[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Κριτική: DISCLOSURE DAY (2026) Του Στίβεν Σπίλμπεργκ Είναι αληθινά δύσκολο —αλλά και πέρα για πέρα άδικο υπό μία έννοια— να μιλήσει κανείς για το Disclosure Day (2026) δίχως μια εποπτική αναδρομή...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Κριτική: DISCLOSURE DAY (2026) Του Στίβεν Σπίλμπεργκ Είναι αληθινά δύσκολο —αλλά και πέρα για πέρα άδικο υπό μία έννοια— να μιλήσει κανείς για το Disclosure Day (2026) δίχως μια εποπτική αναδρομή αφενός στο σινεμά του Στίβεν Σπίλμπεργκ γενικότερα, αφετέρου και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο ο Αμερικανός δημιουργός έχει αξιοποιήσει το εύρημα της εξωγήινης ζωής-επίσκεψης.

Σχεδόν μισό αιώνα νωρίτερα, στο Close Encounters of the Third Kind (1977), την ταινία που στην πραγματικότητα εισήγαγε με εμφατικό τρόπο τις alien movies στο χολιγουντιανό καλεντάρι, ο Σπίλμπεργκ έθεσε τον τόνο αλλά και ορισμένες σταθερές που κυριάρχησαν σε ολόκληρο το έργο του.

Η εξωγήινη παρουσία, ευθύς εξαρχής ολοφάνερη και ηχηρή σε αντίθεση με την παρατεταμένα υπονοημένη (και γι’ αυτό ανατριχιαστική) απειλή του Jaws, λειτουργεί περισσότερο ως δείγμα άνωθεν θεϊκής καθοδήγησης-υπενθύμισης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Για την καταστροφική μας απροθυμία να έρθουμε κοντά και να επικοινωνήσουμε.

Για το πληγωμένο κύτταρο της οικογένειας, την ανεπάρκεια των γονέων, τη μοναχικότητα των ευαίσθητων παιδιών.

Για την αναγκαιότητα να πιστέψουμε στο αδύνατο και να αφεθούμε στο παραμυθένιο.

Για την κοσμογονική δύναμη του σινεμά να γεφυρώνει το άρρητο με το χειροπιαστό, τον ενήλικο κυνισμό με το καθάριο παιδικό βλέμμα. Στο Disclosure Day, το ξεκίνημα τοποθετείται όχι απλώς in medias res, αλλά στην καρδιά μιας ξέφρενης καταδίωξης, όπου το αγαθό που διακυβεύεται είναι η γνώση ενός επιμελώς κρυμμένου μυστικού, με απώτερο προορισμό τη βαθύτερη αυτογνωσία του ανθρώπινου είδους.

Διόλου τυχαία άλλωστε, το φλέγον ζήτημα που επανέρχεται ξανά και ξανά στη ρητορική της ταινίας (υποπίπτοντας σε μια περιττή επαναληψιμότητα) δεν εκδηλώνεται ως φόβος αφανισμού αλλά ως πανικός απέναντι στην υπονόμευση των θεμελίων του πολιτισμού μας.

Υπό αυτό το πρίσμα, αξίζει να αναφερθεί πως η ελληνική απόδοση (Ημέρα Αποκάλυψης) κάπως συσκοτίζει το κεντρικό νόημα, μιας και η «αποκάλυψη» του πρωτότυπου τίτλου (disclosure) παραπέμπει σε μια έννοια «φανέρωσης» και «γνωστοποίησης» παρά σε μια βιβλική-αρμαγεδδωνική Αποκάλυψη.

Με άλλα λόγια, η σκοτεινή εξουσία στο Disclosure Day τρέμει στην ιδέα μιας δαιμονοποιημένης αποσταθεροποίησης: από τη διασάλευση της επινόησης του θεού μέχρι την αδυναμία διαχείρισης μιας αλήθειας που επαναπροσδιορίζει την υπαρξιακή μας θέση και την ιεραρχική μας πρωτοκαθεδρία στο σύμπαν.

Πολύ σύντομα μάλιστα, γίνεται αντιληπτό πως ο (όχι και τόσο) villain χαρακτήρας που υποδύεται ο Κόλιν Φερθ κουβαλά ως σαράκι αυτήν ακριβώς την έλλειψη πίστης στις αντοχές και στις δυνατότητες του ανθρώπου να αντέξει το φαινομενικά ασήκωτο φορτίο της αλήθειας.

Παράλληλα, ο τρόμος αυτός έρχεται σε σαρκαστική αντίστιξη με το σκηνικό που υπονοείται διαρκώς στο πίσω (μιντιακό) φόντο: ένας κόσμος παραδομένος στα μίση και στα πάθη, έτοιμος για πυρηνική αυτανάφλεξη, είναι μάλλον αστείο να φοβάται για τα στεγανά και τους πυλώνες του.

Οι δύο εκλεκτοί ήρωες, που κατέχουν το κλειδί της αποκρυπτογράφησης, αλληλοσυμπληρώνουν ιδανικά ο ένας τον άλλο, συγκροτώντας ένα δίπολο ορθολογικής και συναισθηματικής ολοκλήρωσης.

Επιπλέον, σε ένα τυπικά σμπιλμπεργικό μοτίβο, είναι υποχρεωμένοι να επισκεφθούν τις επώδυνες παιδικές αναμνήσεις προκειμένου να ξεδιαλύνουν το αίνιγμα, σαν άλλοι Χάνσελ και Γκρέτελ που δραπετεύουν από το εφιαλτικό σπίτι χάρη στο θάρρος και στην εξυπνάδα τους.

Εξίσου σκόπιμη είναι βέβαια και η επιλογή του Κάνσας Σίτι ως σκηνικού μιας λυτρωτικής επιστροφής, σε ένα παιχνιδιάρικο κλείσιμο ματιού στην Ντόροθι από τον Μάγο του Οζ. Ο Ντάνιελ (Τζος Ο’ Κόνορ) ενσαρκώνει την πίστη στη φιλομάθεια, στην έρευνα, στην επιστήμη και στη λογική, ως ιδεολόγος whistleblower που εκφράζει την επιστράτευση όλων των παραπάνω αγαθών και αξιών στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Σαράντα εννέα χρόνια πριν, στο Close Encounters of the Third Kind, η μουσική ήταν η οικουμενική γλώσσα επιφορτισμένη να φέρει σε επαφή τους δοτικούς εξωγήινους αγγελιοφόρους με τους επιφυλακτικούς γήινους παραλήπτες.

Αυτή τη φορά, σε μια συνθήκη μηδενικού διαλόγου και καθολική ασυνεννοησίας όπως η σημερινή, ο Σπίλμπεργκ προστρέχει σε έναν πανάρχαιο, διαχρονικό και αλάνθαστο κώδικα: η συμπυκνωμένη και αντικειμενική σοφία των μαθηματικών, που μόνο ο Ντάνιελ αναγνωρίζει στην πιο πρωτόλεια μορφή της, είναι το τελευταίο χαρτί της ανθρωπότητας απέναντι στο μη αναστρέψιμο μακελειό, με βοηθητικό καταλύτη την ανόθευτη αθωότητα όχι των παιδιών, αλλά των ζώων.

Στην άλλη πλευρά της τραμπάλας, η Μάργκαρετ (Έμιλι Μπλαντ) βρίσκεται ουρανοκατέβατα προικισμένη με το μέγιστο δώρο της ενσυναίσθησης, μιλώντας από το πουθενά κάθε γλωσσολαλιά του πλανήτη (ένα πρώτο επίπεδο διαμεσολάβησης απέναντι σε παρανοήσεις και στρεβλώσεις), ικανή να νιώσει το δράμα και τις αγωνίες του κάθε ανθρώπου, αρκεί να τον κοιτάξει με προσήλωση στα μάτια.

Σε μια τρυφερή παραλλαγή του superhero καταστατικού, η υπεράνθρωπη δύναμη της Μάργκαρετ δεν έχει επιθετική χροιά εξουδετέρωσης και επιβολής, αλλά έγκειται στην αφοπλιστική της σύνδεση με τα τραύματα, τις πληγές, το πένθος, τις φοβίες και τα παράπονα των άλλων.

Παραδομένη χωρίς αντιστάσεις και με πλήρη εμπιστοσύνη σε ένα καθοδηγητικό προαίσθημα, θα αποκρυσταλλώσει την πατροπαράδοτη (και αβίαστη) σπιλμπεργική πίστη στο ανεξήγητο.

Αναζητώντας τα ψεγάδια του Disclosure Day, πέρα από τη (δυστυχώς παρούσα στο σύγχρονο σινεμά) τάση για λεκτικό υποβολέα των «μηνυμάτων» και τις αχρείαστες υποπλοκές (όπως τον χαρακτήρα της πρώην καλόγριας και την ιστορία με το μοναστήρι), μπορεί κανείς να σταθεί σε ορισμένα απλοϊκά σεναριακά τεχνάσματα (όπως το αδιευκρίνιστο εξωγήινο μαραφέτι), σε ολίγα περιττά κυνηγητά, όσο και σε μια παιδικότητα που θαρρείς τρυπώνει από την πίσω πόρτα σε μια ταινία που αρχικά διατρανώνει πιο «σοβαρές» προθέσεις (η πολιτική ίντριγκα του μυστηρίου σταδιακά ξεφουσκώνει, μέχρι να εξαφανιστεί πλήρως). Τα παραπάνω, ωστόσο, μπορούν ωστόσο να ιδωθούν και από την ακριβώς αντίστροφη σκοπιά. Ο Σπίλμπεργκ, με αλάθητο ένστικτο και χέρι αλφάδι, σημαδεύει εδώ και δεκαετίες στον πιο γουρλωμένο θεατή και ακροατή: το στριμωγμένο παιδί μέσα μας, που λαχταρά να του διηγηθούν ιστορίες μαγικές και απίστευτες.

Κάπως έτσι, το φινάλε του Disclosure Day σε γραπώνει από τον γιακά με το έτσι θέλω, προτρέποντάς σε να καθίσεις προσοχή, να κάνεις τσιμουδιά, να στήσεις αυτί και να ακούσεις προσεκτικά.

Νωρίτερα βέβαια, με μέγιστη επιμέλεια και ακριβώς κάτω από τη μύτη σου, έχει φροντίσει να σκαρώσει έναν αγαπησιάρικο φόρο τιμής στο ίδιο το σινεμά, σχεδόν καταδικασμένο να περάσει στα ψιλά.

Το σπίτι που κατασκευάζουν οι «αποστάτες», που μοιάζει με κινηματογραφικό πλατό, με συντονιστή έναν άτυπο «σκηνοθέτη» (Κόλμαν Ντομίνγκο). Η αναδρομή στα απωθημένα παιδικά τραύματα, που φέρνει σε γύρισμα ταινίας.

Οι επαναλαμβανόμενες οντισιόν της Μάργκαρετ για το πόστο της εκφωνήτριας ειδήσεων και ο breakthrough «ρόλος καριέρας» που έρχεται αναπάντεχα στο τέλος.

Πάνω απ’ όλα ίσως, η σκηνή ανθολογίας με την αντιπαραβολή ορατού και αόρατου, ως αποθεωτικός συμβολισμός για την υπερβατικότητα του κινηματογραφικού βλέμματος, αλλά και τη μεταφυσική πίστη που κρύβεται στη ματιά του θεατή.

Το σινεμά λοιπόν, ένας εναλλακτικός τρόπος να κοιτάζεις τον κόσμο, τη ζωή και τον συνάνθρωπο, που μας επιτρέπει να δούμε τα αθέατα, να γίνουμε αόρατοι σε κοινή θέα.

Και ο θείος Στιβ, που κλείνει με αγάπη έναν πλήρη κύκλο λίγο πριν τα 80 του, έχει κάθε δικαίωμα να μας το θυμίσει.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences