Οι μίζεροι της οδού Ανεμώνης Στην οδό Ανεμώνης 3, σε μια πολυκατοικία που κάποτε ήταν κίτρινη, έμεναν τρεις άνθρωποι που είχαν κάνει τη μιζέρια επάγγελμα. Ο Κυρ-Φώτης του Δευτέρου Ο Κυρ-Φώτης...
Οι μίζεροι της οδού Ανεμώνης Στην οδό Ανεμώνης 3, σε μια πολυκατοικία που κάποτε ήταν κίτρινη, έμεναν τρεις άνθρωποι που είχαν κάνει τη μιζέρια επάγγελμα. Ο Κυρ-Φώτης του Δευτέρου Ο Κυρ-Φώτης μετρούσε τα πάντα.
Τα βήματα μέχρι το περίπτερο: 73. Τα γραμμάρια φέτας που έβαζε στη σαλάτα: 60, ούτε ένα παραπάνω.
Είχε τετράδιο όπου σημείωνε πόσες φορές γέλασε τη μέρα.
Συνήθως έγραφε 0. Αν κάποιος του έλεγε «καλημέρα», ο Φώτης απαντούσε «θα δούμε». Πίστευε πως η χαρά είναι δανεική και οι εφορίες της ζωής κάποτε θα έρθουν να την πάρουν πίσω με τόκο.
Έτσι, δεν ξόδευε ποτέ.
Ούτε χαμόγελα. Η Κυρία Σούλα του Τρίτου Η Σούλα καλλιεργούσε παράπονα στο μπαλκόνι της, δίπλα από τον βασιλικό που είχε ξεραθεί το 2019 και αρνιόταν να τον πετάξει «για να θυμάται». Κάθε πρωί πότιζε τις γκρίνιες της: «Η γειτόνισσα σέρνει τις παντόφλες», «Τα παιδιά στο απέναντι παίζουν πολύ δυνατά», «Ο ήλιος μπαίνει με θράσος στο σαλόνι». Είχε κλείσει τα παντζούρια για να μην βλέπει τη ζωή, αλλά παραπονιόταν που το σπίτι ήταν σκοτεινό.
Όταν τη ρωτούσαν «τι κάνεις;», απαντούσε με κατάλογο.
Πάντα είχε κάτι να χάσει, ακόμα κι όταν δεν είχε τίποτα. Ο Μιχάλης του Ημιυπογείου Ο Μιχάλης ζούσε συγκρίνοντας.
Είχε εγκαταστήσει στο μυαλό του ένα ζυγάρι: από τη μια έβαζε τη δική του ζωή, από την άλλη τη ζωή όλων των άλλων.
Η δική του μεριά ήταν πάντα πιο ελαφριά. «Ο Κώστας πήρε προαγωγή», μουρμούριζε. «Η Μαρία πήγε Σαντορίνη». Δεν έβλεπε πως ο Κώστας δούλευε 12ωρα και η Μαρία χώρισε μόλις γύρισε. Ο Μιχάλης μάζευε τις επιτυχίες των άλλων και τις έκανε καρφιά για τον δικό του τοίχο.
Κρεμούσε πάνω του τα «γιατί όχι εγώ;» και αναρωτιόταν γιατί πονάει ο λαιμός του.
Η μέρα που χάλασε το ασανσέρ Ένα μεσημέρι Αυγούστου, με 40 βαθμούς, το ασανσέρ της πολυκατοικίας αποφάσισε να απεργήσει. Ο Φώτης εγκλωβίστηκε με τη Σούλα και τον Μιχάλη μέσα.
Τρεις μίζεροι, μισό τετραγωνικό, καθόλου αέρας.
Την πρώτη ώρα αντάλλαξαν κατηγορίες για το ποιος φταίει.
Τη δεύτερη ώρα σιώπησαν, γιατί η ζέστη νικάει ακόμα και τη γκρίνια.
Την τρίτη ώρα, ο Φώτης έβγαλε από την τσέπα του ένα παστέλι.
Το είχε από το πρωί. «Μετράει 120 θερμίδες», είπε. «Αν το χωρίσουμε στα τρία, είναι 40 ο καθένας. Συμφέρει». Η Σούλα κοίταξε το παστέλι. «Θα μου κολλήσει στα δόντια», είπε.
Και μετά το έβαλε στο στόμα. Ο Μιχάλης γελούσε. «Ρε Φώτη, τόσα χρόνια μετράς και τελικά το μόνο που άξιζε ήταν να μοιράσεις κάτι χωρίς να το γράψεις στο τεφτέρι». Όταν τους έβγαλε ο τεχνικός, είχαν ιδρώσει, είχαν τσακωθεί, είχαν μοιραστεί ένα παστέλι.
Και για 4 δευτερόλεπτα, όσο περπατούσαν προς την έξοδο, κανείς δεν είπε τίποτα μίζερο.
Ήταν το προσωπικό τους ρεκόρ.
Την επόμενη μέρα Ο Φώτης ξέχασε να μετρήσει τα βήματα.
Έφτασε στα 80 και σταμάτησε. «Δεν πειράζει», είπε. Η Σούλα πέταξε τον ξεραμένο βασιλικό.
Φύτεψε έναν καινούργιο. «Αν ξεραθεί κι αυτός, θα πάρω άλλον», σκέφτηκε, και της φάνηκε επανάσταση. Ο Μιχάλης έβγαλε το ζυγάρι από το μυαλό του.
Ήταν βαρύ και του έπιανε χώρο.
Δεν έγιναν ξαφνικά χαρούμενοι.
Οι μίζεροι άνθρωποι δεν αλλάζουν με ένα παστέλι.
Αλλά στην Οδό Ανεμώνης 3, για πρώτη φορά, όταν έλεγαν «καλημέρα», απαντούσαν «καλημέρα». Χωρίς να περιμένουν την εφορία της ζωής και μερικές φορές, αυτό είναι αρκετό για αρχή. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους