Άκου μου, φίλε μου, γιατί θέλω να σου πω τι μας πέρασε με τη νεαρότρια που μπήκε στο σπίτι μας. Η Ερατώ, με τα κατσαρά μαλλιά, ψηλή και αδυνατισμένη, ήρθε να ζήσει μαζί μας. Η μπλούζα της ήταν τίποτα...
Άκου μου, φίλε μου, γιατί θέλω να σου πω τι μας πέρασε με τη νεαρότρια που μπήκε στο σπίτι μας. Η Ερατώ, με τα κατσαρά μαλλιά, ψηλή και αδυνατισμένη, ήρθε να ζήσει μαζί μας.
Η μπλούζα της ήταν τίποτα, αλλά τα χέρια της δεν έμοιαζαν με τα δικά μας· τα δάχτυλα της ήταν πιο κοντά και παχιά, τις είχε πάντα κλειστές σαν κλειδαριά.
Τα πόδια της ήταν πιο λαμπρά απ’ αυτά της μαμάς και τα πόδια της πιο μακριά.
Ήμασταν εγώ, δέκα χρονών, και ο αδερφός μου ο Αλέξανδρος, που ήταν επτά, και στέλναμε επανειλημμένα «βελάδες» στην Ερατώ.
Η «Μαρία» που φαινόταν μεγάλη, δεν υπήρχε—ήταν απλά αυτή η Ερατώ.
Ο πατέρας μας μας κοίταξε και είπε με σκληρό τόνο: «Να συμπεριφέρεστε ευγενικά, παιδιά! Δεν είστε άθελα». Ο Αλέξανδρος, να με ρωτήσει, «Θα μείνετε εδώ για πάντα;» —και ο πατέρας, χωρίς δισταγμό, απάντησε «Για πάντα». Άκουσα τη φωνή του να αρχίζει να τρέμει.
Αν εκραγεί, θα μας βάλει σε μπελόδες.
Έτσι, καλύτερα να μην τον ενοχλήσουμε.
Μια ώρα αργότερα, η Ερατώ ετοίμασε τσάντα και ήλθε να φύγει.
Φόρεσε τα παπούτσια της, και καθώς έβγαζε, ο Αλέξανδρος πρόσεξε να την «σπρώξει» με ένα τσάκωμα.
Έπεσε σχεδόν στο σκάλα.
Ο πατέρας άρχισε να ανησυχεί: «Τι έγινε;» και η Ερατώ, χωρίς να κοιτάξει τον Αλέξανδο, είπε: «Σκόνταψα σε ένα παπούτσι». Ο πατέρας, γρήγορος, τον διαβεβαίωσε: «Θα το τακτοποιήσω, μην ανησυχείς». Αλλά τώρα καταλάβαμε —τον αγαπάει πραγματικά.
Δεν καταφέραμε να την βγάλουμε από τη ζωή μας, όσο κι αν προσπαθούσαμε.
Μια μέρα, όταν ήμασταν μόνο εγώ και η Ερατώ στο σπίτι χωρίς τον πατέρα, μας είπε με ψυχρό τόνο: «Η μητέρα σας πέθανε.
Δυστυχώς, έτσι συμβαίνει.
Τώρα κάθεται στον ουρανό και βλέπει τα πάντα.
Νομίζω πως δεν της αρέσει τι κάνετε.
Είναι σα να προσπαθείτε να φυλάξετε τη μνήμη της με κακές συμπεριφορές». Εκείνη η φράση μας έγερνε. «Αλέξανδρε, Κατερίνα, είστε καλά παιδιά! Έτσι δεν σέβεστε τη μνήμη ενός γονιού.
Οι καλές πράξεις είναι που δείχνουν το τι είμαστε». Με τα λόγια της η Ερατώ έσβηνε μέσα μας τη λάθος διάθεση.
Ένα βράδυ, όταν βοήθησα να ξεφορτώσουμε τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ, η Ερατώ με άγγιξε στην πλάτη, με λέγοντας πόσο καλά το έκανα.
Τα δάχτυλα της δεν ήταν τα δικά μας, αλλά ήταν μια γλυκιά ένδειξη. Ο Αλέξανδρος άρχισε να ζηλεύει.
Καθάρισε τα ποτήρια στο ράφι και η Ερατώ τον επαίνεξε.
Αργότερα, ειδοποίησε τον πατέρα με ενθουσιασμό: «Πώς βοηθάμε, μπαμπά;» κι εκείνος χαμογέλασε.
Η ξενιτιά της Ερατώ μας έμενε ξύπνια.
Θέλαμε να τη φέρουμε πιο κοντά στην καρδιά μας, αλλά κάτι μας κρατούσε.
Μετά από χρόνο, ξεχάσαμε πώς ζήσαμε χωρίς αυτήν.
Στο τέλος, βαδίζαμε όλοι μαζί σαν τα παιδιά του Παππού μας, χωρίς μνήμες.
Στο λύκειο, ο Αλέξανδρος είχε προβλήματα με έναν παιδί, τον Γιάννη Χαραλάμπο, που ήταν άπλετος και άσχημος. Ο Γιάννης τον χτυπούσε συνέχεια, λες και άγγιζε το πρόσωπο του με «σφαίρα». Ο πατέρας του Χαραλάμπου τον ενθάρρυνε: «Είσαι άντρας, παιδί μου, πάλεψε». Έτσι, ο Γιάννης επέλεξε τον Αλέξανδρο ως στόχο. Η Ερατώ, κρυμμένη μπροστά στην πόρτα, άκουγε τα λόγια μας. Ο Αλέξανδρος μου ζήτησε να μην πω στον πατέρα, γιατί θα άσκοπα, αλλά ήθελα να προστατέψω τον αδερφό μου· ήθελε να βάλει το χέρι του Γιάννη στο στόμα του.
Η κατάσταση ήταν επικίνδυνη· ο πατέρας, αν μάθαινε, θα είχε να αντιμετωπίσει τον πατέρα του Γιάννη, και η δικηγορική κολατσιέρα δεν θα είχε μακρά ώρα μπροστά του.
Την επόμενη Παρασκευή, η Ερατώ, προσποιούμενη ότι πήγαινε στο μπακάλικο, μας πήγε στο σχολείο και απαίτησε να δούμε τον Γιάννη.
Του είπαμε να βγει από την τάξη, γιατί «υπήρχε κάτι»· ο δάσκαλος, χωρίς καμία υποψία, άδωσε την άδεια. Ο Γιάννης βγήκε, σκέφθηκε πως η Ερατώ είναι κάποια νέα «μαγείτρια», και έπρεπε να φέρει για όλους λουλούδια για τους ήρωες του Κόσμου. Η Ερατώ τον έπιασε από το στήθος, τον άγγισε και είπε: «Τι θέλεις από το παιδί μου;». Ο Γιάννης άναψε: «Τι παιδί;». Η Ερατώ φώναξε: «Από τον Αλέξανδρο Ρυζόπουλο!!». Και είπε: «Αν το λες άλλη μια φορά, θα σε χτυπήσω». Ο Γιάννης, τρέμοντας, ζήτησε συγγνώμη: «Παρακαλώ, δεν θα το ξανακάνω». Η Ερατώ τον έβαλε στη θέση του: «Αν προσπαθήσεις ξανά, θα πάρω τον πατέρα σου στη φυλακή». Ο δάσκαλος έμεινε άναυδος.
Από εκείνη τη μέρα, ο Γιάννης δεν τολμάει να τον κοίταξει.
Έγινε πιο ήσυχος και ζητάει συγγνώμη, μικρά-μικρά.
Αλλά εμείς, με τη βοήθεια της Ερατώ, το πώσαμε όλο στον πατέρα.
Ήταν περήφανος.
Κάποια στιγμή, η Ερατώ με έβγαλε στη σωστή κατεύθυνση.
Στα δεκαέξι μου έπεσα σε μια τρελή, τρελή αγάπη.
Γνώρισα έναν άνεργο, πάντα με το βιολί, που έπινε πολύ.
Με είχε πει πως είμαι η «μουσική του», κι εγώ ένιωθα σαν κερί που λιώνει στα χέρια του.
Η μητέρα μου τον ρώτησε: «Πίνεις ποτέ καθαρός; Πώς θα ζήσουμε;». Με ένα σχέδιο στο μυαλό, αυτή ήθελε να δει αν θα μπορούσαν να χτίσουν κάτι μαζί.
Ο μουσικός ήταν πέντε χρόνια νεότερος από εκείνη, εγώ είχα 25 χρόνια πιο μικρή.
Κι αυτή δεν έβαλε φραγμούς.
Τελικά, δεν κατάφερα να πω τι μου απάντησε ο μουσικός, αλλά ντρέπομαι ακόμα που το… Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους