Αγγέλα περπάτησε αργά πάνω στο άψογα κουρελιασμένο γρασίδι, σαν να μπαίνει σε σκηνή. Κάθε της κίνηση ήταν ακριβής, ψύχραιμη. Ήξερε καλά: δεν ήταν καμία απλή επιστροφή. Ήταν η εκδίκησή της. Τα μάτια...
Αγγέλα περπάτησε αργά πάνω στο άψογα κουρελιασμένο γρασίδι, σαν να μπαίνει σε σκηνή.
Κάθε της κίνηση ήταν ακριβής, ψύχραιμη.
Ήξερε καλά: δεν ήταν καμία απλή επιστροφή.
Ήταν η εκδίκησή της.
Τα μάτια του παππού Μιχάλη την κάψανε.
Κρατούσε το μπαστούνι με τόσο σκληρό άγγιγμα που τα δάχτυλά του ασβέστησαν.
Στο βλέμμα του υπήρχε οργή, αποστροφή, αλλά και εκείνο το παλιό, λαγωνικό σπινθηρισμό που χρόνια χρόνια είχε καταπιεσμένο όλο το χωριό. — Να το αγοράσω; — του είπε ειρωνικά. — Κορίτσι μου, αυτά τα σπίτια είναι της οικογένειάς μου.
Όσο ζήσω, θα μείνουν εδώ. Η Αγγέλα έστρεψε πιο κοντά. — Γι' αυτό, — ψιθύρισε ήρεμα. — Επειδή δεν θα ζήσεις πολύ.
Τα χείλη του τρέμουν.
Θέλει να γελάσει, αλλά βγάζει μόνο βήχα.
Τα χρόνια, το κρασί, το βάρος της εξουσίας τον έχουν κουρνίσει.
Πίσω από τα περιφράγματα, φανερά πρόσωπα βγαίνουν στη σκηνή.
Όλοι βλέπουν, κανείς δεν τολμά να παρεμβεί, αλλά η περιέργεια κερδίζει το φόβο. — Είσαι τρελή, Αγγέλα, — βρυχάται ο γέρος. — Κανείς δεν θα σου πουλήσει τίποτα. Η Αγγέλα σήκωσε έναν φάκελο από την τσάντα της. — Αυτά είναι συμβάσεις.
Έχω ήδη αγοράσει τη μισή γειτονιά.
Η θεία Ελένη ήταν χρέος, ο γιος της πνίγηκε στα δάνεια.
Ο θείος Στέφανος χτύπησε πτωχικό.
Όλοι ήρθαν σε μένα.
Τα μάτια του Μιχάλη σπινθήρισαν. — Ψέματα! Άνοιξε το φάκελο και τους έδειξε τα αντίγραφα. — Απλώς η αρχή.
Αλλά εσύ, παππού Μιχάλη, κρύβεις μυστικά που αξίζουν περισσότερο από αυτούς τους τοίχους. — Τι μυστικά; Το χαμόγελό της παγωνιάθηκε. — Νομίζεις πως δεν ξέρω τίποτα.
Ξέρω πώς «έγινες χήρος» εκείνη τη χρονική περίοδο.
Ξέρω ότι η μητέρα μου εξαφανίστηκε ξαφνικά, εσύ είπες καρδιακή προσβολή.
Δε έγινε νεκροψυχία, δεν υπήρξαν ερωτήσεις.
Πλήρωσες για γιατρούς, αστυνομία.
Μια φωνή ψιθυρίζει στο χωριό.
Πίσω από τα παράθυρα τυλίγονται φοβισμένοι βλέμματα. — Ψέματα! — φωνάζει ο Μιχάλης. — Όλοι ξέρουν ότι ήσουν άρρωστος… — Άρρωστος; — διακόπτει η Αγγέλα σκληρά. — Ή μήπως το πλούτο σου σε εμπόδισε; Ο άντρας τρέμει, αλλά ξαναβρίσκει τη φωνή του. — Δεν έχεις αποδείξεις. Η Αγγέλα υψώνει το χέρι. — Τι είναι αυτό; Τραβά ένα λεπτό, ξεθώριασμένο τετράδιο.
Το πρόσωπό του γίνεται γκρι-άσπρο. — Αυτό… — Ναι.
Το ημερολόγιο της μητέρας μου.
Το βρήκα σε ένα παλιό σεντούκι ενός ξαδέλφου.
Εκεί είναι όλα: οι φόβοι της, οι παραπομπές.
Έγραψε πως έβαλες φάρμακο στο τσάι της για να φαίνεται αδύναμη.
Έγραψες ψεύτικο διαθήκη.
Τα μάτια του Μιχάλη απλώνονται.
Το μπαστούνι του βρέχει από το χέρι και σχεδόν πέφτει στο έδαφος. — Ψέματα… όλα ψέματα… Η Αγγέλα σήκωσε τους ώμους. — Ίσως.
Αλλά ξέρεις τι λατρεύουν οι δημοσιογράφοι; Ιστορίες σαν κι αυτή.
Κι ειδικά όταν έχουν αποδεικτικά.
Η σιωπή βαραίνει το δρόμο.
Μόνο ο άνεμος ψιθυρίζει τα φύλλα. Ο Μιχάλης σηκώνει το χέρι σαν να θέλει να χτυπήσει, τρέμει.
Το μπαστούνι γλιστρά, και αυτός καταρρέει στο σκαλοπάτι μπροστά από την βεράντα.
Το πρόσωπό του παραμορφώνεται, η αξιοπρέπεια του αντικαθίσταται από αντοχή.
Ο αρχηγός της φατρίας φαίνεται για πρώτη φορά αδύναμος. — Αυτό είναι το δικό μου δρόμο… — βρυχάται, παλεύοντας για αέρα. — Όχι πια, — ψιθυρίζει η Αγγέλα.
Γυρίζει και κατευθύνεται προς το αυτοκίνητο.
Τότε, ξαφνικά, βγαίνουν από τα σπίτια οι γείτονες.
Η θεία Ελένη, αχνή, με ασημένια μαλλιά, σφίγγοντας ένα χαρτί. — Έχεις δίκιο! — φωνάζει. — Του πούλησα τα πάντα… δεν μπορούσαμε να πληρώσουμε τα χρέη… Ακολουθεί ο θείος Στέφανος, με το βλέμμα κάτω. — Η επιχείρησή μου κατέρρευσε, — murmurs. — Και εγώ υπέγραψα.
Η φωνή του πλήθους δυναμώνει.
Κάποιοι κλαίουν, άλλοι βρίζουν.
Ο δρόμος, που μέχρι τώρα έμοιαζε άψογος, καταρρέει υπό το… Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους