Σεπτέμβριος 1975. Ένα από τα πιο ανθρώπινα και προσωπικά κείμενα του Κώστα Καββαθά. Δεν γράφει για αυτοκίνητα, ούτε για πολιτική. Γράφει για ένα μικρό νησί του Αιγαίου, για ψαράδες, για αμμόλοφους...
Σεπτέμβριος 1975. Ένα από τα πιο ανθρώπινα και προσωπικά κείμενα του Κώστα Καββαθά.
Δεν γράφει για αυτοκίνητα, ούτε για πολιτική.
Γράφει για ένα μικρό νησί του Αιγαίου, για ψαράδες, για αμμόλοφους, για φεγγάρια που αναδύονται από τη θάλασσα και για εκείνη τη στιγμή που ένας άνθρωπος αρχίζει να αναρωτιέται αν η ζωή που ζει είναι πραγματικά η ζωή που θέλει.
Πίσω από τις περιγραφές του νησιού κρύβεται ένα διαχρονικό ερώτημα: αξίζει να περάσει κανείς ολόκληρη τη ζωή του πίσω από ένα γραφείο ή πρέπει κάποια στιγμή να ακολουθήσει τον δρόμο που του λέει η ψυχή του; Πενήντα χρόνια μετά, το κείμενο αυτό παραμένει επίκαιρο όσο λίγα.
Από τη στήλη «Από τη Θέση του Οδηγού», Σεπτέμβριος 1975. Επίκαιρα/1975-1979 Κώστας Καββαθάς Από τη Θέση του Οδηγού... ( 11-09-1975 ) Αντανακλάσεις - Τεύχος 371 Καθόσουν το σούρουπο στον μύλο της κυρά- Άννας και κοιτούσες κάτω σ’ ένα Αιγαίο που είχε, για μια βδομάδα, μεταβληθεί σε μια απέραντη λίμνη.
Η παραλία, δεξιά τρία χιλιόμετρα μαύρη άμμος και αριστερά ξέρες μ’ απομεινάρια από αρχαίους οικισμούς ήταν έρημη από ανθρώπους.
Εμπρός, κάτω απ’ τα πόδια σου, στο φυσικό λιμάνι που έκαναν οι ξέρες, ήταν αραδιασμένα τα λιγοστά καΐκια των ψαράδων και το καΐκι του φίλου μου του Ζαχαρία με την μηχανή που του πέταγε λάδια στο παντελόνι κάθε φορά που την έβαζε εμπρός. «Άντε μωρή» έλεγε ο Ζαχαριάς «και θα σε πάω μια νύχτα στον Άγιο Ερμόλαο και θα σου βάλω ένα εξάρι και θα σε τινάξω στον αγέρα να ’συχάσω από σένα». Τόλεγε και δεν τόκανε γιατί μια καινούργια μηχανή κάνει σαράντα πέντε χιλιάδες* και σαράντα πέντε χιλιάδες δεν μαζεύονται με τέσσερα κιλά ψάρια την ημέρα που μάζευαν τα δίχτυα του.
Δεν υπήρχαν ηλεκτρόφωνα, μήτε ταβέρνες ούτε και “ρεστωράν” μα ούτε και “οτέλ”. Δεν υπήρχαν ούτε πλεούμενα πανάκριβα, ούτε “σίκ” κόσμος, ούτε εκείνες οι μεταχειρισμένες, ξεπλυμένες, ξεβαμμένες δεσποινίδες με τους απίθανους συνοδούς που συρρέουν κατά εκατοντάδες στα κοσμικά νησιά.
Υπήρχαν μόνο οι αμμόλοφοι, μερικά σπίτια που μέσα τους ζούσαν άνθρωποι που μισούσαν ακόμη και το ηλεκτρικό και καμιά εικοσαριά επισκέπτες που προσπαθούσαν να κάνουν όσο λιγότερο κακό μπορούσαν στο χώρο.
Και, κατά τις εννιά το βράδυ, περά στον ορίζοντα φαινόταν ένα μικρό κατακόκκινο σημαδάκι που γρήγορα μεγάλωνε και γινόταν ένα φεγγάρι υπερφυσικό, καθώς οι ακτίνες του περνούσαν μέσα απ’ το φυσικό πρίσμα που έφτιαχναν η διαφορετική πίεση και θερμοκρασία της ατμόσφαιρας.
Καθόμαστε λοιπόν και τα χαζεύαμε όλα αυτά, ο Ζαχαρίας, ο Αλέκος κι ο Αντρέας μόνιμη παρέα* κι όσο τα συζητούσαμε τόσο πιο μακριά έφευγε η πόλη κι η προηγούμενή μου ζωή.
Την τέταρτη ημέρα είχα ξεχάσει τα χαρτιά και τις γραφομηχανές.
Την πέμπτη είχα ξεχάσει τη δουλειά μου.
Την έβδομη αδιαφορούσα βαθιά κι ειλικρινά για τα χρόνια που είχαν περάσει πίσω απ’ τα γραφεία, μέσα στ’ αυτοκίνητα, τους θορύβους και τα καυσαέρια και συζητούσα σοβαρά με τον Ζαχαρία την αγορά ενός καϊκιού και τη ζωή στη θάλασσα.
Είχα μπερδευτεί τόσο πολύ και δεν είχα το θάρρος να κάνω κάτι για να βγω απ’ αυτή τη περίεργη κατάσταση.
Το συζήτησα μ’ ένα φίλο εκεί που ψαρεύαμε μελανούρια.
Αν συμβαίνη το ίδιο σ’ όλους όσους παίρνουν “άδεια” και πάνε “διακοπές”… Είπε ότι αυτός δεν αισθανόταν έτσι γιατί στην Αθήνα τον περίμενε το καινούργιο του… αυτοκίνητο και η καινούργια δουλειά που είχε βάλει στα σκαριά.
Άλλοι που μαζεύονταν τα βράδια στον μύλο έλεγαν ότι είναι αδύνατο για έναν άνθρωπο της πόλης να τα παρατήση όλα σύξυλα και να ζήση την υπόλοιπή του ζωή παρέα με τη θάλασσα και τους βράχους.
Άλλοι πάλι δήλωναν ότι έκαναν ακριβώς αυτό κι έδειχναν προς τους αμμόλοφους που είχαν χτίσει τα μικρά σπιτάκια τους κι είχαν μεγαλώσει τους κήπους τους.
Ένας πολιτικός μηχανικός, ένας δικηγόρος, ένας αρχιτέκτονας κι ένας υπάλληλος που πέρασε τα μισά χρόνια της ζωής του μετρώντας χιλιάρικα στο γκισέ μιας τράπεζας.
Τα είχαν παρατήσει όλα και ζούσαν εκεί στο νησί, ευτυχισμένοι και γεμάτοι υγεία.
Κι άλλοι πάλι, νησιώτες αυτοί, κουρασμένοι από το αδιάκοπο πάλεμα με τη γη και τη θάλασσα, έλεγαν ότι τα έχουν πουλήσει όλα και πήγαν στην Αθήνα για να “δουν μια άσπρη μέρα”. Μια μέρα πριν φύγω απ’ το νησί είχα καταφέρει να μπερδευτώ απ’ άκρη σ’ άκρη! Και τώρα κάθομαι και σκέπτομαι, μετράω και ζυγίζω για να δω στο τέλος, αν θα πουλήσω ό,τι έχω και δεν έχω για να πάω κι εγώ εκεί να φτιάξω ένα σπιτάκι κι ένα κήπο και να κάνω ό,τι οι άλλοι τρεις που ανέφερα πιο πάνω.
Δεν είναι λόγια αυτά που βγαίνουν από μια άδεια που άργησε νάρθη οκτώ χρόνια.
Ούτε αποτέλεσμα της παρακολουθήσεως την λίμνης του Αιγαίου.
Είναι κάτι που το συναντώ σ’ όλο και πιο πολλούς ανθρώπους που δεν θέλουν να πεθάνουν σε μια καρέκλα, πίσω απ’ ένα γραφείο γράφοντας- κι αυτό έχει σημασία γιατί οι περισσότεροι είναι συνάδελφοι!- για τις τελευταίες μεταβολές της γνώμης του Οτέλλο Καρβάλιο ή τις δηλώσεις του Τζόζεφ Λούνς. ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΒΑΘΑΣ Υ.Γ. Ποιο είναι το νησί; Όποιος το βρει κερδίζει ένα δείπνο με ροφόσουπα στην κυρά - Άννα.
Γιατί, δεν μπορώ να μην το πω, ο ροφός που έβγαλα ήταν 16 ολόκληρα κιλά και το νησί δεν ήταν η… Κούλουρη!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους