[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Θεσσαλονίκη, 1985. Ο Λάκης και ο Μπίλυ δεν είχαν τίποτα άλλο πέρα από δύο ληγμένες ρετσίνες, μία γκαρσονιέρα που ξεφλούδιζε σαν δερματοπάθεια, κι ένα όνειρο τόσο γελοίο που ούτε οι ίδιοι το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Θεσσαλονίκη, 1985. Ο Λάκης και ο Μπίλυ δεν είχαν τίποτα άλλο πέρα από δύο ληγμένες ρετσίνες, μία γκαρσονιέρα που ξεφλούδιζε σαν δερματοπάθεια, κι ένα όνειρο τόσο γελοίο που ούτε οι ίδιοι το πίστευαν.

Δούλευαν νύχτα στη ζυθοποιία «Ήλιος», ανάμεσα σε άδεια μπουκάλια και υγρασία, και κάθε βράδυ, κρυμμένοι από τον εργοδηγό, έκαναν το ίδιο τελετουργικό: ο Λάκής σκαρφάλωνε σε μια παλέτα, φώναζε «Κυρία μου, εδώ είναι το ταχυδρομείο των χαμένων ψυχών, έχετε παραγγείλει τίποτα;» – κι ο Μπίλυ απαντούσε με μια φωνή γριάς που είχε πιει οινόπνευμα.

Κανείς δεν γελούσε.

Ούτε αυτοί.

Μέχρι που μια νύχτα του Δεκέμβρη, ο διευθυντής παραγωγής, κύριος Αριστείδης Παπαδόπουλος – ένας άντρας με πέντε παιδιά, αιώνια αϋπνία και μηδενική αίσθηση χιούμορ – κατέβηκε στον όροφο για απροειδοποίητο έλεγχο.

Τους βρήκε στη μέση της πρόβας. Ο Λάκης φορούσε ένα άδειο κιβώτιο στο κεφάλι και τραγουδούσε τον Ελβις. Ο Μπίλυ κρατούσε δύο μπουκάλια σαν μαράκες. «Τι στο καλό κάνετε;» ρώτησε ο Παπαδόπουλος. «Πρόβα, κύριε διευθυντά», είπε ο Λάκης χωρίς να χάσει το βλέμμα. «Για την ετήσια γιορτή της εταιρείας.

Στείλαμε αίτημα.

Τρεις φορές.» Δεν είχαν στείλει ποτέ αίτημα.

Αλλά ο Παπαδόπουλος, τόσο εξουθενωμένος που δεν θυμόταν καν το όνομά του, για μια στιγμή το πίστεψε. «Δεν υπάρχει γιορτή», είπε κοφτά. «Αν ξαναδώ θέατρο μέσα στο ωράριο, απολύεστε.

Με αναφορά στο ΙΚΑ.» Και τότε συνέβη αυτό που κανείς δεν περίμενε. Ο Μπίλυ – ο ψηλός, ο τρεμάμενος, εκείνος που δεν είχε μιλήσει ποτέ δυνατά μπροστά σε ανώτερο – σήκωσε τα γυαλιά του, κοίταξε τον διευθυντή κατάματα και είπε: «Κύριε Παπαδόπουλε, το ΙΚΑ δεν ασχολείται με το χιούμορ.

Ασχολείται με την υγιεινή.

Κι εμείς είμαστε πολύ υγιεινοί.

Βρωμάμε, αλλά δεν κολλάμε». Το στούντιο – συγγνώμη, η αποθήκη – πάγωσε. Ο Παπαδόπουλος άνοιξε το στόμα.

Το έκλεισε.

Άνοιξε ξανά.

Και μετά, για πρώτη φορά σε δεκαεπτά χρόνια υπηρεσίας, γέλασε.

Όχι ένα ευγενικό γελάκι.

Ένα γέλιο βαθύ, σπασμωδικό, σχεδόν επώδυνο – σαν να του έβγαινε από κάποια κρύπτη που είχε θάψει μαζί με τα νιάτα του.

Εκείνο το βράδυ, ο Λάκης κοίταξε τον φίλο του και είπε: «Μπίλυ, αυτός ο άνθρωπος δεν γελούσε.

Τον έκανες να γελάσει.

Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» «Ότι θα μας απολύσουν αύριο το πρωί;» «Όχι.

Ότι το χιούμορ μας είναι όπλο.

Και πρέπει να το βγάλουμε από αυτή την αποθήκη». Τρεις μέρες αργότερα, ένας σκηνοθέτης από την Αθήνα καθόταν σε μια ταβέρνα της Θεσσαλονίκης, ήπιε ούζο, άκουσε δύο μεθυσμένους να λένε ατάκες για γάτες που ζητάνε λύτρα, και άναψε σαν λαμπάδα. Ο Ζαχαρίας Σταματόπουλος ήταν απελπισμένος.

Η νέα του σειρά – «Δυο Φίλοι στη Σαλονίκη» – βούλιαζε.

Τα σενάρια ήταν ξύλινα, οι ηθοποιοί θλιμμένοι, και η παραγωγός απειλούσε να κόψει το ρεύμα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, τους πήρε και τους δύο.

Δεν ως ηθοποιούς.

Ως βοηθούς γραφείου. «Θα γράφετε ατάκες», τους είπε. «Για δύο ρόλους-φάντασμα.

Δύο γείτονες βρωμιάρηδες που μπαίνουν, λένε μια ατάκα και φεύγουν.

Δέκα δευτερόλεπτα το επεισόδιο.

Τίποτα παραπάνω.» Ο Λάκης και ο Μπίλυ δέχτηκαν.

Δεν είχαν τίποτα να χάσουν – εκτός από τη δουλειά στη ζυθοποιία, το υπόγειο, τη ρετσίνα και την τελευταία τους αξιοπρέπεια. Ο Ζαχαρίας όμως είχε κάνει ένα λάθος.

Τους έβαλε μπροστά στην κάμερα την τρίτη μέρα, όταν ένας ηθοποιός αρρώστησε.

Κι εκείνοι, χωρίς σενάριο, χωρίς δίκτυ ασφαλείας, χωρίς τίποτα άλλο παρά τα χρόνια που είχαν περάσει παίζοντας ο ένας για τον άλλον σε μια παλέτα με μπουκάλια… …έκαναν κάτι που κανείς δεν περίμενε. Ο Λάκης άναψε ένα τσιγάρο – απαγορευμένο – και είπε στην ηρωίδα: «Κυρία Τούλα, το τυρί σας μυρίζει σαν τον πατέρα μου μετά την 28η Οκτωβρίου.

Και αυτό είναι κομπλιμέντο, γιατί ο πατέρας μου είχε σηκώσει ολόκληρη τη μεραρχία στους ώμους.

Και τα παπούτσια του.» Ο Μπίλυ πρόσθεσε: «Και είχε γαλοπούλα.

Που μιλούσε.

Τη λέγανε Πηνελόπη και ήξερε γαλλικά. "Μερσί, μωρή Πηνελόπη", της λέγαμε». Η ηχολήπτρια σταμάτησε να αναπνέει.

Ο καμεραμάν έγειρε πίσω.

Και ο Ζαχαρίας – ο σοβαρός, ο δήθεν Λονδρέζος, εκείνος που είχε δηλώσει στην Ελευθεροτυπία ότι η κωμωδία είναι «ιερό τέχνη» – έβαλε τα γέλια τόσο δυνατά, που η καρέκλα του έπεσε.

Την επόμενη μέρα, χωρίς να το πει σε κανέναν, έσβησε όλους τους διαλόγους των γειτόνων από το σενάριο.

Και είπε στον Λάκη και τον Μπίλυ: «Από σήμερα, αυτές οι ατάκες είναι δικές σας.

Ό,τι λέτε εσείς, μένει.

Αλλά προσοχή – υπάρχει κοινό ζωντανό.

Δεν υπάρχει δεύτερη λήψη.

Μία ευκαιρία.

Μία κάμερα.

Μία ανάσα.

Και αν αποτύχετε, όλη η Ελλάδα θα το δει». Ο Λάκης χαμογέλασε. Ο Μπίλυ έσφιξε τα γυαλιά του.

Και εκείνο το βράδυ, στο υπόγειο της Κάτω Τούμπας, έγραψε την πιο τρελή, πιο επικίνδυνη, πιο αληθινή ατάκα που είχε βγάλει ποτέ από τα σωθικά του… …αλλά αυτό, αγαπητέ αναγνώστη, είναι μία ιστορία που δεν χωράει σε ένα caption. 📌 Για να μάθεις τι ατάκα έγραψαν, πώς αντέδρασε το ζωντανό κοινό, και γιατί η κυρία Μιράντα Στεφανίδου παραλίγο να βάλει φωτιά στο στούντιο – γράψε “ΣΥΝΕΧΙΣΕ” στα σχόλια και σου στέλνω το υπόλοιπο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences