[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ… ΜΟΝΟ ΕΞΟΔΑ Στη χώρα εκείνη δεν θα τολμούσες να την πεις βασίλειο. Θα το έπαιρναν για προσβολή. Την έλεγαν Δημοκρατία. Κι όχι απλώς δημοκρατία. Ιδιότυπη Δημοκρατία. Το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΔΙΕΞΟΔΑ… ΜΟΝΟ ΕΞΟΔΑ Στη χώρα εκείνη δεν θα τολμούσες να την πεις βασίλειο.

Θα το έπαιρναν για προσβολή.

Την έλεγαν Δημοκρατία.

Κι όχι απλώς δημοκρατία. Ιδιότυπη Δημοκρατία.

Το έλεγαν με τέτοια περηφάνια, που νόμιζες πως την είχαν εφεύρει μόνοι τους.

Καμάρωναν γι’ αυτήν περισσότερο απ’ όσο τη σέβονταν.

Στο κέντρο της πρωτεύουσας υψωνόταν η Κρυστάλλινη Σφαίρα.

Από κει περνούσαν όλα: δυστυχήματα, σκάνδαλα, δάκρυα, πανηγύρια, ανακοινώσεις, αναλύσεις, καθησυχασμοί.

Όχι όπως ήταν.

Όπως συνέφερε να φαίνονται. Η Σφαίρα δεν έλεγε ψέματα.

Αυτό ήταν το επικίνδυνο.

Έπαιρνε μια στάλα αλήθεια και την αραίωνε τόσο, που στο τέλος έμοιαζε με παρηγοριά.

Όταν τα πράγματα στρίμωχναν, έδειχνε πένθος.

Όταν η οργή φούσκωνε, έδειχνε επιδόματα.

Κι όταν ο κόσμος πήγαινε να θυμηθεί, του έστηναν θέαμα.

Στο καπηλειό του Μούρτου, απέναντι απ’ τον σταθμό των συγκοινωνιών, τέσσερεις άντρες είχαν πιάσει πάλι το ίδιο τραπέζι. Ο Θάνος, γέρος και ξερός σαν ξύλο που δεν έπιανε πια εύκολα φωτιά. Ο Πίπης ο χοντρός, που είχε δουλέψει τριάντα χρόνια στις συγκοινωνίες και τώρα έπαιρνε σύνταξη που δεν του έφτανε. Ο Λάμπρος, που γκρίνιαζε τίμια, αλλά ψήφιζε φοβισμένα.

Και ο Σάββας, μισότυφλος, κακόγλωσσος κι επικίνδυνα καθαρός στο μυαλό.

Εκείνο το πρωί η Σφαίρα έδειχνε πάλι το δυστύχημα.

Σπασμένα βαγόνια.

Λαμαρίνες τσακισμένες. Καπνό. Λουλούδια. Κεριά. Συγγενείς. Αναλύσεις. Ο Πίπης αναστέναξε. — Μεγάλη συμφορά. Ο Σάββας ούτε γύρισε. — Συμφορά είναι να σου πέσει κεραμίδι στο κεφάλι.

Εδώ μιλάμε για δουλειά χρόνων.

Σκουριά, αδιαφορία, κλεμμένα λεφτά και βολεμένοι άχρηστοι. Ο Λάμπρος έγνεψε προς τη Σφαίρα. — Σώπα.

Βγαίνει ο Ερμηνευτής. Βγήκε.

Με πρόσωπο λυπημένο όσο έπρεπε και φωνή τόσο προσεγμένη, που έκανε και το ψέμα ν’ ακούγεται ευπρεπές. — Η Δημοκρατία μας πενθεί, είπε.

Τέτοιες ώρες δεν χωρούν μικρότητες, διχασμοί και άκαιρες επιθέσεις.

Η ώρα είναι της ενότητας και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Ο Σάββας χαμογέλασε στραβά. — Πρώτα πεθαίνουν άνθρωποι και μετά πεθαίνουν οι λέξεις. Ο Θάνος χτύπησε το τραπέζι με τα δάχτυλα. — Τα ήξεραν. — Ποιοι; ρώτησε ο Λάμπρος, αν και ήξερε. — Όλοι οι σωστοί, είπε ο γέρος.

Διευθυντές, υποδιευθυντές, επιθεωρητές, εργολάβοι, γραφιάδες.

Τα ήξεραν και δεν έκαναν τίποτα. Ο Πίπης σήκωσε τους ώμους. — Θα δείξει η έρευνα. Ο Σάββας γέλασε ξερά. — Η έρευνα εδώ είναι σαν το λιβάνι.

Κάνει ατμόσφαιρα και δεν καθαρίζει τίποτα. Ο Πίπης κοίταξε τη Σφαίρα χωρίς να μιλήσει.

Είχε δουλέψει εκεί μέσα, στις συγκοινωνίες.

Όχι στα φρένα, όχι στις ράγες.

Στα χαρτιά.

Είχε υπογράψει πράγματα που δεν τα είχε διαβάσει πάντα μέχρι το τέλος.

Δεν το είπε.

Η πόρτα του καπηλειού άνοιξε τότε απότομα και μπήκε μια γυναίκα που δεν είχε ακόμη ντυθεί στα μαύρα, αλλά το πρόσωπό της είχε φτάσει πριν από τα ρούχα.

Κρατούσε ένα χαρτί τσακισμένο πολλές φορές και μια μικρή φωτογραφία.

Στάθηκε στην πόρτα σαν να είχε ξεχάσει γιατί ήρθε. Ο Μούρτος έσκυψε προς το μέρος της. — Τι θέλετε, κυρά μου; Η γυναίκα άνοιξε το χαρτί, το ξανακοίταξε, λες και τα γράμματα μπορεί να είχαν αλλάξει ώσπου να φτάσει ως εκεί. — Μου είπαν… είπε σιγά.

Μου είπαν πως ίσως ήταν στη δεύτερη αμαξοστοιχία.

Ο γιος μου.

Δούλευε εκεί.

Στα φρένα.

Ή στα χαρτιά.

Δεν ξέρω.

Όπου τον έβαζαν.

Κανείς δεν μίλησε. Ο Πίπης κατέβασε τα μάτια στο τραπέζι.

Όχι στο ποτήρι.

Στο τραπέζι.

Σαν να κοιτούσε κάτι που δεν ήταν εκεί. Ο Λάμπρος άρχισε να τρίβει ένα ψίχουλο με τον αντίχειρα. Ο Θάνος έμεινε ακίνητος.

Μόνο ο Σάββας σήκωσε το κεφάλι. — Πήγα στον σταθμό, συνέχισε η γυναίκα.

Μ’ έστειλαν στο γραφείο.

Από το γραφείο στην αποθήκη.

Από την αποθήκη στον κατάλογο.

Από τον κατάλογο στον υπεύθυνο.

Ο υπεύθυνος έλειπε.

Μου είπαν να περιμένω ανακοίνωση.

Ύστερα μου είπαν να κοιτάω τη Σφαίρα.

Ότι όλα θα ειπωθούν από κει.

Έσφιξε τη φωτογραφία περισσότερο. — Μα η Σφαίρα δείχνει όλους τους άλλους.

Εγώ θέλω να μάθω για τον δικό μου. Ο Μούρτος της έδειξε μια καρέκλα. — Καθίστε λίγο.

Η γυναίκα δεν κάθισε. — Δεν μπορώ να καθίσω.

Άμα καθίσω, θα είναι σαν να το δέχτηκα.

Απ’ έξω, η φωνή του Ερμηνευτή δυνάμωσε: — Η Δημοκρατία στέκεται με ευαισθησία δίπλα σε κάθε οικογένεια που δοκιμάζεται… Η γυναίκα γύρισε προς τη Σφαίρα σαν ν’ άκουσε βλαστήμια. — Δίπλα; είπε.

Πού δίπλα; Εγώ απ’ το πρωί κυνηγάω πόρτες. Ο Σάββας μίλησε χαμηλά. — Δίπλα στον πόνο στέκονται.

Μπροστά στην ευθύνη ποτέ.

Η γυναίκα κοίταξε έναν έναν τους άντρες του τραπεζιού, όχι σαν να ζητούσε απάντηση, μα σαν να ζύγιζε αν άξιζε να τη ζητήσει.

Ύστερα είπε: — Αν τον δείτε στη Σφαίρα, πείτε του πως η μάνα του δεν τον βρήκε ακόμα.

Και βγήκε.

Κρατώντας το τσαλακωμένο χαρτί και τη φωτογραφία. Ο Πίπης έπιασε το ποτήρι του, το κράτησε λίγο, το ακούμπησε πάλι κάτω χωρίς να πιει.

Έξω τα λαμπιόνια για το βραδινό πανηγύρι είχαν ήδη αρχίσει ν’ ανάβουν ένα ένα. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Σαν να μην έλειπε κανείς. Ανδρέας Μαρολαχάκης 30/3/26 Πειραιάς

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences