[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Κοινωνία της Κόπωσης: Όταν ο σκλάβος έγινε ο εαυτός του Εισαγωγή: Ένας Νοτιοκορεάτης στο καφενείο της υπαρξιακής μας ήττας Μας προέκυψε, που λέτε, ένας Νοτιοκορεάτης φιλόσοφος, ονόματι Μπιούνγκ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Κοινωνία της Κόπωσης: Όταν ο σκλάβος έγινε ο εαυτός του Εισαγωγή: Ένας Νοτιοκορεάτης στο καφενείο της υπαρξιακής μας ήττας Μας προέκυψε, που λέτε, ένας Νοτιοκορεάτης φιλόσοφος, ονόματι Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν, που διδάσκει στο Βερολίνο –εκεί όπου η προτεσταντική ηθική της εργασίας συνάντησε τον ύστερο καπιταλισμό και έκαναν μαζί το πιο τερατώδες παιδί της Ιστορίας– για να μας θυμίσει με ένα βιβλιαράκι τσέπης πως ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς ένα οικονομικό σύστημα.

Είναι μια ψυχική νόσος.

Και μάλιστα, στην τρέχουσα, μεταμοντέρνα, ψηφιακή εκδοχή του, μια νόσος εξαιρετικά εκλεπτυσμένη, που δεν σε σκοτώνει με σφαίρες, αλλά με «ευκαιρίες». Διάβασα, λοιπόν, αυτό το μικρό βιβλίο.

Το ξεκοκκάλισα μέσα σε λίγες ημέρες, και εδώ, στις σελίδες που ακολουθούν, κάνω μια προσπάθεια να το παρουσιάσω.

Όχι με την ξενέρωτη σοβαροφάνεια των ακαδημαϊκών που κρύβουν την άγνοιά τους πίσω από δυσνόητες λέξεις, αλλά με την απλή, κοινή λογική του ανθρώπου που βλέπει τον κόσμο γύρω του να παλαβώνει.

Κάνω μια απόπειρα να σας μεταφέρω τι ακριβώς λέει αυτός ο Κορεάτης, μήπως και καταλάβουμε παρέα γιατί έχουμε γίνει όλοι μας μια ωραία ατμόσφαιρα νευρωτικών.

Το βιβλίο «Η κοινωνία της κόπωσης» δεν είναι ογκώδες.

Δεν σε τρομάζει με τον όγκο του, δεν χρειάζεται να είσαι ο Χέγκελ για να το βγάλεις πέρα.

Σε τρομάζει, όμως, με την ακρίβειά του.

Είναι από εκείνα τα βιβλία που δεν κάνουν θόρυβο – κάνουν ζημιά.

Γιατί σου εξηγούν με μαθηματική σαφήνεια γιατί ξυπνάς κουρασμένος πριν καν σηκωθείς από το κρεβάτι, γιατί κοιτάς το ταβάνι στις τρεις το πρωί με το στομάχι δεμένο κόμπο, και γιατί, για όνομα του Θεού, νιώθεις τύψεις ακόμα και όταν δεν κάνεις τίποτα. Ο Χαν δεν μιλά για την απλή, τίμια σωματική κούραση του εργάτη που έφτυσε αίμα στη φάμπρικα ή του αγρότη που θέριζε κάτω από τον ήλιο.

Αυτή η κούραση είχε μια λυτρωτική βιολογία, κοιμόσουν και πέρναγε.

Εδώ μιλάμε για μια κόπωση δομική, πολιτισμική, σχεδόν μεταφυσική.

Για μια κοινωνία που δεν σε δέρνει πια με το γκλομπ της αστυνομίας, αλλά σε ενθαρρύνει μέχρι τελικής πτώσεως.

Ζούμε, σου λέει ο Κορεάτης, σε μια εποχή χωρίς «απαγορεύεται». Το «μην» πέθανε και τάφηκε με τιμές.

Στη θέση του μπήκε το πιο φασιστικό ρήμα της ανθρώπινης γλώσσας: το «Μπορείς». Κεφάλαιο Πρώτο: Από την πειθαρχία του Φουκώ στο μπούλινγκ του εαυτού μας Βλέπεις, φίλε αναγνώστη, κάποιοι από σας κι εγώ μεγαλώσαμε με το παραμύθι της «απελευθέρωσης». Μας είπαν πως ο παλιός, κακός κόσμος της πειθαρχίας, του χωροφύλακα, της επιτήρησης και του εργοστασιάρχη που σου κουνούσε το δάχτυλο πάνω από το ρολόι της κάρτας, ανήκει στο παρελθόν. Ο Μισέλ Φουκώ, ο σπουδαίος αυτός Γάλλος που ανέλυσε όσο κανείς τις «πειθαρχικές κοινωνίες» –τα νοσοκομεία, τα τρελοκομεία, τα στρατόπεδα και τα εργοστάσια– θα έτριβε τα μάτια του αν έβλεπε τη σημερινή κατάντια.

Στον κόσμο του Φουκώ, η εξουσία ήταν «αρνητική». Λειτουργούσε με την απαγόρευση.

Ήξερες ποιος σε καταπιέζει.

Είχε όνομα, διεύθυνση, στολή και, αν χρειαζόταν, σου άνοιγε το κεφάλι.

Υπήρχε ένας ξεκάθαρος διαχωρισμός, από εδώ εμείς, από εκεί το Αφεντικό.

Κι επειδή το Αφεντικό ήταν ορατό, μπορούσες να το μισήσεις.

Μπορούσες να οργανώσεις ένα συνδικάτο, να κατεβάσεις μια απεργία, να του σπάσεις τις μηχανές, να κάνεις, βρε αδερφέ, μια επανάσταση.

Σήμερα, ο καπιταλισμός έκανε την απόλυτη αναβάθμιση (το «update», που λένε και οι σύγχρονοι δούλοι των πολυεθνικών). Κατάλαβε ότι η απαγόρευση γεννά αντίσταση.

Τι έκανε λοιπόν; Έκανε αόρατο το Αφεντικό και το εγκατέστησε μέσα στο δικό σου το κεφάλι.

Σήμερα ο δυνάστης είναι εσωτερικός.

Είναι η φωνή που σου λέει «δεν έκανες αρκετά σήμερα». Είναι η σύγκριση με τον πιο επιτυχημένο φίλο σου στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (LinkedIn ή στο Instagram.) Είναι το βιογραφικό που πρέπει να μεγαλώνει διαρκώς, λες και η ζωή σου είναι ένας φάκελος που θα κατατεθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο του Σύμπαντος.

Γινόμαστε, με πλήρη συνείδηση και ενθουσιασμό, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι του εαυτού μας.

Μετράμε τα βήματά μας με τα έξυπνα ρολόγια, μετράμε τις ώρες, τα προσόντα, τα «likes», τις επιδόσεις.

Η ζωή μας μετατρέπεται σε ένα διαρκές, ξεφτιλισμένο φάκελο αξιολόγησης.

Και το πιο ειρωνικό, το πιο εξοργιστικό; Πιστεύουμε ακράδαντα πως είμαστε ελεύθεροι! Γιατί, σου λέει ο άλλος, «κανείς δεν με ανάγκασε, εγώ το διάλεξα». Όταν λοιπόν εξαντλούμαστε, όταν παθαίνουμε εκείνο το μοντέρνο πράγμα που το λένε «burnout» (γιατί η λέξη «ξεζούμισμα» πέφτει βαριά), δεν κατηγορούμε το σύστημα.

Κατηγορούμε την προσωπική μας ανεπάρκεια.

Δεν φταίει ο κανίβαλος καπιταλισμός, φταίει που δεν κάναμε αρκετά με την συμβουλευτική προσωπικής ανάπτυξης, που δεν ξυπνήσαμε στις πέντε το πρωί να πιούμε χυμό σέλινο, που δεν είχαμε αρκετή «θετική ενέργεια». Ο καπιταλισμός πέτυχε το ακατόρθωτο, αντικατέστησε τον επιστάτη με τη συνείδησή σου. Κεφάλαιο Δεύτερο: Η κατάθλιψη ως πολιτικό σύμπτωμα της Υπερθετικότητας Ας συνεννοηθούμε.

Η κόπωση για την οποία μιλάει ο Χαν δεν διορθώνεται με δύο μέρες άδεια το Σαββατοκύριακο.

Είναι μια κόπωση υπαρξιακή.

Είναι εκείνη η υπόκωφη αίσθηση ότι, όσα κι αν κάνεις, όσα πτυχία κι αν πάρεις, όσα λεφτά κι αν βγάλεις, όσες χώρες κι αν επισκεφθείς, δεν αρκούν.

Ότι ο χρόνος δεν σου δόθηκε για να ζήσεις, αλλά για να αποδείξεις στους άλλους –και κυρίως στον εσωτερικό σου δικαστή– πως αξίζεις να ζεις. Ο Χαν γράφει κάτι συγκλονιστικό, η κατάθλιψη είναι η ασθένεια μιας κοινωνίας που πάσχει από «υπερθετικότητα». Μας φλόμωσαν στη θετικότητα.

Πρέπει να είμαστε πάντα ενεργοί, πάντα χαμογελαστοί, πάντα δημιουργικοί, πάντα «ανοιχτόμυαλος». Η αδράνεια σήμερα θεωρείται ύποπτη, σχεδόν εγκληματική.

Αν πεις σε μια παρέα «σήμερα δεν έκανα τίποτα, κοίταζα το ταβάνι», θα σε κοιτάξουν με οίκτο ή θα σου συστήσουν ψυχίατρο.

Η αποτυχία δεν είναι πια μια φυσιολογική εκδοχή της ανθρώπινης εμπειρίας· είναι ανήθικη.

Όμως, ο άνθρωπος δεν είναι εφαρμογή σε smartphone, αγαπητοί μου.

Δεν αναβαθμίζεται επ’ άπειρον χωρίς να ραγίσει η οθόνη του.

Κι όταν ο άνθρωπος μετατρέπεται σε μια μηχανή απόδοσης, αρχίζει να σβήνει από μέσα.

Αθόρυβα, αξιοπρεπώς, σχεδόν υπεύθυνα.

Παθαίνει μια εσωτερική συσκότιση και συνεχίζει να λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο, σαν ζόμπι της παραγωγικότητας.

Σκεφτείτε την ελληνική πραγματικότητα, για να το φέρουμε στα καθ’ ημάς.

Ο παραδοσιακός Έλληνας, που κάποτε ήξερε να κάθεται στο καφενείο με τις ώρες, να «σκοτώνει τον χρόνο του» –τι υπέροχη, επαναστατική φράση– με ένα ούζο και μια ελιά, μεταλλάχθηκε στον σύγχρονο, υστερικό μικροαστό.

Τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ, με το κινητό κολλημένο στο αυτί, οδηγεί βρίζοντας, δουλεύει σε δύο δουλειές για να πληρώσει τις δόσεις πραγμάτων που δεν χρειάζεται, και το βράδυ παίρνει χάπια για να κοιμηθεί και άλλα χάπια για να ξυπνήσει.

Και το κάνει αυτό γιατί έχει πειστεί ότι αν σταματήσει να τρέχει, θα καταστραφεί.

Αν σταματήσει, θα φανεί η γύμνια του. Κεφάλαιο Τρίτο: Η απώλεια της σιωπής και η ξεκούραση ως επένδυση Εδώ ο Χαν ανοίγει μια υπόγεια, φιλοσοφική συζήτηση με τον Μάρτιν Χάιντεγκερ και υπερασπίζεται κάτι που στις μέρες μας μοιάζει σχεδόν αντικοινωνικό, αν όχι τρομοκρατικό, τη σιωπή.

Τη διακοπή.

Το καθαρό, ανόθευτο «τίποτα». Στην κοινωνία της κόπωσης, το «τίποτα» είναι ο διάβολος.

Το κενό πρέπει πάση θυσία να γεμίσει.

Ο χρόνος πρέπει να «αξιοποιηθεί» – άλλη μια λέξη της αγοράς που εισέβαλε στην ύπαρξή μας.

Ακόμα και η ξεκούραση έχει χάσει την ιερότητά της.

Δεν ξεκουράζεσαι πια για να απολαύσεις τη ζωή σου.

Ξεκουράζεσαι ως «επένδυση παραγωγικότητας». Πας για γιόγκα; Για να διώξεις το στρες και να αποδώσεις καλύτερα στο γραφείο τη Δευτέρα.

Διαγράφεις τα κοινωνικά δίκτυα για ένα Σαββατοκύριακο (το λεγόμενο «digital detox»). Για να καθαρίσει ο εγκέφαλός σου, ώστε να είσαι πιο δημιουργικός στο επόμενο project.

Κοιμάσαι οκτώ ώρες; Όχι γιατί σου αρέσει ο ύπνος, αλλά γιατί το είπε ο δείκτης του ρολογιού σου για τη βέλτιστη ανάκαμψη του οργανισμού.

Και κάπως έτσι, φίλοι μου, χάνεται αυτό που ονομάζω «η αργία του βλέμματος». Η στιγμή που κάθεσαι στο μπαλκόνι και κοιτάς το φως να αλλάζει σιγά-σιγά πάνω στον απέναντι τοίχο, καθώς σουρουπώνει.

Η ανάσα που δεν μετριέται από καμία εφαρμογή, που δεν δημοσιεύεται σε κανένα story, που δεν αξιολογείται από κανέναν διευθυντή.

Αυτή η καθαρή, άχρηστη για το σύστημα, ευτυχία.

Οτιδήποτε δεν παράγει κέρδος ή δεδομένα (data) για τις μεγάλες εταιρείες, θεωρείται ανύπαρκτο ή χαμένος χρόνος. Κεφάλαιο Τέταρτο: Ο εξαντλημένος άνθρωπος είναι ο πιο πειθαρχημένος σκλάβος Τι μας λέει, τελικά, αυτό το μικρό, ενοχλητικό βιβλίο; Η «Κοινωνία της κόπωσης» δεν σου βάζει κόκκινες σημαίες στα χέρια, ούτε οργανώνει διαδηλώσεις.

Κάνει κάτι πολύ πιο προβοκατόρικο: ξεσκεπάζει τον ενθουσιασμό μας.

Μας δείχνει τη γύμνια πίσω από τα corporate χαμόγελα και τα success stories.

Μας λέει, με απλά λόγια, ότι η πιο αποτελεσματική εξουσία είναι εκείνη που μοιάζει με ελευθερία.

Όταν όλα είναι «δυνατά», κουράζεσαι να είσαι δυνατός.

Όταν όλα είναι «εφικτά», η αποτυχία μετατρέπεται σε προσωπική, βουβή ντροπή.

Κι όταν η αξία σου ως ανθρώπινο ον μετριέται αποκλειστικά με όρους απόδοσης, τότε η ύπαρξή σου παύει να είναι θαύμα και γίνεται ένα κακοδιαχειριζόμενο project. Ο Μαρξ είχε γράψει κάποτε για την αλλοτρίωση του εργάτη από τα μέσα παραγωγής.

Σήμερα, η αλλοτρίωση είναι καθολική, έχουμε αλλοτριωθεί από την ίδια μας την ανθρωπιά.

Μια κοινωνία εξαντλημένων ανθρώπων δεν είναι μια επικίνδυνη κοινωνία.

Ο εξαντλημένος άνθρωπος δεν έχει την ενέργεια να οργιστεί, δεν έχει το κουράγιο να αμφισβητήσει, δεν έχει τον χρόνο να συζητήσει με τον διπλανό του και να οργανώσει την αντίσταση.

Είναι απλώς... κουρασμένος.

Και μια κοινωνία κουρασμένων ανθρώπων είναι η πιο πειθαρχημένη, η πιο υπάκουη, η πιο προβλέψιμη κοινωνία απ’ όλες.

Είναι ο παράδεισος των τραπεζιτών και των διαφημιστών. Επίλογος: Το Ριζοσπαστικό Δικαίωμα στην Ατέλεια Ίσως, λοιπόν, η πραγματική αντίσταση στις μέρες μας να μην είναι η υπερπροσπάθεια, ούτε ο ηρωισμός της καθημερινής μάχης για την επιβίωση.

Ίσως η μόνη αληθινή επανάσταση που μας έχει απομείνει να είναι η παύση.

Ένα ήσυχο, ξεκάθαρο, ακλόνητο «όχι» στην αδιάκοπη επιτάχυνση του κόσμου.

Ένα μικρό, σχεδόν παράνομο δικαίωμα στην ατέλεια και στην αποτυχία.

Το μεγάλο ερώτημα που θέτει ο Χαν –και που οφείλουμε να το θέσουμε στους εαυτού μας πριν μας προλάβει το επόμενο εγκεφαλικό ή η επόμενη κρίση πανικού– είναι αν θα βρούμε τη δύναμη, μέσα στην ίδια μας την κόπωση, να σταματήσουμε.

Όχι για να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας και να αποδώσουμε καλύτερα αύριο στην αρένα της αγοράς.

Αλλά για να αναπνεύσουμε.

Έτσι, για το γαμώτο.

Γιατί είμαστε άνθρωποι, όχι μηχανές.

Αν βέβαια σου έχει απομείνει το κουράγιο να το κάνεις.

Αν όχι, συνέχισε να κυλάς την οθόνη, συνέχισε να δουλεύεις, συνέχισε να παράγεις. Το Αφεντικό μέσα στο κεφάλι σου σε κοιτάζει και χαμογελάει ικανοποιημένο. Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν: Ο νεκροθάφτης των σύγχρονων ψευδαισθήσεων Γεννημένος στη Σεούλ, ο Χαν έκανε το κλασικό σφάλμα κάθε ανήσυχου πνεύματος, είπε ψέματα στους γονείς του ότι σπουδάζει τεχνολογία, ενώ αυτός βύθιζε το μυαλό του στη γερμανική φιλοσοφία.

Μετανάστευσε στη Γερμανία χωρίς να ξέρει λέξη γερμανικά, έμαθε να διαβάζει τον Χάιντεγκερ από το πρωτότυπο και, τελικά, έγινε καθηγητής Φιλοσοφίας και Πολιτισμικών Σπουδών στο Βερολίνο. Ο Χαν δεν γράφει πολυσέλιδα, βαρετά ακαδημαϊκά συγγράμματα για να κοιμίζει φοιτητές.

Γράφει σύντομα, κοφτερά βιβλία-μανιφέστα (όπως η «Κοινωνία της Κόπωσης» και η «Ψυχοπολιτική»), που διαβάζονται σαν αστυνομικά μυθιστορήματα όπου ο δολοφόνος είναι ο ίδιος ο αναγνώστης.

Η συνεισφορά του στη σύγχρονη σκέψη είναι μάλλον ενοχλητική για τους παραδοσιακούς μαρξιστές και απόλυτα καταστροφική για τους φιλελεύθερους: Η σχέση του Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν με την ποίηση και τον μαρξισμό είναι βαθύτατα οργανική, χρησιμοποιεί την ποίηση ως το απόλυτο «αντίδοτο» στην καπιταλιστική αλλοτρίωση που περιέγραψε ο Μαρξ. Ο Μαρξ διέγνωσε ότι ο καπιταλισμός μετατρέπει τα πάντα σε εμπορεύματα και τον άνθρωπο σε παραγωγική μηχανή. Ο Χαν συμφωνεί, αλλά προσθέτει ότι σήμερα, στην ψηφιακή εποχή, η γλώσσα έχει ξεγυμνωθεί και έχει μετατραπεί σε «πληροφορία» — σε δεδομένα (data) που πρέπει να καταναλωθούν γρήγορα και να παράγουν κέρδος.

Για τον Χαν, η ποίηση είναι η μοναδική γλώσσα που αντιστέκεται στον καπιταλισμό. Γιατί; Επειδή η ποίηση δεν είναι χρήσιμη, δεν παράγει τίποτα, δεν βιάζεται και δεν χωράει στα social media.

Είναι μια γλώσσα «πολυτελούς επιβράδυνσης». Ενώ ο Μαρξ έβλεπε την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσα από την αλλαγή των οικονομικών δομών και την εργασία (όταν αυτή θα πάψει να είναι αλλοτριωμένη), ο Χαν υποστηρίζει ότι η αληθινή χειραφέτηση σήμερα είναι πνευματική και αισθητική.

Αν ο Μαρξ ζητούσε την εξέγερση των εργατών, ο Χαν, επηρεασμένος από τον Χάιντεγκερ και τον ρομαντισμό, ζητά μια «ποιητική κατοίκηση» στον κόσμο.

Για τον Χαν, το να γράψεις ένα ποίημα, το να κάνεις μια παύση, το να αφεθείς στη σιωπή και τη στοχαστική νωθρότητα, είναι η πιο ριζοσπαστική πολιτική πράξη αντίστασης ενάντια στη δικτατορία της παραγωγικότητας.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences