ηθικούς πανικούς· γνώριζε μόνο τη ζέστη και τον φόβο, και τα χέρια που το τράβηξαν έξω.
Τα τείχη της ειρήνης χτίστηκαν για να χωρίζουν δύο κοινότητες που κάποτε αλληλοσκοτώνονταν.
Η πικρή ειρωνεία εκείνης της νύχτας είναι ότι, για λίγες ώρες, οι δύο παλιοί εχθροί βρήκαν επιτέλους κάτι κοινό: έναν τρίτο, πιο ξένο από τον παλιό εχθρό, για να μισήσουν μαζί.
Η ενότητα που χτίζεται πάνω σε ένα κοινό θύμα δεν είναι ειρήνη.
Είναι ο πόλεμος που άλλαξε μέτωπο.
Αυτό όμως δεν είναι η τελευταία λέξη, γιατί δεν θέλω να είναι.
Ας μην ξεχνάμε ότι την ίδια νύχτα που ένα πλήθος κυνηγούσε ανθρώπους για το χρώμα τους, ήταν επίσης απλοί περαστικοί, ανάμεσά τους κι ένας ξένος, που έτρεξαν και κράτησαν στη ζωή το θύμα της πρώτης επίθεσης.
Η ίδια ανθρώπινη φύση που μπορεί να ανάψει τη φωτιά μπορεί και να ορμήσει μέσα στις φλόγες για να σώσει.
Δεν είμαστε καταδικασμένοι στη σκιά μας· είμαστε καλεσμένοι να τη γνωρίσουμε.
Η ίδια σκιά που, ανεξέλεγκτη, καίει σπίτια μπορεί, αναγνωρισμένη, να γίνει η αρχή μιας ωριμότητας.
Καμία κοινωνία δεν θεραπεύεται απαρνούμενη το σκοτάδι της· θεραπεύεται όταν τολμά να το κοιτάξει κατάματα και να το ονομάσει δικό της.
Η φωτιά εκείνης της νύχτας ήταν, αν τη διαβάσουμε σωστά, ένας καθρέφτης.
Και κάθε καθρέφτης, όσο σκληρός, κρύβει μια χάρη: μας δείχνει αυτό που είμαστε, για να μπορέσουμε επιτέλους να επιλέξουμε αυτό που θέλουμε να γίνουμε.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους