[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ένα σοφό και εμπνευστικό κείμενο του -πλέον αποσυρμένου από τη δημόσια σφαίρα- Υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας για το Μουντιάλ, το ποδόσφαιρο, την κριτική στην εξουσία και την τεχνητή νοημοσύνη...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ένα σοφό και εμπνευστικό κείμενο του -πλέον αποσυρμένου από τη δημόσια σφαίρα- Υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας για το Μουντιάλ, το ποδόσφαιρο, την κριτική στην εξουσία και την τεχνητή νοημοσύνη, όπως μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα για την εφημερίδα "Η εποχή". "Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ Ο εκλιπών SupMarcos (σσ. αναφέρεται στον εαυτό του) συνήθιζε να λέει ότι κάποτε πέτυχε ένα γκολ για την ομάδα του λυκείου του.

Αλλά γρήγορα άλλαζε θέμα, ίσως για να αποφύγει να εξηγήσει ότι είχε γλιστρήσει μέσα στην περιοχή και κλότσησε την μπάλα άθελά του.

Η πτώση ήταν τόσο θεαματική που ο αντίπαλος τερματοφύλακας ξεκαρδιζόταν στα γέλια και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα καθώς η μπάλα, με εκείνη τη φειδώ με την οποία εκτυλίσσονται οι μεγάλες συμφορές και τα έπη, κυλούσε προς τα δίχτυα.

Πριν από εκείνη την επική στιγμή, ο προπονητής — βλέποντας ότι ο αστέρας της ομάδας είχε τραυματιστεί και συνειδητοποιώντας ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος στον πάγκο — στράφηκε προς τον μετέπειτα SupMarcos, που δεν ήταν ακόμη ούτε«εκλιπών», ούτε όμως SupMarcos, και του είπε: «Πήγαινε, μπες μέσα.

Και μην τα κάνεις θάλασσα». Έπειτα πρόσθεσε, παραιτημένα: «Καλά, μην τα κάνεις και πολύ θάλασσα». Έτσι, ένας γοητευτικός νεαρός μπήκε στον αγωνιστικό χώρο με ένα χαριτωμένο, ζωηρό και παιγνιώδες στυλ που οι σημερινοί αστέρες θα ήθελαν πολύ να διαθέτουν.

Όμως, ύστερα από όλα αυτά (που, στο τέλος της ημέρας, δεν άλλαξαν καθόλου το σκορ, αφού η ομάδα του έχανε ήδη με 7-0), ο τύπος δεν έτρεξε προς την κερκίδα για να αφιερώσει το κατόρθωμά του στο αντικείμενο του νυχτερινού του πόθου.

Διότι αποδείχθηκε ότι, κατά την πτώση, το σορτσάκι του είχε σκιστεί και τα προσωπικά του προσόντα δεν ήταν ακριβώς κάτι που επιδεικνυόταν εκείνη την εποχή.

Εντάξει, εντάξει, ούτε τώρα.

Τέλος πάντων.

Δεν έπρεπε να σας το πω; Σοβαρά; Απίστευτο.

Τώρα, αφού πιάσαμε το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και μιας μπάλας που κυλά, ας περάσουμε στο ποδόσφαιρο — με το Παγκόσμιο Κύπελλο και όλα τα παρελκόμενα (που επιβάλλονται από τη FIFA σε συμμαχία με ολόκληρη την εμπορική βιομηχανία που περιστρέφεται γύρω από το άθλημα)· με την αστική καταστροφή που προκαλεί στο όνομα της «προσέλκυσης τουριστών» και που πληρώνουν οι κάτοικοι των πόλεων, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης· με τον εξευγενισμό (gentrification)· με την αισθητική (και εθνοτική) εκκαθάριση που συνεπάγεται η απομάκρυνση ή η «απόκρυψη» των μικροπωλητών χειροτεχνημάτων (όπως συμβαίνει στο Τσιτσέν Ιτζά) και των πωλητών αναμνηστικών του Μουντιάλ, καθώς και όλων εκείνων που δίνουν κακή εικόνα στην «Πατρίδα» (όπως οι εκπαιδευτικοί, οι μητέρες που αναζητούν τους εξαφανισμένους γιους τους, οι αγρότες, οι φοιτητές του Πολυτεχνείου, οι εργαζόμενοι στις μεταφορές)· και με τις μάταιες προσπάθειες εξωραϊσμού της πραγματικότητας.

Υπάρχουν κοινωνικές τάξεις όταν κυλάει μια μπάλα (μάρκας Adidas); Είναι το ποδόσφαιρο της γειτονιάς, που παίζεται σε χωμάτινα γήπεδα, το ίδιο με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο που παίζεται σε συνθετικό χλοοτάπητα; Είναι το «όπιο των μαζών»; Ένας από τους εφιάλτες του αντικομμουνισμού είναι ότι, σε εκείνο το φρικτό σύστημα, ο πληθυσμός δεν θα είχε ελευθερία μετακίνησης και θα ήταν υποχρεωμένος να επιδεικνύει ταυτότητα και να παρακολουθείται διαρκώς.

Να λοιπόν που οι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι στις περιοχές γύρω από τα γήπεδα που θα φιλοξενήσουν αγώνες στο Μεξικό θα πρέπει να ταυτοποιούνται στα σημεία ελέγχου… με QR κωδικό.

Η βιομετρική CURP έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή, με βασική δικαιολογία ότι, αφού δεν μπορούν να σταματήσουν τη βία και τις εξαφανίσεις, τουλάχιστον θα χρησιμεύσει για την αναγνώριση πτωμάτων και ανθρώπινων λειψάνων.

Α, αλλά η πραγματικότητα δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την K-Pop, τους U2 και τους εθνικούς ήρωες τυλιγμένους με την τρίχρωμη σημαία.

Εκεί βρίσκονται οι μητέρες που αναζητούν τα εξαφανισμένα παιδιά τους· εκεί είναι το δημοκρατικό κίνημα των εκπαιδευτικών· πιο κοντά μας οι κοινότητες των αυτοχθόνων που εκτοπίστηκαν από το οργανωμένο έγκλημα, δηλαδή από τα megaproject, σε εκείνους τους δρόμους βρίσκονται οι φοιτητές του Πολυτεχνείου· και παντού τα θύματα που αφήνει πίσω της η «ευημερία». Αλλά μην χάνεται την προσοχή σας.

Ρίξτε μια ματιά στην ακόλουθη είδηση: «Οκτώ κάτοικοι του Ναουκάλπαν συνελήφθησαν επειδή υπερασπίστηκαν ένα γήπεδο ποδοσφαίρου» (Silvia Chávez González, ανταποκρίτρια, La Jornada, 29 Απριλίου 2026). Το άρθρο περιγράφει την αντίθεση των κατοίκων στην καταστροφή ενός γηπέδου ποδοσφαίρου, την επέμβαση της αστυνομίας και τη γνώμη της «πλειοψηφίας» που οδήγησε στη φυλάκισή τους.

Η υπεράσπιση ενός χώρου παιχνιδιού, αναψυχής και κοινότητας αποτελεί έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση.

Και αυτό σε έναν δήμο, μια πολιτεία, μια χώρα… που κυβερνάται από τον προοδευτισμό.

Ναι, το ποδόσφαιρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να συγκαλύπτει εγκλήματα, όπως συνέβη στην Αργεντινή το 1978.

Είναι όμως και ο χώρος όπου, για παράδειγμα, ο Γερμανός ποδοσφαιριστής Πάουλ Μπράιτνερ αρνήθηκε να αγωνιστεί ως ένδειξη διαμαρτυρίας απέναντι στη στρατιωτική χούντα του Jorge Rafael Videla.

Και, πιο πρόσφατα, ο Καταλανός Λαμίν Γιαμάλ, της FC Barcelona, πανηγύρισε μια νίκη υψώνοντας την παλαιστινιακή σημαία.

Νωρίτερα, ο Αντόλφο Μπαουτίστα φόρεσε μια μπαλακλάβα όταν σκόραρε για την C.D. Guadalajara το 2004 στην Τουξτλά Γκουτιέρρες της Τσιάπας.

Και, τον Μάρτιο του 2006, το «Frente Rojinegro» (Κόκκινο-Μαύρο Μέτωπο), ομάδα οπαδών της Atlas F.C., εμφανίστηκε σε μια συνάντηση υποστηρικτών της Έκτης Διακήρυξης με ένα πανό που έγραφε: «Επιτιθέμενοι από τα αριστερά». Λέγεται ότι ο Banksy ζωγράφισε μια τοιχογραφία σε μια ζαπατιστική κοινότητα, που απεικόνιζε έναν ποδοσφαιριστή με μπαλακλάβα να εκτελεί ένα ανάποδο ψαλίδι πάνω από ένα κόκκινο πεντάκτινο αστέρι, συνοδευόμενο από τη φράση: «Προς την ελευθερία μέσω του ποδοσφαίρου». Ο Ομπντούλιο Βαρέλα, αρχηγός της εθνικής ομάδας της Uruguay στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1950, παρέδωσε στο Μαρακανά ένα αληθινό μάθημα τακτικής και στρατηγικής, αντίστασης και εξέγερσης, διδάσκοντας περισσότερα απ’ όσα όλα τα πολιτικά εγχειρίδια μαζί.

Και σήμερα, ομάδες μητέρων που αναζητούν τους εξαφανισμένους συγγενείς τους αποκαλύπτουν τη σκληρή πραγματικότητα που κρύβεται πίσω από τη φάρσα ενός Παγκοσμίου Κυπέλλου χορηγούμενου από αναψυκτικά τύπου κόλα, σνακ και αλκοολούχα ποτά — και από μια FIFA ευθυγραμμισμένη με τον Ντόναλντ Τραμπ, η οποία αξιώνει να διδάσκει στους άλλους ηθική και καλή συμπεριφορά.

Πάνω από τις διαφημίσεις και τις φωτογραφίες των ποδοσφαιριστών, οι γυναίκες αυτές αντιπαραθέτουν τις φωτογραφίες των αγνοουμένων αγαπημένων τους προσώπων, όπως ακριβώς η πραγματικότητα επιβάλλεται πάνω στον εικονικό κόσμο του αναψυκτικού που χορηγεί την πρωινή συνέντευξη Τύπου.

Παρούσα είναι επίσης η συλλογικότητα της Έκτης, «Η Συνειδητοποιημένη Κερκίδα» (The Conscious Fan Base). Αν καταφέρουν να περάσουν στις εξέδρες — κάτι δύσκολο, καθώς οι τιμές είναι απαγορευτικές για κάθε μέσο εισόδημα, πόσο μάλλον για όσους ζουν από μέρα σε μέρα — θα ξεδιπλώσουν ένα πανό με ένα ερώτημα που αποτελεί πραγματική κοινωνική διάγνωση: «ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ;» Ένα ερώτημα που ταιριάζει εξίσου για τους εξαφανισμένους ανθρώπους όσο και για να θέσει υπό αμφισβήτηση τις αρχές και τα μέσα ενημέρωσης, ενώ ταυτόχρονα αναζητά την τύχη παλιομοδίτικων λέξεων όπως «ντροπή», «αξιοπρέπεια», «αλήθεια» και «δικαιοσύνη». Το ποδόσφαιρο, όπως περίπου τα πάντα, είναι διχασμένο ανάμεσα στο έγκλημα και την αντίσταση, ανάμεσα στον αυταρχισμό και την εξέγερση, ανάμεσα στην επιχείρηση και το παιχνίδι, ανάμεσα στη βαρβαρότητα και την ευγένεια. Ο Χουάν Βιγιόρο, που θα μπορούσε επίσης να περιγραφεί ως βάρδος του ποδοσφαίρου και αιρετικός απέναντι σε κάθε θρησκεία εκτός από εκείνη του ποδοσφαίρου — και που έχει γράψει αρκετές σελίδες στοχασμού πάνω σε αυτό το σύστημα ιδεών, αμφιβολιών και βεβαιοτήτων — επισημαίνει, πάνω-κάτω, ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας είναι πάντοτε πολλοί αγώνες ταυτόχρονα: εκείνος που διεξάγεται στο γήπεδο, σε έναν συγκεκριμένο χρόνο και τόπο· εκείνος που αφηγούνται οι εκφωνητές και οι σχολιαστές· εκείνος που βιώνει ο φίλαθλος που τον παρακολουθεί· και εκείνος που θα αναδιηγηθούν τα ρεπορτάζ, ύστερα από μέρες, εβδομάδες, χρόνια ή και δεκαετίες.

Στην πραγματικότητα, δεν ξέρω αν ο Χουάν το διατύπωσε ακριβώς έτσι, αλλά κάπως έτσι θα ήταν. «Το ποδόσφαιρο είναι ένα ανεξιχνίαστο μυστήριο, όπως η ύπαρξη του Θεού, η απεραντοσύνη του σύμπαντος και η αλχημεία των ταμάλες από ωμή γαλοπούλα», μοιάζει να μας λέει ο Βιγιόρο.

Το βασικό του ελάττωμα — ότι υποστηρίζει τη Club Necaxa αντί για τους Jaguares de Chiapas (οι οποίοι δεν έχουν χάσει ούτε έναν αγώνα εδώ και δέκα χρόνια) — του συγχωρείται, γιατί μέσα στην οικογένεια, έστω και με διαμαρτυρίες, τα σφάλματα συγχωρούνται, ακόμη κι όταν είναι κατάφωρα και συμβαίνουν εντός περιοχής.

Και παρότι όλα αυτά τα μέρη μπορεί ακόμη και να αντιφάσκουν μεταξύ τους, μαζί συγκροτούν το όλον, το Άλεφ του ποδοσφαίρου.

Μέσα σε αυτό το πολυσύμπαν, ο ποδοσφαιριστής, αλλά κυρίως ο φίλαθλος, υποφέρει και ξεπερνά τα όριά του, υπομένοντας ένα μαρτύριο που ούτε καν η Ισπανική Ιερά Εξέταση δεν θα μπορούσε να είχε φανταστεί.

Στο παρελθόν, σε ορισμένα μέρη ήταν συνηθισμένο (δεν ξέρω αν εξακολουθεί να συμβαίνει) κάποιος να φέρνει ένα μικρό τρανζιστοράκι στο γήπεδο και να ακούει τη ραδιοφωνική μετάδοση ενώ παρακολουθούσε τον αγώνα.

Αν η γηπεδούχος ομάδα έχανε και δεν μπορούσε με τίποτα να συνέλθει, δεν ήταν καθόλου παράξενο οι γύρω του να φωνάζουν στον κάτοχο του ραδιοφώνου: — «Δυνάμωσε το ραδιόφωνο, εκεί κερδίζουμε!» Και δεν είναι μόνο αυτό: ενώ παλιότερα οι καβγάδες, τα πειράγματα, οι πανηγυρισμοί και οι θρήνοι περιορίζονταν στους φίλους, τους γείτονες και τους γνωστούς (και, αν πλήρωνες τον λογαριασμό, στους συνδαιτυμόνες σου στο μπαρ, την ταβέρνα ή το εστιατόριο), στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και της Τεχνητής Νοημοσύνης πρέπει να παλεύεις και να υπερασπίζεσαι τα «χρώματα της ομάδας σου» απέναντι σε κάθε λογής φάρμες από bots.

Δηλαδή απέναντι στην «πλειοψηφία». Αν όμως ρωτήσεις την Τεχνητή Νοημοσύνη τι είναι το ποδόσφαιρο, θα σου απαντήσει κάπως έτσι: «Το ποδόσφαιρο είναι ένα ομαδικό άθλημα που παίζεται μεταξύ δύο ομάδων των 11 παικτών η καθεμία, με στόχο να κλωτσήσουν μια μπάλα προς την εστία της αντίπαλης ομάδας ώστε να επιτευχθεί γκολ.

Η ομάδα που έχει πετύχει τα περισσότερα γκολ στο τέλος της κανονικής διάρκειας κερδίζει τον αγώνα». Είτε είσαι περιστασιακός φίλαθλος, είτε αθεράπευτα φανατικός του ποδοσφαίρου, είτε ειδικός στα δεδομένα και τις στατιστικές, θα καταλήξεις στο ίδιο συμπέρασμα: η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το τι είναι το ποδόσφαιρο.

Και αν ελέγξεις την πηγή των πληροφοριών της, θα ανακαλύψεις ότι είναι… η Dominican Olympic Committee! Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα για το άθλημα, η ΤΝ σου προτείνει να απευθυνθείς στη FIFA.

Ναι, στη γαμημένη FIFA, η οποία σίγουρα θα απαγορεύσει και μία από τις πιο διάσημες εκφράσεις διαμαρτυρίας — συνήθως προς τον διαιτητή, αν και μερικές φορές και προς παίκτες της δικής σου ή της αντίπαλης ομάδας.

Δεν μπορώ να επαναλάβω τη λέξη, γιατί είναι απαγορευμένη και μπορεί να επιβάλουν πρόστιμο στη γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα των Ζαπατίστας Ο μεγάλος Ρομπέρτο Φονταναρόσα είχε πει κάποτε ότι «υπάρχουν λέξεις ανάμεσα στις λεγόμενες βρισιές που είναι αναντικατάστατες: για τον ήχο τους, τη δύναμή τους και τη σωματική τους δομή». Γι’ αυτό, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, ας δηλώσουμε ότι η FIFA είναι μια παρέα από μαλάκες, τελεία και παύλα.

Και αφού απένειμαν και βραβείο στον Τραμπ, τότε είναι τριπλά μαλάκες.

Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας αναδεικνύει το χάσμα των γενεών: οι μεγαλύτεροι τον παρακολουθούν με σκεπτικισμό και δεν χάνουν ευκαιρία να επισημάνουν ότι στα δικά τους χρόνια οι παίκτες δεν ήταν φτιαγμένοι από γυαλί και χρειαζόσουν τσεκούρι για να τους ρίξεις κάτω· οι ενήλικοι βλέπουν τον εαυτό τους ως προπονητή και έχουν την αίσθηση ότι η απουσία ή η παρουσία ενός συγκεκριμένου παίκτη τούς δημιουργεί κακό προαίσθημα και, φυσικά, αποτελεί στρατηγικό λάθος· οι νέοι δηλώνουν ότι προτιμούν να περιμένουν να ανέβει ο αγώνας στο Netflix· και τα αγόρια και τα κορίτσια κρατούν ήδη την μπάλα στα χέρια τους και περιμένουν με ανυπομονησία το τελευταίο σφύριγμα για να τρέξουν έξω και να αναπαραστήσουν — όχι τον αγώνα — αλλά την εκδοχή που δημιουργεί η φαντασία τους.

Ακόμη κι αν συμβαίνουν αποκαρδιωτικά πράγματα: ο ήρωας της Ζαπατίστριας Ντενί (σήμερα 9 ετών, τότε 5) ήταν ο Guillermo Ochoa! «Γιατί κάνει τόσο όμορφες βουτιές, που μοιάζει να πετάει». Ακολουθώντας εκείνο το δημοσιογραφικό ένστικτο, κάπως ξεχασμένο πλέον στο επάγγελμα, πήρα συνέντευξη από την κατηγορούμενη για να ακούσω τη δική της εκδοχή. Η Ντενί γνώριζε το κλίμα δημόσιου λιθοβολισμού που την περιέβαλλε και διευκρίνισε: — «Δεν θυμάμαι· ήμουν απλώς ένα μικρό κορίτσι τότε» (έκλεισε τα 9 τον Απρίλιο αυτής της χρονιάς). Μια φίλη προσπάθησε να τη βοηθήσει και παρενέβη: — «Μα ο Μέμο είναι όμορφος». Οι αποδοκιμασίες ήταν ομόφωνες.

Το χάσμα των γενεών μπορεί επίσης να διαπιστωθεί παρατηρώντας όσους βγαίνουν από ένα παντοπωλείο ή μίνι μάρκετ: τα παιδιά βγαίνουν με καραμέλες και γλυκά· οι έφηβοι με «ενεργειακά ποτά»· οι ενήλικοι με κουτάκια μπίρας· και οι ηλικιωμένοι (ή όσοι «διατηρούν σώας τας φρένας») … με μεγάλη ποικιλία αντιόξινων.

Αν το ποδόσφαιρο δεν σας ελκύει («ο αμπελώνας του Θεού τα έχει όλα», έλεγε η γιαγιά μου) και προβλέπετε μερικές εβδομάδες εκκωφαντικής μοναξιάς μπροστά σας, μην απογοητεύεστε.

Θα υπάρχουν σίγουρα εφαρμογές που σας γλιτώνουν από την αμηχανία τού να μην έχετε τίποτα να πείτε όταν όλοι οι άλλοι εκφέρουν τη γνώμη τους.

Η δική μου σύσταση είναι ότι, όποιος κι αν είναι ο αγώνας, να κατηγορείτε τη διαιτησία.

Αυτό ποτέ δεν αποτυγχάνει και ενώνει τους πάντες.

Μην ακούτε όσους επικρίνουν το ποδόσφαιρο.

Επικρίνουν τους διαιτητές (όλοι τους, ανεξαρτήτως φύλου, «είναι ταγμένοι» στο αντίπαλο τηλεοπτικό δίκτυο), τον προπονητή (που πάντοτε χρειάζεται τη βοήθεια του φιλάθλου που παρακολουθεί για να αποφασίσει την τακτική του), τον παίκτη («Ποιος είπε ότι αυτός ο τύπος — ή αυτή η τύπισσα, μην ξεχνάμε την ισότητα των φύλων — ξέρει να παίζει;!»). Αλλά ποτέ — διαβάστε το προσεκτικά — ποτέ, μα ποτέ, δεν πρέπει να επικρίνετε εκείνο το τρομακτικό μυστήριο που κάνει ένα πλήθος παράλογων όντων (μερικές φορές ακόμη και ποδοσφαιριστών) να τρέχουν πίσω από μια μπάλα επί 90 λεπτά, συν τις καθυστερήσεις, συν την παράταση, συν τη διαδικασία των πέναλτι.

Και εδώ είναι που η ΤΝ απλώς προσθέτει προσβολή πάνω στην πληγή.

Μαζί με τη FIFA και τις «εθνικές» ομοσπονδίες, αποτελούν το αντίθετο του ποδοσφαίρου.

Και το έχουν μετατρέψει σε ένα παρακμιακό θέαμα που χρησιμεύει μόνο ως αφορμή για να μεθύσεις, να προκαλέσεις καταστροφή και να βρίσεις όλο τον κόσμο — ειδικά τον διαιτητή, τον πουλημένο για τριάκοντα αργύρια· τον προπονητή που παρέταξε μια ενδεκάδα που σε έκανε να θες να κλάψεις· τους παίκτες που έμοιαζαν να μην καταλαβαίνουν ότι η επιβίωση του ανθρώπινου είδους στηριζόταν στα πόδια τους· και το καταραμένο VAR που μοιάζει να δημιουργεί βίντεο με ΤΝ και είναι το ίδιο τυφλό με τον διαιτητή, γιατί, το ξέρουμε όλοι, εκείνο ήταν «βουτιά», παράσταση (κακή, παρεμπιπτόντως) και, επιπλέον, έγινε έξω από την περιοχή. -*- Το σύστημα έχει μετατρέψει την έννοια της τάξης στο ποδόσφαιρο σε θανατηφόρα υπόθεση: ενώ στους «επαγγελματικούς» αγώνες η μάχη είναι ανάμεσα σε τηλεοπτικά δίκτυα, εταιρείες σνακ και αλκοολούχα ποτά, στο χωριάτικο ποδόσφαιρο ή το ποδόσφαιρο της γητονιάς τα γήπεδα από χαλίκι και λάσπη έχουν γίνει το πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε οργανωμένα και ανοργάνωτα καρτέλ εγκλήματος (δηλαδή, ανάμεσα σε κυβερνήσεις διαφορετικών κομμάτων και τις αστυνομίες τους). Στο ποδόσφαιρο προτεραιότητα έχουν τα επιπόλαια και τα επιφανειακά: αν οι σύντροφοι των σταρ είναι όμορφοι, τι αυτοκίνητα οδηγούν, πού κάνουν διακοπές, πόσα κερδίζουν.

Κάτω και αριστερά, τα παιδιά δεν θα ονειρευτούν τον πλούτο του Μέσι, αλλά την ντρίμπλα του· όχι τα ακριβά ρούχα του Ρονάλντο, αλλά την ακρίβεια στα φάουλ του.

Ενώ, πάνω και δεξιά, ίσως ονειρεύονται να γίνουν μέρος της FIFA — αυτής της ομάδας που δεν χάνει ποτέ — και να γίνουν το ισοδύναμο του χρηματιστικού κεφαλαίου στο ποδόσφαιρο, δηλαδή να «κατέχουν την μπάλα». Είναι να ελπίζει κανείς ότι τα πιο σημαντικά πράγματα αυτού του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα συμβούν έξω από τα γήπεδα — στους δρόμους και στα χωράφια, στις ακτές και στα βουνά — όπου δεν θα γιορτάζεται το θέαμα, αλλά η μνήμη και ο αγώνας, η αντίσταση και η ανυπακοή. -*- Αλλά αν πραγματικά θέλεις να καταλάβεις τι είναι το ποδόσφαιρο, άφησε στην άκρη την ΤΝ και διάβασε το διήγημα του Ρομπέρτο Φονταναρόσα «Ο Γέρος και το Δέντρο» και ανακάλυψε αυτό που η ΤΝ θα αποτυγχάνει πάντα να καταλάβει: τη μαγεία των τεχνών.

Ή μάζεψε λίγα χρήματα και πιάσε στα χέρια σου τα βιβλία εκείνου του συλλέκτη σταγόνων βροχής, του Εντουάρντο Γκαλεάνο, και ξαναβρές ότι τα μικρά πράγματα παραμένουν μικρά ακόμη κι όταν είναι μεγάλα.

Δεν ξέρω τι αγάπη υπάρχει μέσα στο ποδόσφαιρο, αλλά ξέρω ότι η ραγισμένη καρδιά έχει να κάνει με ένα δυσμενές σκορ, με το να φεύγεις, με πικρή απογοήτευση, με εκείνο τον θρυλικό πέμπτο αγώνα σε ένα Μουντιάλ, και με εκείνο το φάουλ — που ακόμη κι αυτή η ηλίθια ΤΝ θα ήξερε ότι δεν ήταν πέναλτι.

Αλλά πάνω απ’ όλα έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση ότι εκεί πάνω κυριαρχεί ο κυνισμός, η προσποίηση και η κακοβουλία. Ο Καπετάνιος. Μεξικό, Μάιος 2026".

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences