[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Να φύγεις; Μα πού να πας νυχτιάτικα μ’ αυτά τα παιδιά; Τόλμησες και σκέφτηκες να μ’ αφήσεις; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που έχει περάσει πάνω από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Να φύγεις; Μα πού να πας νυχτιάτικα μ’ αυτά τα παιδιά; Τόλμησες και σκέφτηκες να μ’ αφήσεις; Ποιος νομίζεις ότι είσαι;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, παρόλο που έχει περάσει πάνω από μια ώρα από τη στιγμή που άρπαξα τα παιδιά και βγήκα στο σκοτάδι. Η Άννα, το κοριτσάκι μου, τρέμει από το κρύο στην αγκαλιά μου και ο μικρός Κώστας προσπαθεί να καταλάβει γιατί περπατάμε σκυφτοί και τρομαγμένοι στη σκάλα ενός παλιού πολυκατοικίου στον Ταύρο.

Τα βήματά μου γλιστρούν επάνω στις μωσαικές πλάκες, σχεδόν δεν ανασαίνω, δεν τολμώ να ελπίζω ακόμα για τίποτα.

Είναι η τρίτη φορά που φεύγω, μα ποτέ δεν είχα το θάρρος να το κάνω αυτή τη νύχτα, που η βροχή στον δρόμο μοιάζει θρήνος κι η ψυχή μου φωνάζει "φτάνει". Ο Νίκος πάντα ήξερε να με κρατάει εγκλωβισμένη με τα λόγια, με το βλέμμα, με τον φόβο.

Οι γείτονες έκλειναν τα παράθυρα όταν φώναζε• μια φορά προσπάθησε να με πνίξει μπροστά στη μικρή, και κανείς δεν κούνησε ούτε δάχτυλο.

Έφτασα στην εξώπορτα της φίλης μου Ευγενίας.

Μεγαλώσαμε μαζί, ορκιστήκαμε πως ό,τι κι αν γίνει θα σταθούμε η μια δίπλα στην άλλη.

Πατάω το κουδούνι, δυνατά, ξανά και ξανά. Η Άννα με κοιτά στα μάτια – ψάχνει ελπίδα.

Ακούω βήματα στο εσωτερικό και πριν προλάβω να νιώσω ανακούφιση, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ο σύζυγός της, ο Παναγιώτης.

Το πρόσωπό του σκοτεινό, ενοχλημένο. «Τι έγινε Μαριάννα; Τι έπαθες τέτοια ώρα;» «Σε παρακαλώ, Παναγιώτη, χρειάζομαι βοήθεια…» προλαβαίνω να πω, μα πριν τελειώσω τη φράση, ακούω τη φωνή της Ευγενίας στο βάθος, «Άστην να περάσει, Παναγιώτη!» Το πρόσωπο του Παναγιώτη όμως παραμένει αμετάπειστο.

Γυρίζει και της ψιθυρίζει κάτι που δεν προλαβαίνω να ακούσω και μετά, με μια κίνηση, μας αφήνει απ’ έξω.

Μένω ν’ ακούω το θόρυβο της κλειδαριάς.

Ακουμπάω στον τοίχο της σκάλας κι όλο μου το βάρος βγαίνει σε λυγμούς.

Τα δυο παιδιά μου με κοιτούν, το ένα έσφιξε την μπλούζα μου, το άλλο παίζει με μια σπασμένη δαντέλα από το μπουφάν του.

Σηκώνομαι και συνεχίζω – πρέπει να προσπαθήσω αλλού. Ελένη; Χριστίνα; Μα καμία δεν απαντά στα τηλέφωνα.

Στέλνω μηνύματα, το μυαλό μου θολώνει.

Προσπαθώ να θυμηθώ τη ζεστασιά που ήξερα παιδί, όταν η γιαγιά μου μ’ αγκάλιαζε και μου ‘λεγε «κανείς δεν είναι μόνος του στη ζωή». Ψέματα – απόψε είμαι μόνη.

Όλοι φοβούνται.

Φοβούνται το μπελά, τον άντρα μου, τη φήμη στα καφενεία, "τι θα λέει ο κόσμος;". Ο Κώστας κλαίει.

Κάθομαι στα ψυχρά σκαλιά, τυλίγω τα δύο κορμιά μου με την παλιά μου ζακέτα και ψιθυρίζω τραγούδια.

Τα φώτα του διαδρόμου τρεμοπαίζουν, μια γριά από τον πέμπτο σέρνει τα πόδια της, μας κοιτά, σηκώνει τους ώμους αδιάφορα. Η Άννα με ρωτά: «Μαμά, θα γυρίσουμε ποτέ σπίτι;» Δεν έχω απάντηση.

Τα μάτια μου καίνε, τα χέρια μου τρέμουν.

Θυμάμαι πώς έφτασα ως εδώ – το εφηβικό όνειρο μιας απλής ζωής, ο πρώτος έρωτας με τον Νίκο, το γάμο στην αυλή του σπιτιού, τα γέλια και το πρώτο χτύπημα που πέρασε "κατά λάθος". Η μαμά μου, όταν το ‘μαθε, μου είπε: «Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν, ο άντρας είναι και λίγο...». Και ο πατέρας μου: «Υπομονή, Μαριάννα, τα παιδιά να μεγαλώσουν». 📖 Το πιο απρόσμενο μέρος είναι πιο κάτω 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences