Ο ΒΟΛΗΣ: ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΡΙΚΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ 1907 Το 1897 υπήρξε έτος καμπής για το Κρητικό Ζήτημα. Από τις αρχές...
Ο ΒΟΛΗΣ: ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΡΙΚΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΤΩΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΩΝ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΖΩΗ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ 1907 Το 1897 υπήρξε έτος καμπής για το Κρητικό Ζήτημα.
Από τις αρχές κιόλας του νέου χρόνου άρχισαν οι Σφαγές από τους Τούρκους στις χριστιανικές συνοικίες των Χανίων αλλά και στην επαρχία. Τον Οκτώβριο του 1897 οι Τούρκοι δολοφονούν τον Εισαγγελέα Χανίων Ιωάννη ή Αριστείδη Κριάρη, και στη συνέχεια τουρκικός όχλος και Τουρκοκρήτες πυρπολούν την χριστανική συνοικία >, και άλλες ακόμα χριστιανικές περιοχές. Οι Χριστιανοί Κρήτες άοπλοι και πιο λίγοι αναζητούν σωτηρία σε ευρωπαικά πολεμικά πλοία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μαζί με άλλους συγκεντρώνονται στο Ακρωτήρι και κηρύσσουν την ένωση με την Ελλάδα. Οι Στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων όπως είθισται βομβαρδίζουν το Ελληνικό στρατόπεδο σπέρνοντας τον θάνατο. Ο Κρητικός ήρωας Σπύρος Καγιαλές γίνεται ανθρώπινος ιστός κρατώντας την ελληνική σημαία.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1897 αποβιβάζεται στο Κολυμπάρι Χανίων ο Συνταγματάρχης του Ελληνικού Στρατού με αποστολή την προσάρτηση της Κρήτης, γεγονός που οδηγεί σε πολεμικές συγκρούσεις με τον τουρκικό στρατό.
Μετά τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 η Κρήτη τίθεται κάτω από την προστασία τΗς Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, και Ρωσίας Αυτή είναι η κατάσταση στην Κρήτη την περίοδο αυτή και αυτή περίπου την κατάσταση περιγράφει ο Συγγραφέας του διηγήματος που θα παρουσιάσουμε πιο κάτω στη συνέχεια.
Συγγραφέας του διηγήματος είναι ο διηγηματογράφος-Λαογράφος Δ.Χ. Μοσχονάς γεννημένος στην Αίγυπτο με Κρητική καταγωγή.
Το διήγημα του > δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό της Αλεξάνδρειας > το 1907. Ήταν Ιανουάριος του 1997 Στην Κρήτη εκρατούσε τότε η ψευτοησυχία εκείνη που εμεσολάβησε στις δυο επαναστάσεις.Ή υσυχία του τρόμου, της φυλακής και του στρατιωτικού νόμου.
Υσυχία όμως μαύρη και σκοτεινή.
Μέρα δεν περνούσε που να μην ακουστούν φόνοι.
Εδώ οι Τούρκοι εσκότωναν Ρωμιούς.
Παραπάνω οι Ρωμιοί έπερναν το αίμα πίσω με το θανατωμό Τούρκων.
Σπίτια έκαιγαν, δέντρα έκοβαν, έκλεβαν ζώα.
Μια κατάστασις χειρότερη από επανάστασι.
Αναρχία που την υποστήριζαν ο βούρδουλας και τα σίδερα της φυλακής.
Αν ήσουν άοπλος έτρεμε το φυλλοκάρδι σου.
Κι' αν ήσουν οπλισμένος και σ' έπιανε η αρχή έπερνες διαβατήριο για τη Ρόδο ή και για το Φεζάν ακόμη. (Περιοχή της Β.Δ. Λιβύης), Οι Τούρκοι άδειασαν τα χωριά κι' εκουβαλήθηκαν μέσα στις πόλεις άγριοι και διψασμένοι για σφαγές και για αίμα.
Και οι επαναστάτες όξω ερείπωναν τα τούρκικα χωριά καταστρέφοντας τις τούρκικες περιουσίες. Η Στέρνες, ένα χωριουδάκι του Ακρωτηρίου των Χανίων ήταν κατοικημένο αποκλειστικά από Τούρκους που έφυγαν κι αυτοί και το παράτησαν.
Ένα πρωί, δυο μέρες ύστερα από την φυγή των Τούρκων οι Κρητικοί επαναστάτες φάνηκαν στο χωριό.
Το χωριό, σκεπασμένο από την πρωινή ομίχλη φαινότανε έρημο όλως διόλου.
Ούτε σκυλί δεν ακουγόταν να γαυγίζει.
Μπήκαμε μέσα και προχωρούσαμε χωρίς υποψία.
Μα ξαφνικά μια ντουφεκιά εβγήκε από ένα σπίτι και μια σφαίρα ήλθε να σφυρίξει στ' αυτιά μας, για να μας πεί πως κάποιος κλεισμένος εκεί μέσα δεν ήταν διόλου ευχαριστημένος από την επίσκεψή μας. Ένας Ακρωτηριανός μαε έδωσε γρήγορα την εξήγηση. --Είν' ο Βόλης ο Χουσεϊνης.
Δεν πρόφτασε ο σκύλος να φύγει κι' έμεινε μέσα σαν το ποντικό στη φάκα μας είπε.
Και ύστερα βάζοντας τα χέρια του μπροστά στο στόμα εφώναξε: --Καλώς σ' ηύραμε ,Χουσείν αγά.
Εδα θάνε που θα γλεντίσουμε.
Μα από το σπίτι δεν ήρθε καμιά απάντηση.
Σιγά-σιγά οι πιο τολμηροί ζύγωσαν στο σπίτι, και σε λίγο όλο το σπίτι ήταν περικυκλομένο σφιχτά.
Μα πιο κοντά δεν τολμούσε κανείς να πάει γιατί όπως έλεγαν το μαρτίνι του Βολή θα είχε ράμματα για τη γούνα του.
Αφού δεν είχαν προς το παρόν τίποτε άλλο να κάνουν οι επαναστάτες έπιασαν κουβέντα με τον πολιορκούμενο. --Εφήγαν μωρέ και σ' άφηκαν για δραγάτη του χωριού; Ποιός θα σε γλυτώσει; --Aυτό θα το δούμε, ήταν η απάντηση του Τούρκου από μέσα. --Παραδόσου για θα σε φάει ο διάολος. --Κατέχω το. Μα πριν με φάει θα με πληρώσετε, ταβλόπιστοι.
Και δός του ντουφεκιές στα παράθυρα.
Και βρισιές και κοροϊδέματα.
Πρός το μεσημέρι ένας επαναστάτης που έβλεπε πως από το σπίτι δεν έβγαινε ούτε μιλιά έκανε να πλησιάσει την πόρτα.
Μα μια σφαίρα που εστάλη να βρη το κεφάλι του χωρίς να τον πετύχει, μας έδωσε να καταλάβουμε πως ο Βολής αγρυπνούσε κι' είχε σκοπό να πουλήσει ακριβά το τομάρι του.
Εμείς όμως πάλι δεν είχαμε καμιά όρεξη να του το πληρώσουμε.
Και γι' αυτό περιμέναμε να νυχτώσει για να τον πιάσουμε χωρίς να ματώσει ούτε μύτη επαναστάτη. Εβράδιασε.
Και με τη νύχτα οι τοίχοι του σπιτιού επιάστηκαν από γύρω γύρω.
Τώρα πια ούτε πουλί πετούμενο να ήταν ο Βελής δεν θα μπορούσε να ξεφύγει.
Μερικοί είπαν να βάλουμε φωτιά στο σπίτι για να καούν οι Τούρκοι.
Άλλοι όμως θέλαν να τους πιάσουν ζωντανούς.
Έτσι αποφασίσαμε να περιμένουμε το ξημέρωμα.
Όλη τη νύχτα δεν ακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος από μέσα.
Μονάχα κατά τα μεσάνυχτα πουθενά είδαμε ένα φως να τρεμοσβύνη και για μια στιγμή ακούσαμε κάτι σαν κλάμα σαν βογγητό, που έκανε πολλούς ν' ανατριχιάσουν.
Δεν είχε ξημερώσει ακόμη καλά και οι επαναστάτες άρχισαν πάλι τις φωνές και τις προσκλήσεις στους πολιορκημένους.
Μα επειδή κανείς δεν απαντούσε οι τολμηρότεροι έχασαν την υπομονή, έσπασαν την πόρτα κ' εμπουκάρισαν μέσα στο σπίτι.
Με τα τουφέκια σηκωμένα ανεβήκαμε απάνω και φτάσαμε στην πόρτα του οντά.
Την εσπάσαμε κι΄ αυτή.
Μα εσταθήκαμε όλοι κόκαλο, παγωμένοι από το υπέροχο δράμα του φανατισμού που απλώνονταν μπροστά μας.
Κάτω μπροστά στο παράθυρο τα δυο παιδιά του Βόλη-ένα αγόρι κι' ένα κορίτσι μεγαλωπό-με κόκκινα σαρίκια στο κεφάλι ήσαν ξαπλωμένα τ' ανάσκελα με το λαιμό κομμένο.
Τα είχε σφάξει με τα ίδια του τα χέρια ο πατέρας των.
Στην άλλη γωνία ο αδερφός του Βόλη με μια μαχαιριά κατάστηθα, τελειωμένος κι' αυτός.
Στα πόδια του κρεβατιού η γυναίκα του με μια μαχαιριά στην καρδιακή χώρα κι' άλλη μιά στο λαιμό.
Τα χέρια της ήταν ματωμένα και κατακομμένα.
Φαίνεται πως μονάχα αυτή πρόβαλε αντίσταση στο ανθρωπομακελειό του ανδρός της.
Και στη μέση του δωματίου ξαπλωμένος με τα φυσεκλίκια του, με το μαρτίνι δίπλα και μ' ένα καταματωμένο μαχαίρι στα χέρια ο Βόλης.
Σιωπηλοί για λίγα λεπτά βλέπαμε το άγριο αποτέλεσμα μιας θυσίας στο φανατισμό.
Και η φρίκη όλων όταν συνήλθαμε μαζεύτηκε σε μια λέξη που βγήκε απ' όλα τα στήθη. --Το σκύλο!! Επήγα κοντά στο Βόλη, γονάτισα μπροστά στο κεφάλι του και τον ρώτησα με φωνή γεμάτη φρίκη: --Γιάντα μωρέ έσφαξες τα παιδιά σου; Γιάντα δεν παραδόθηκες να γλυτώσουν τη ζωή τους; Στα μισοπεθαμένα χείλη του ζωγραφίστηκε τότε ένα άγριο γέλιο.
Γέλιο γεμάτο από θρίαμβο και περιφρόνηση.
Έκανε να μιλήσει μα δεν μπόρεσε.
Εσήκωσε μονάχα με κόπο το χέρι του, στύλωσε ψηλά τα μάτια του και μου έδειξε τον ουρανό.
Ίσως μ' αυτό ήθελε να μου δώσει να καταλάβω ότι εκεί επάνω επερίμενε την ανταμοιβή για την άγρια θυσία του. Δ.Χ. ΜΟΣΧΟΝΑΣ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΖΩΗ ΤΕΥΧΟΣ 35 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΤΟ 1907 ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους