[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

"Ένας λεβέντης έσβησε"... Το τραγούδι του Άρη από έναν μάγκα-ρεμπέτη. Το 1945, όταν σκοτώθηκε ο Βελουχιώτης, ο Νίκος Μάθεσης ή Νίκος ο Τρελάκιας έγραψε ένα τραγούδι γι' αυτόν, το οποίο, όπως ο ίδιος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

"Ένας λεβέντης έσβησε"... Το τραγούδι του Άρη από έναν μάγκα-ρεμπέτη. Το 1945, όταν σκοτώθηκε ο Βελουχιώτης, ο Νίκος Μάθεσης ή Νίκος ο Τρελάκιας έγραψε ένα τραγούδι γι' αυτόν, το οποίο, όπως ο ίδιος έχει πει, μελοποίησε τότε ο Χιώτης (που πρόσθεσε μια στροφή στους στίχους και άλλαξε μια λέξη), αλλά δεν πέρασε ποτέ σε δίσκο, με αποτέλεσμα η μελωδία να χαθεί.

Αργότερα τους στίχους μελοποίησε ο Μιχάλης Γενίτσαρης, και το τραγούδι το συμπεριέλαβε το 1980 στον δίσκο του "Ρεμπέτικα της Κατοχής" ο Γιώργος Νταλάρας διατηρώντας τον αρχικό τίτλο του τραγουδιού που ήταν "Ένας λεβέντης έσβησε". Το ερώτημα που ευθέως προκύπτει είναι το εξής: Από πού και ως πού ο Νίκος Μάθεσης, ένας μάγκας από τους κορυφαίους του πειραιώτικου υποκόσμου, αποφασίζει να γράψει τραγούδι για τον Άρη; Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι το εμπιστεύεται στον Χιώτη για να το μελοποιήσει, ο οποίος προσθέτει και μια στροφή.

Τι ακριβώς συνέβη; Ας παρακολουθήσουμε την αφήγηση του ίδιου του Μάθεση όπως την κατέγραψε ο Χατζηδουλής: Ο θρυλικός Τρελάκιας (1975), στις ιστορικές και σπαρταριστές αφηγήσεις του, μιλάει, με τον δικό του γραφικό και ανεπανάληπτο τρόπο, για το πώς και πού γράφτηκε το παραπάνω τραγούδι.

Σε πιστότατη αντιγραφή δημοσιεύουμε τα όσα αποκαλύπτει: Λίγο μετά που σκοτώθηκε ο Άρης Βελουχιώτης το 'γραψα.

Είχε 3 τετράστιχα και όχι 4. Ο Άρης ήτανε φίνος άντρας, μάγκας και αγωνιστής και Έλληνας. Κατάλαβες; Μιλάει ο Μάθεσης.

Υπήρχανε και άλλοι αγωνιστές –δηλαδή που θέλανε να τους λένε έτσι–, αλλά αυτοί ήτανε αγωνιστές για την πάρτη τους.

Δηλαδή αποφάγια.

Άλλη ταρίφα αυτοί.

Όταν έσβησε το καντήλι του παλικαριού, έκατσα και το 'γραψα, γιατί έγινε θρήνος.

Θρήνος και ύμνος.

Το θέμα είναι παλιό, πολύ παλιό – η ιδέα.

Τα λόγια δικά μου και τιμής πρόσωπο ο Άρης.

Μετά συναντήθηκα με τον Χιώτη, που είχε έρθει με τον Παπαϊωάννου, τον Στεφανάκη και τον Γενίτσαρη να παίξουνε σ' έναν χορό, στο Χατζηκυριάκειο.

Είπα του Χιώτη για το τραγούδι και δώσαμε ραντεβού και του 'δωσα τα λόγια.

Έβαλε ένα τετράστιχο ακόμα ο Μανώλης, το τελευταίο, και άλλαξε το "νεκροπούλι", που είχα εγώ, και το 'κανε "κλαψοπούλι". Δεν είπα τίποτα. Ο Μανώλης ήτανε φίλος μου, καλός άντρας και μάγκας από τους λίγους.

Άμα θες να μάθεις ποιοι είναι οι μάγκες, κοίτα τον Χιώτη.

Εξηγήσεις ζόρικες, ρεμπέτικες, και ψυχή μόρτικια, μεγάλη.

Μιλάω εγώ, ο Μάθεσης.

Το 'παμε, προσφορά για το παιδί που χάθηκε ήτανε το τραγούδι.

Ζούλα γίνανε όλα – βλέπεις, εγώ και σ' αυτό το περιβόλι είχα τσαμπουκάδες.

Ένα απόγευμα που ήμουνα τότες στην Αθήνα, παρέα με τον Γούναρη, είδα στον δρόμο τυχαία, σε μια στοά, τον αρχηγό τότες του κόμματος.

Αυτόνε που δεν ήτανε όνομα και πράμα, δεν ήτανε, λέμε, γλυκός στις εξηγήσεις του.

Του τα 'χα μαζεμένα από τότε.

Αυτός ήτανε όλα του τα χρόνια μολύβι με σπασμένη μύτη. Κατάλαβες; Μετά άκουσα τη μουσική που έβαλε ο Χιώτης.

Χασαποσέρβικο ήτανε, πολύ ζόρικο τραγούδι.

Δίσκος δεν έγινε όμως γιατί όλοι αυτοί εδώ οι λόγιοι δεν αφήνανε.

Γι' αυτό τους έχω μαζέψει πολλά...» Το ότι ο Μάθεσης έβλεπε με συμπάθεια τον Άρη δεν είναι περίεργο αν αναλογιστούμε την αίγλη τότε του πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜικού κινήματος.

Ούτε είναι παράξενο που τον χαρακτηρίζει αγωνιστή και τον ξεχωρίζει.

Το ενδιαφέρον είναι ότι μιλάει γι' αυτόν με όρους του χώρου της μαγκιάς, που δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για έναν μη γνωστό του: «Ο Άρης ήτανε φίνος άντρας, μάγκας...». Πού τον ήξερε για να τον χαρακτηρίζει «φίνο άντρα» και «μάγκα»; Η προσέγγιση που κάνει υποκρύπτει γνωριμία.

Επιπλέον προσθέτει και τούτο όταν χαρακτηρίζει έτσι τον Άρη: «Κατάλαβες; Μιλάει ο Μάθεσης». Όποιος διαβάσει τις διηγήσεις του Μάθεση στον Χατζηδουλή αλλά και τα απομνημονεύματά του καταλαβαίνει αμέσως πως, όταν χρησιμοποιεί τη φράση «Μιλάει ο Μάθεσης», αναφέρεται σε πράγματα που γνωρίζει ο ίδιος και έχει ιδία αντίληψη και γνώμη.

Αν ισχύουν δε αυτά που λέει για τον Ζαχαριάδη, ότι του τα είχε μαζεμένα από την υπόθεση του Άρη, αν αυτό δεν είναι μια κατασκευή εκ των υστέρων, τότε η αντίθεσή του με τον ηγέτη του ΚΚΕ ήταν προϊόν της σχέσης που πρέπει να είχε στο παρελθόν με τον Θανάση Κλάρα και όχι πολιτικής ανάλυσης, η οποία ήταν κάτι το ξένο και το άγνωστο για ανθρώπους σαν τον Μάθεση.

Ο τρόπος που γράφτηκε το τραγούδι και η επαφή με τον Χιώτη προκειμένου να το μελοποιήσει δείχνουν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον του στιχουργού για το πρόσωπο του Βελουχιώτη, αλλά και γνώση των κινδύνων που διέτρεχε από αυτή του την ενέργεια, καθώς η λευκή τρομοκρατία σε βάρος των ΕΑΜιτών και των κομμουνιστών οργίαζε τότε. «Ζούλα γίνανε όλα» λέει.

Το γεγονός δε ότι επέλεξε τον Χιώτη φανερώνει μια τήρηση κανόνων συνωμοτικότητας (πηγαίνει σε κάποιον που εμπιστεύεται), αλλά και μια συμπάθεια του Χιώτη προς το ΕΑΜικό κίνημα και τον Άρη.

Το τελευταίο τετράστιχο άλλωστε που πρόσθεσε ο Χιώτης στο τραγούδι δεν αφήνει αμφιβολίες, καθώς είναι και το πλέον πολιτικό σε ολόκληρο το τραγούδι.

Οι σχέσεις συμπάθειας του Μάθεση με το ΚΚΕ και γενικότερα με το κίνημα αποδεικνύονται και από τη μαρτυρία του Πειραιώτη αγωνιστή Βαγγέλη Σαλματάνη, τις αναμνήσεις του οποίου κατέγραψε ο Τάσος Καραντής.

Λέει ο Σαλματάνης: Στις αρχές του '48, κι ενώ βρισκόμουν για εργασία στον Πειραιά, πέρασα, τυχαία, απ' έξω από ένα αστυνομικό τμήμα.

Εκεί, ακριβώς στην πόρτα, ήταν ένας συμπατριώτης μου Αμπελακιώτης.

Τον γνώριζα στη φάτσα, αλλά δεν ήξερα τ' όνομά του.

Αυτός μόλις με είδε με κατάδωσε! Γύρισε και είπε στον χωροφύλακα που ήταν σκοπός στην πόρτα: «Αυτός είναι!» Με πιάσανε αμέσως εκεί απ' έξω και, αφού με κρατήσανε κάνα δυο ώρες, με στείλανε στη Γενική Ασφάλεια Πειραιά.

Αμέσως με έβαλαν στο μπουντρούμι.

Εκεί συνάντησα και άλλα παιδιά δικά μας, που ήτανε και αυτοί κρατούμενοι.

Εκεί με κρατήσανε ορισμένο καιρό.

Μια φορά, έπλενα το πιάτο μου, ήρθε ένας δίπλα μου να πλύνει και αυτός το δικό του.

Έκανε πως το έπλενε, δώστου δώστου το έτριβε, αλλά δεν έφευγε από δίπλα μου.

Καμιά φορά γύρισε και μου είπε σιγανά: «Στην κατόγκα σ' έχουνε, μωρ' αδερφέ μου;» Τι είναι τούτος, σκέφτηκα.

Αυτός συνέχισε: «Δεν ανθίζεσαι;» «Ρε, μίλα ελληνικά να σε καταλάβω! Τι είναι αυτά που μου λες;» του είπα.

Αυτός, επειδή με είχε γνωρίσει, εγώ δεν τον είχα καταλάβει ακόμα, ήθελε να μου πει: Στο υπόγειο σ' έχουνε με τους άλλους; Του είπα βαριεστημένα: «Ναι, στην κατάγκα μ' έχουνε». «Έλα από την άλλη μπάντα» μου είπε.

Πήγα από την άλλη μπάντα.

Συνέχισε: «Βάλε το χέρι στην τσέπη και τσάκωσε τα!» Τζιμάνικη γλώσσα, δεν τα καταλάβαινα.

Έβαλα το χέρι στην τσέπη του και είδα ότι είχε δυο πακέτα τσιγάρα ΑΣΣΟΣ, σφραγισμένα ήταν, δεν τα είχε ανοίξει. «Ε, και τι να τα κάνω;» «Πάρ' τα! Εκεί που είσαστε θα σας κόψει η ατσιγαρίλα! Τώρα έλα από την άλλη μπάντα». Πήγα από την άλλη μπάντα. «Βάλε το χέρι στην τσέπη και τσάκω' τα». Έβαλα το χέρι στην τσέπη και χούφτωσα κάτι λεφτά, «Ρε, αυτά είναι λεφτά! Τι να τα κάνω;» «Πάρ' τα γιατί θα σου χρειαστούνε!» «Δεν μου λες τώρα και ποιος διάβολος είσαι;» «Δεν με γνώρισες; Εγώ είμαι, μωρ' αδερφέ μου, ο Νίκος ο Τρελάκιας είμαι!» «Βρε Νίκο, εσύ είσαι;» «Ναι.

Πάρ' τα και πήγαινε.

Θα σου χρειαστούνε.

Εγώ θα φύγω από δω, αλλά εσύ δεν ξέρω πού θα πας! Άντε, γεια χαρά». «Να πας στο καλό, Νίκο, ευχαριστώ!» Πήγα κάτω και είπα στα παιδιά: «Σας έφερα τσιγάρα!» «Τσιγάρα; Ζήτω!» Είναι απολύτως σαφές πως δεν θα επιχειρούσε να βοηθήσει έναν πολιτικό κρατούμενο εκείνη την εποχή ένας άνθρωπος -πολύ περισσότερο ένας άνθρωπος του υποκόσμου με πολλές παρανομίες στην πλάτη- που δεν είχε καμία σχέση με το ΚΚΕ και το ΕΑΜικό κίνημα.

Βέβαια, όταν μιλάμε για σχέση του Μάθεση με το αριστερό κίνημα, σε καμιά περίπτωση δεν εννοούμε σχέση στενή οργανωτική ή ενός δραστήριου και ενεργού οπαδού.

Τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να έχουν τόσο στενές σχέσεις με το επαναστατικό κίνημα.

Δεν ήταν στον χαρακτήρα τους, καθώς έπρεπε να κάνουν μια πολύ μεγάλη αλλαγή στη ζωή τους.

Αλλά και να ήθελαν να την κάνουν, ήταν πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, το ΚΚΕ και οι αριστερές οργανώσεις να τους δεχτούν, καθώς θα αποτελούσαν αρνητικό στίγμα γι' αυτές – κάτι που καταλάβαιναν και οι ίδιοι, γι' αυτό και φρόντιζαν να βοηθούν από μακριά και με προσοχή, ώστε να μη γίνονται αντιληπτοί από τα όργανα του συστήματος.

Πότε απέκτησε την όποια σχέση του με το κίνημα ο Μάθεσης; Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Δεν αποκλείεται όμως, από τον τρόπο που στάθηκε απέναντι στον Άρη Βελουχιώτη, τη σχέση αυτή να την απέκτησε τη δεκαετία του 1930 και να είχε γνωρίσει τον Θανάση Κλάρα, τον οποίο αποκαλεί, με την ορολογία του χώρου του, «φίνο άντρα» και «μάγκα». Άνθρωποι σαν τον Μάθεση θεωρούσαν τίτλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς και δεν τους απέδιδαν στον οποιονδήποτε, ιδιαίτερα δε σε κάποιον που δεν γνώριζαν.

Από την άλλη, ο Κλάρας, πέραν της νόμιμης δουλειάς που έκανε στην ΟΚΝΕ και στο ΚΚΕ, είχε και μια πολύ σημαντική παράνομη δράση.

Δραστηριοποιούνταν όπου τον καλούσε το κόμμα, όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και σε ολόκληρη την Αττική.

Με δεδομένο ότι οι μάγκες σαν τον Μάθεση ήταν ταυτόχρονα και εργαζόμενοι άνθρωποι –το λούμπεν τμήμα του προλεταριάτου που ζούσε μέσα και δίπλα στις εργαζόμενες μάζες δεν θα ήταν καθόλου περίεργο οι δυο άντρες να συναντήθηκαν, να γνωρίστηκαν και ενδεχομένως να συνεργάστηκαν προς όφελος του κόμματος σε κάποια παράνομη δραστηριότητα.

Άλλωστε, όπως προείπαμε, ο Κλάρας ήταν άνθρωπος που γνώριζε τη γλώσσα, τις συνήθειες και τη νοοτροπία του υποκόσμου, και προφανώς δεν θα του ήταν δύσκολο να βρει σημεία επαφής και συνεννόησης με τον Μάθεση – αν ποτέ ήρθαν σε επαφή... "ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ: Η διαμόρφωση της προσωπικότητας του Θανάση Κλάρα, τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορική διαδρομή του και τον ανέδειξαν σε ανυποχώρητο επαναστάτη", εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. (Via Προκόπης Σαμαρτζής)

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences