"Το μέλλον είναι δικό μας": Σαν σήμερα, 14 Ιουνίου 1905, ξεσπά εξέγερση των ναυτών στο θωρηκτό Ποτέμκιν. Η Τσαρική Ρωσία συγκλονιζόταν απο την επανάστσση που ακολούθησε την "Ματωμένη Κυριακής" τον...
"Το μέλλον είναι δικό μας": Σαν σήμερα, 14 Ιουνίου 1905, ξεσπά εξέγερση των ναυτών στο θωρηκτό Ποτέμκιν. Η Τσαρική Ρωσία συγκλονιζόταν απο την επανάστσση που ακολούθησε την "Ματωμένη Κυριακής" τον Ιανουάριο του 1905, όπου ο Τσαρικός στρατός δολοφόνησε ειρηνικούς διαδηλωτές.
Η αγανάκτηση είχε διεισδύσει βαθιά και στις τάξεις των στρατιωτών και ναυτών του Τσαρικού στρατού και ναυτικού. 14 Ιουνίου 1905, το θωρηκτό βρίσκεται στη Μαύρη Θάλασσα για ασκήσεις.
Το πλήρωμα διαμαρτύρεται για το σάπιο κρέας που τους έδιναν για φαγητό.
Ο γιατρός του πλοίου το κρίνει κατάλληλο, γεγονός που εξοργίζει τους ναύτες.
Ο ύπαρχος Γκιλιαρόφσκι απειλεί με εκτέλεση τους ναύτες που αρνούνται να φάνε.
Ο ναύτης Γκριγκόρι Βακουλεντσούκ βγαίνει μπροστά ως ηγέτης των διαμαρτυρομένων ναυτών. Ο Γκιλιαρόφσκι τον πυροβολεί θανάσιμα.
Η δολοφονία του Βακουλεντσούκ πυροδοτεί γενικευμένη εξέγερση. Ο Αφανάσι Ματουσένκο και άλλοι ναύτες αρπάζουν όπλα από την οπλοθήκη, πυροβολούν τον Γκιλιαρόφσκι και τον ρίχνουν αμέσως στη θάλασσα.
Ενώ ο Γκιλιαρόφσκι βρισκόταν στο νερό και προσπαθούσε να κολυμπήσει, οι ναύτες συνέχισαν να τον πυροβολούν μέχρι να βεβαιωθούν ότι ήταν νεκρός.
Βλέποντας την οργή του πληρώματος, αρκετοί από τους 18 αξιωματικούς του πλοίου έπεσαν μόνοι τους στη θάλασσα για να σώσουν τη ζωή τους.
Ωστόσο, οι εξεγερμένοι άνοιξαν πυρ εναντίον τους μέσα στο νερό, χρησιμοποιώντας ακόμη και μικρά κανόνια του πλοίου.
Συνολικά 7 αξιωματικοί σκοτώθηκαν (ανάμεσά τους ο γιατρός και ο κυβερνήτης Ευγένιος Γκόλικοφ), ενώ οι υπόλοιποι που επέζησαν κλειδώθηκαν σε καμπίνες ως αιχμάλωτοι.
Οι ναύτες που έχουν καταλάβει το Ποτέμκιν το οδηγούν στο λιμάνι της Οδησσού, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη γενική πανεργατική απεργία.
Ακολουθούν συγκλονιστικές στιγμές.
Στο πλοίο σηκώνεται η κόκκινη σημαία, ενώ το πλήρωμα καλεί τους ναύτες από τα άλλα πλοία, καθώς και το λαό της Οδησσού, σε ξεσηκωμό.
Η σορός του Βακουλεντσούκ εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στην προκυμαία.
Χιλιάδες εργάτες συγκεντρώνονται για να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους. Ο Τσαρικός στρατός περικυκλώνει την περιοχή και ανοίγει πυρ κατά του πλήθους στις περίφημες σκάλες της πόλης, προκαλώντας εκατοντάδες νεκρούς. Το Ποτέμκιν ρίχνει δύο βλήματα πυροβολικού κατά των κυβερνητικών κτιρίων, χωρίς όμως να προκαλέσει μεγάλες ζημιές.
Πανικόβλητος, ο Τσάρος Νικόλαος Β' διατάζει άμεση καταστολή.
Στέλνει δύο ναυτικές μοίρες (συνολικά 5 θωρηκτά) για να βυθίσουν το Ποτέμκιν. 17 Ιουνίου 1905, το Ποτέμκιν πλέει ανάμεσα στα κυβερνητικά πλοία αρνούμενο να παραδοθεί.
Οι ναύτες των άλλων πλοίων αρνούνται να πυροβολήσουν τους συντρόφους τους.
Μάλιστα το θωρηκτό Γκεόργκι Ποντομπεντόσεφ προσχωρεί προσωρινά στην εξέγερση, αλλά σύντομα ανακαταλαμβάνεται από δυνάμεις του Τσάρου.
Ξεμένοντας από κάρβουνο, τρόφιμα και νερό, το Ποτέμκιν πλέει προς τη Ρουμανία. 25 Ιουνίου 1905 το πλήρωμα παραδίδει το πλοίο στις Ρουμανικές αρχές στην Κωνστάντζα με τον όρο να μην εκδοθούν στη Ρωσία και να αποκτήσουν πολιτικό άσυλο.
Το πλοίο επιστρέφεται στη Ρωσική κυβέρνηση και μετονομάζεται σε Παντελεήμων.
Πολλοί ναύτες παρέμειναν εξόριστοι στο εξωτερικό.
Πολλοί από αυτούς θα επιστρέψουν στη Ρωσία μετά την Επανάσταση του 1917, ως ήρωες. Ο Αφανάσι Ματουσένκο ήταν ο ναύτης που μετά τη δολοφονία του Γκριγκόρι Βακουλεντσούκ από τον ύπαρχο, οδήγησε τους ναύτες στην ένοπλη σύγκρουση με τους αξιωματικούς, εξουδετερώνοντας τη διοίκηση του θωρηκτού.
Ήταν ο πρόεδρος της "Λαϊκής Επιτροπής" του πλοίου.
Αυτός διοικούσε το Ποτέμκιν, συνέτασσε τις προκηρύξεις προς τον λαό της Οδησσού και διαπραγματευόταν με τις Ρουμανικές αρχές.
Μετά τα γεγονότα στο Ποτέμκιν έζησε για διαστήματα στη Ρουμανία, την Ελβετία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ.. Στη Γενεύη συναντήθηκε με τον Βλαντιμίρ Λένιν και άλλα ηγετικά στελέχη των Μπολσεβίκων, οι οποίοι προσπάθησαν να τον εντάξουν στο κόμμα, χωρίς επιτυχία. Ο Λένιν εντυπωσιάστηκε από το θάρρος του και τον χαρακτήρισε ως έναν άνθρωπο με "απέραντη αφοσίωση στην επανάσταση". Ο Ματουσένκο είχε έντονες αναρχικές επιρροές και υποτιμούσε την σημασία της οργάνωσης και του κόμματος αλλά και της επαναστατικής θεωρίας, προκρίνοντας μονοδιάστατα την άμεση, ένοπλη δράση.
Έτσι παρά τον αμοιβαίο σεβσαμό, η συνεργασία τους δεν κράτησε πολύ.
Το 1907, νοσταλγώντας την πατρίδα του και θέλοντας να συνεχίσει τον επαναστατικό αγώνα, ο Ματουσένκο επέστρεψε κρυφά στη Ρωσία με ψεύτικο όνομα.
Προδόθηκε, συνελήφθη από την Τσαρική αστυνομία και πέρασε από στρατοδικείο.
Καταδικάστηκε σε θάνατο και απαγχονίστηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Σεβαστούπολη, σε ηλικία μόλις 28 ετών.
Όταν εκτελέστηκε από το Τσαρικό καθεστώς το 1907, ο Λένιν θρήνησε την απώλειά του και χρησιμοποίησε την ιστορία του ως παράδειγμα για το πώς η έλλειψη μιας οργανωμένης κομματικής δομής μπορεί να οδηγήσει ακόμα και κορυφαίους επαναστάτες στην απομόνωση και την ήττα.
Η εξέγερση στο θωρηκτό Ποτέμκιν είχε μεγάλη ιστορική και πολιτική σημασία, καθώς λειτούργησε ως ο καταλύτης για την πορεία του επαναστατικού κινήματος στη Ρωσία.
Ήταν η πρώτη φορά που ένα τμήμα του Τσαρικού στρατού πέρασε με το μέρος απεργών εργατών.
Αυτό απέδειξε ότι ο Τσάρος δεν μπορούσε πλέον να βασίζεται τυφλά στις ένοπλες δυνάμεις του για να καταστέλλει τον λαό, γεγονός που κλόνισε τα θεμέλια του καθεστώτος. Το Ποτέμκιν έγινε το σύμβολο της συμμαχίας ανάμεσα στους ένστολους αγρότες και εργάτες με στολή (τους μόνιμους αξιωματικούς τους πέταξαν στην θάλασσα οι εξεγερμένοι ναύτες η έπεσαν μόνοι τους για να σωθούν) και την εργατική τάξη των πόλεων, όπως φάνηκε στα γεγονότα της Οδησσού.
Αυτή η εμπειρία προσέφερε πολύτιμα μαθήματα στους επαναστάτες που αξιοποιήθηκαν αργότερα και απο τους Μπολσεβίκους το 1917.
Στα 20 χρόνια απο την επανάσταση του 1905 (1925), το Σοβιετικό κράτος ζήτησε απο τον μεγάλο σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν να αποτυπώσει τα γεγονότα σε ένα έργο του.
Η βουβή ταινία "Το Θωρηκτό Ποτέμκιν" (1925) θεωρείται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου και μετατράπηκε σε υπόδειγμα κινηματογραφικής πρωτοπορίας.
Είναι απο τα πιο χαρακτηριστικά παράδειγματα για το πως οι επανάστασεις, οι εξέγέρσεις και οι αγώνες των εργατών και του λαού μπορούν να εμπνεύσουν μεγάλα έργα τέχνης.
Η ταινία ανέπτυξε το "μοντάζ των ατραξιόν" (collision montage), που ο Άιζενσταιν είχε εφέυρει δύο χρόνια πριν, το 1923.
Η βασική ιδέα είναι ότι η ταινία δεν πρέπει απλώς να καταγράφει την πραγματικότητα ή να αφηγείται μια ιστορία με ομαλή συνέχεια.
Αντίθετα, ο σκηνοθέτης μπορεί να προβάλλει εικόνες διαφορετικές μεταξύ τους ώστε να προκαλεί συγκεκριμένες συναισθηματικές και ιδεολογικές αντιδράσεις στον θεατή και να τον οδηγεί στην σκέψη και τον προβληματισμό.
Η ταινία έβαζε κοντινά πλάνα (π.χ. ένα ματωμένο πρόσωπο) αμέσως μετά από γενικά πλάνα (π.χ. στρατιώτες που πυροβολούν). Πχ στην σκηνή που οι ναύτες διαμαρτύρονται επειδή τους σερβίρουν κρέας γεμάτο σκουλήκια ο Αϊζενστάιν εναλλάσσει:κοντινά πλάνα στα σκουλήκια, τα αηδιασμένα πρόσωπα των ναυτών και τον γιατρό που επιμένει ότι το κρέας είναι κατάλληλο για κατανάλωση.
Το αποτέλεσμα είναι να παρουσιαστεί η απανθρωπιά της Τσαρικής εξουσίας αλλά και η μετατροπή του αισθήματος της αηδίας σε πολιτική αγανάκτηση.
Αυτή η γρήγορη εναλλαγή των εικόνων δημιουργούσε μια αίσθηση σοκ και ρυθμού που δεν είχε ξαναδεί ο κόσμος.
Την λέξη "ατραξιόν" ο Άιζενστάιν την δανείστηκε από το τσίρκο και το λούνα παρκ, όπου κάθε νούμερο έχει σχεδιαστεί για να προκαλεί άμεσο σοκ, γέλιο, φόβο ή ενθουσιασμό.
Σε μια εποχή ασπρόμαυρου σινεμά, ο Αϊζενστάιν ζωγράφισε με το χέρι, καρέ-καρέ, την κόκκινη σημαία που υψώνεται στο πλοίο στο τέλος της ταινίας.
Είναι ένα από τα πιο διάσημα παραδείγματα χειροκίνητου χρωματισμού (hand-tinting) στην ιστορία του κινηματογράφου.
Εκείνη την εποχή, οι ταινίες γυρίζονταν σε ορθοχρωματικό ασπρόμαυρο φιλμ.
Το συγκεκριμένο υλικό είχε την ιδιότητα να καταγράφει το κόκκινο χρώμα ως απόλυτο μαύρο.
Αν ο Αϊζενστάιν χρησιμοποιούσε μια πραγματική κόκκινη σημαία στα γυρίσματα, στην οθόνη θα φαινόταν σκοτεινή και πένθιμη.
Για να λύσει το πρόβλημα, ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μια λευκή σημαία.
Το λευκό χρώμα αποτυπωνόταν πεντακάθαρα και φωτεινά στο ασπρόμαυρο φιλμ, δημιουργώντας τον ιδανικό "καμβά". Μετά την ολοκλήρωση του μοντάζ, ο Αϊζενστάιν και οι βοηθοί του πήραν ένα μικροσκοπικό πινέλο και ειδική ημιδιάφανη κόκκινη βαφή.
Ζωγράφισαν τη σημαία χειροκίνητα πάνω στο αρνητικό του φιλμ, καρέ-καρέ, για συνολικά 108 καρέ.
Λόγω του ότι η εργασία γινόταν με το χέρι σε φιλμ πλάτους μόλις 35 χιλιοστών, το χρώμα σε κάθε καρέ είχε ανεπαίσθητες διαφορές.
Αυτό έδινε στη σημαία μια μοναδική, "ζωντανή" αίσθηση καθώς κυμάτιζε, σαν να έβγαζε σπίθες.
Όταν η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 21 Δεκεμβρίου 1925 στο Θέατρο Μπολσόι της Μόσχας και η ασπρόμαυρη οθόνη φωτίστηκε ξαφνικά από το κατακόκκινο χρώμα της σημαίας, το κοινό των ξέσπασε σε θρυλικά, παρατεταμένα χειροκροτήματα και επευφημίες.
Η ταινία περιλαμβάνει και την περίφημη σκηνή στα "Σκαλιά της Οδησσού" μια απο τις πιο διάσημες σκηνές στην ιστορία του σινεμά.
Η ταινία είχε τόσο ισχυρή επίδραση που προκάλεσε φόβο στις κυβερνήσεις των καπιταλιστών στην Δύση.
Λογοκρίθηκε ή απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες (όπως στη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία) από τον φόβο ότι θα προκαλούσε... κομμουνιστικές εξεγέρσεις. Στην Ελλάδα, η δικτατορία του Πάγκαλου χρησιμοποίησε το πρώτο διάταγμα προληπτικής λογοκρισίας τον Ιανουάριο του 1927 για να απαγορεύσει την ταινία.
Η ταινία δεν έμεινε ανεπηρέαστη ούτε απο τις εξελίξεις στην ίδια την Σοβιετική Ένωση.
Στην πρεμιέρα της το 1925, άνοιγε με ένα συγκεκριμένο απόσπασμα από το βιβλίο "1905" του Λέον Τρότσκι.
Το απόσπασμα του Τρότσκι αφαιρέθηκε από τις Σοβιετικές κόπιες της ταινίας το 1934 και αντικαταστάθηκε απο μια φράση του Λένιν.
Όταν το 1934, στο 1ο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, ορίστηκε ο Σοσιαλιστικός Ρεαλισμός ως η μοναδική επίσημη και νόμιμη καλλιτεχνική μέθοδος στην ΕΣΣΔ δημιουργήθηκε ζήτημα και με έργα όπως το "Ποτέμκιν": Η ταινία του Αϊζενστάιν ανήκε στην πρωτοπορία (αβάν-γκαρντ) και στηρίχθηκε στον λεγόμενο "φορμαλισμό" (έμφαση στις τεχνικές μοντάζ, τις γωνίες λήψης και τον πειραματισμό). Το γενικότερο κλίμα καταδίκης του φορμαλισμού ως "αστική διαστρέβλωση" (με το επιχείρημα ότι αυτά τα έργα δεν ήταν κατανοητά από τον απλό εργάτη) που επικράτησε απο το 1934 και μετά στην ΕΣΣΔ επηρέασε και την προβολή της ταινίας που κρίθηκε "ξεπερασμένη". Έτσι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, η προβολή της περιορίστηκε κυρίως σε κλειστές, ακαδημαϊκές ομάδες και έμεινε μακριά απο το Σοβιετικό κοινό.
Μετά τον πόλεμο, το 1950, κυκλοφόρησε στην ΕΣΣΔ μια νέα έκδοση με αλλαγές σε ορισμένες σκηνές.
Σήμερα, αντιμετωπίζεται ως ένα από τα θεμελιώδη μνημεία της παγκόσμιας κινηματογραφικής ιστορίας.
Το μοντάζ του Αϊζενστάιν θεωρείται και η βάση για το πώς δημιουργούνται οι ταινίες δράσης, τα βίντεο κλιπ και οι διαφημίσεις σήμερα. * Η φράση "το μέλλον είναι δικό μας" είναι απο την ταινία στην σκηνή της μαζικής συγκέντρωσης στο λιμάνι της Οδησσού και της ένωσης των ναυτών με τους εργάτες. Praxis Review
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους