"Το τάμα της Ελπίδας" Στα ορεινά της Αρκαδίας, στο χωριό Καρύταινα που αγναντεύει τον Αλφειό, ζούσε η Ελπίδα. Χήρεψε στα 29 της. Ο άντρας της, ο Νικήτας, τσάκισε σε μια ανεμοθύελλα καθώς γύριζε με τα...
"Το τάμα της Ελπίδας" Στα ορεινά της Αρκαδίας, στο χωριό Καρύταινα που αγναντεύει τον Αλφειό, ζούσε η Ελπίδα.
Χήρεψε στα 29 της.
Ο άντρας της, ο Νικήτας, τσάκισε σε μια ανεμοθύελλα καθώς γύριζε με τα μουλάρια από το πανηγύρι της Μεγαλόπολης.
Της άφησε τρία ορφανά: τον Παναγιώτη 10 χρονών με τα μάτια του πατέρα του, τη Φροσύνη 7 χρονών που δεν μιλούσε από τότε που έμαθε το κακό, και την Αννούλα, μωρό ακόμα στην κούνια. Η Ελπίδα πάλευε.
Έπλενε σε σπίτια, ζύμωνε ψωμιά, μάζευε ελιές.
Μα στην Πελοπόννησο του 1958, η χήρα με προίκα δεν όριζε τη μοίρα της.
Ο πεθερός της, ο μπάρμπα-Κωσταντής, είχε μόνο έναν ακόμα γιο: τον Στάθη. Ο Στάθης είχε γυρίσει από τον Εμφύλιο αγριεμένος.
Δούλευε στα περιβόλια μα πιο πολύ σύχναζε στον καφενέ του Μήτσου.
Όταν έπινε, έσπαζε ποτήρια.
Την πρώτη του αρραβωνιαστικιά την έστειλε πίσω στους γονείς της με μελανιασμένο πρόσωπο. "Γυναίκα που δεν σκύβει το κεφάλι, θέλει ξύλο", έλεγε και χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι. "Ή τον παίρνεις, ή τα παιδιά πάνε στα αδέρφια μου στην Τρίπολη.
Τα χωράφια μένουν στο όνομα", είπε ο μπάρμπα-Κωσταντής. "Έτσι γίνεται.
Έτσι γινόταν πάντα." Η μέρα του γάμου ορίστηκε τον Σεπτέμβρη, μετά τον τρύγο. Η Ελπίδα προσευχήθηκε στην Παναγία την Καρυάτισα κάθε βράδυ. "Βρες μου δρόμο, Παναγιά μου.
Δεν φοβάμαι για μένα για τα παιδιά φοβάμαι." Το πρωί του γάμου, ο Στάθης κατέβηκε στην πλατεία καβάλα στον ψαρή του.
Είχε ξεκινήσει το τσίπουρο από τα χαράματα με τα μπατζανάκια του. "Σήμερα παντρεύομαι τη νύφη του αδερφού! Θα της δείξω εγώ!" φώναζε και γελούσαν.
Το σακάκι του μύριζε καπνό και ιδρώτα. Η Ελπίδα τον περίμενε στο κατώφλι με τα τρία παιδιά κολλημένα πάνω της.
Φορούσε μαύρα.
Δεν είχε άλλο φόρεμα. Η Φροσύνη της έσφιγγε το χέρι και έτρεμε.
Στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ο παπα-Θόδωρος κοίταζε αμήχανα. Ο Στάθης δεν στεκόταν όρθιος.
Ανέβηκε στο άλογο μέσα στην αυλή. "Θα κάνω μια βόλτα να με δουν όλοι! Γαμπρός είμαι!" Η πεθερά της, η κυρά-Λένη, τον παρακαλούσε. "Κατέβα, παιδάκι μου, ντροπής πράματα." Εκείνος γέλασε, τράβηξε τα γκέμια απότομα και έδωσε μια με τα σπιρούνια.
Ο ψαρής ήταν γερασμένο ζώο μα περήφανο.
Δεν άντεξε το βάρος και το τράβηγμα.
Σηκώθηκε όρθιος, χλιμίντρισε άγρια, και ο Στάθης — με το κεφάλι θολωμένο απ’ το πιοτό — έπεσε ανάποδα.
Το κεφάλι του βρήκε στο μαρμάρινο σκαλί του καμπαναριού.
Ένας ήχος και τέλος.
Το αίμα βάφτηκε στις πλάκες.
Οι γυναίκες ούρλιαξαν.
Τα παιδιά έκρυψαν τα μάτια τους. Η Ελπίδα έμεινε χήρα δεύτερη φορά μέσα σε μια μέρα.
Ο κόσμος μουρμούριζε "κατάρα", "κακό σημάδι". Εκείνη πήρε τα παιδιά της και κλείστηκε στο σπίτι.
Δούλεψε διπλά.
Δύο χρόνια μετά, στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στην Καρύταινα, ήρθε ένας άντρας ο Ηλίας δάσκαλος.
Είχαν αγαπηθεί μικρά, πριν τον πόλεμο, πριν την φτώχεια τον στείλει εσωτερικό στην Αθήνα.
Της έστελνε γράμματα που η μάνα της έκαιγε στο τζάκι.
Είχε χηρέψει κι αυτός νέος, χωρίς παιδιά.
Την είδε να πουλάει κεντήματα στο παζάρι.
Δεν της είπε πολλά.
Μόνο: "Τελείωσες με τα μαύρα, Ελπίδα; Γιατί εγώ σε περίμενα να βγάλεις το πένθος." Παντρεύτηκαν την άνοιξη, στο ξωκλήσι της Παναγίας. Ο Παναγιώτης κράταγε τα στέφανα. Η Φροσύνη μίλησε πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια για να πει "ναι" αντί για εκείνη στην ερώτηση του παπά αν θέλει τον κύριο Ηλία για πατέρα. Η Αννούλα φώναξε "πατέρα" πριν καν μάθει να λέει καλά το "μαμά". Και η Ελπίδα κατάλαβε πως μερικές φορές ο Θεός δεν απαντάει με θαύμα.
Απαντάει με ένα άλογο που αγριεύει, με έναν μεθυσμένο που δεν λογαριάζει, και με έναν δρόμο που ανοίγει όταν όλοι νομίζουν πως έκλεισε. Στην Αρκαδία λένε ακόμα πως η Παναγία η Καρυάτισα προσέχει τις μάνες και πως τα τάματα που γίνονται με δάκρυα, τα ξεπληρώνει με γαλήνη. Άννα Δανάλη
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους