—Σας παρακαλώ, σε ποιον μιλάω; — είπε η Μαρία Φεδορίδου, βγάζοντας στον προπύργιο με τον Νίκο, και κοίταξε τον άμεση επισκέπτη. — Είμαι η Μαρία Φεδορίδου! Είμαι η εγγονή, καλύτερα, η εφθύγας της...
—Σας παρακαλώ, σε ποιον μιλάω; — είπε η Μαρία Φεδορίδου, βγάζοντας στον προπύργιο με τον Νίκο, και κοίταξε τον άμεση επισκέπτη. — Είμαι η Μαρία Φεδορίδου! Είμαι η εγγονή, καλύτερα, η εφθύγας της.
Είμαι η κόρη του Αλεξάνδρου — του μεγαλύτερου γιου της Μαρίας. Η Μαρία, καθισμένη σε ένα ξύλινο παγκάκι που λούζεται στο φως του ήλιου, απολάμβανε τις πρώτες ζεστές μέρες του άνοιξης.
Ήρθε η εποχή που όλοι περίμεναν.
Μόνο ο Θεός ήξερε πώς η Μαρία είχε αντέξει το παρελθόντα χιόνι. «Δεν θα αντέξω άλλο έναν χειμώνα!» σκέφτηκε η Μαρία, και με ανάσα ανακούφισης άφησε το βάρος του παλιού χρόνου.
Δεν φοβόταν πλέον να βγει.
Αντίθετα, περίμενε τη στιγμή.
Οι πατάτες είχαν ήδη μαζευτεί· είχε αγοράσει και τα ρούχα που της άφησαν τα χρόνια.
Τίποτα δεν κράτησε τη Μαρία Φεδορίδου σε αυτόν τον κόσμο. *** Κάποτε η ζωή της ήταν γεμάτη οικογένεια — ο σύζυγός της, ο Φώτος Ιβανίδης, ένας ψηλός άντρας, και τέσσερα παιδιά· τρία αγόρια και ένα κορίτσι, η Αθηνά.
Ζούσαν ευχάριστα, βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, σπάνια μιλούσαν ψέματα.
Τα παιδιά μεγάλωσαν, πήγαν κάθε τους δρόμο.
Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι σπούδασαν στο πανεπιστήμιο, πήγαν σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Πάτρα, δουλεύοντας.
Ο μέσος, που είχε δυσκολίες στο σχολείο, άνοιξε μια επιτυχημένη επιχείρηση, η οποία τον πήγε στην Αυστρία· εκεί έμεινε.
Η κόρη έφυγε προς την Αθήνα, και σύντομα παντρεύτηκε.
Στην αρχή οι επισκέψεις ήταν συχνές.
Τα γράμματα έφταναν στο παλιό γραμματοϊκό κουτί, και μετά το κινητό, άρχισαν οι τηλεφωνικές κλήσεις.
Οι εγγόνες έρχονταν μιά-μία· η Μαρία συγκέντρωνε την παλιά, φθαρμένη βαλίτσα της και πήγαινε «στην αγιά» μια από τις ανιψιές της.
Τα χρόνια πέρασαν· τα εγγόνια μεγάλωσαν και η φροντίδα της παππούς δεν χρειαζόταν πια.
Οι κλήσεις άρχισαν να μειώνονται· και το ραντεβού στην οικογενειακή εξοχική κατοικία έγινε ένα σπάνιο φεγγάρι.
Η δουλειά, οι οικογένειες, τα δικά τους παιδιά που μεγάλωναν, έσπασαν το δέσιμο.
Η μόνη πρόκληση για ένα ταξίδι πίσω στο παλιό σπίτι ήρθε όταν έμαθαν ότι ο πατέρας του Φώτου, ο Γιάννης, είχε πεθάνει.
Φαινόταν ένας αμετάβλητος άνθρωπος που θα ζούσε εκατό χρόνια· όμως η πραγματικότητα το απέδειξε διαφορετικά.
Μετά το πένθος, τα παιδιά πήγαν στους δικούς τους δρόμους.
Πρώτα κάλεσαν τη μητέρα, μετά οι κλήσεις εξαφανίστηκαν. Η Μαρία προσπάθησε να καλέσει μόνη της· σύντομα καταλάβαινε ότι τα παιδιά δεν ήθελαν πια να την ακούσουν· και αποσυρθηκε.
Έτσι πέρασαν τα τελευταία δέκα χρόνια· κάθε χρόνο κάποιος των παιδιών την θυμόταν και την τηλεφώνησε· και τότε η Μαρία, περπατώντας όλη η εβδομάδα, χαμογελούσε μόνο της.
Μια μέρα, όσο καθόταν στο παγκάκι, άκουσε μια φωνή: —Καλημέρα, θεία Μαρία! — φώναξε ένας νεαρός από πίσω το φράχτη, χαμογελαστός. — Δεν με θυμάστε; Η Μαρία κλείνει τα μάτια της για μια στιγμή: —Νίκο! Τι σου συνέβη; —Ναι, θεία Μαρία! — απάντησε ο νεαρός, και μπήκε στην αυλή. Ο Νίκος ήταν ο γιος των γειτόνων που έπαιζαν στο πικνίκ τη νύχτα· η Μαρία τον είχε θυμάται ως το πάντα πεινασμένο παιδί.
Τον τρέφωνε, του έδινε τα ρούχα που είχε απομείνει από τα παιδιά της, και του προσέφερε το σπίτι όταν οι γονείς του είχαν εορτάσει.
Μετά από λίγα χρόνια οι γονείς του Νίκου πέθαναν.
Τον πήραν σε ορφανοτροφείο· και από τότε η Μαρία τον έλειπε.
Η συνάντηση έφερε δάκρυα. —Πού ήσουν όλη αυτή τη χρονική περίοδο, Νίκο; — ρώτησε η Μαρία, γεμάτη χαρά. —Στο ορφανοτροφείο, μετά στο στρατό, μετά στο πανεπιστήμιο.
Επέστρεψα στην πατρίδα μου· θα ξαναχτίσω το χωριό! —Τι ξανά να ξαναχτίσουμε; — κούνησε η Μαρία το χέρι της. — Όλοι έχουν φύγει. —Τίποτα! Δε θα χαθώ! Αυτή η απάντηση άναψε μια νέα ζωή στη Μαρία. Ο Νίκος βρήκε δουλειά στον Ιωάννη, τον μεγαλύτερο αγρότη του χωριού.
Στα ελεύθερα του λεπτά, επισκευάζει το παλιό τουσπάκι που του άφησαν οι γονείς· και βοηθά τη Μαρία με τις δουλειές του αγρού. Η Μαρία, που δεν θα το έλεγε ποτέ “γιο μου”, γέμινε από γέλιο.
Πέρασαν τρία χρόνια έτσι. —Φεύγω, θεία Μαρία — είπε ο Νίκος μια μέρα, σαν να ζητούσε συγχώρεση — ο Ιωάννης είναι άπληστος· θέλει εργασία χωρίς πληρωμή.
Θα φύγω για δουλειά στην πόλη.
Μη με θυμηθείς. —Τι λες, Νίκο; — απάντησε η Μαρία, γεμάτη καλοσύνη — Πάμε με το Θεό! Η Μαρία ξανά έμεινε μόνη.
Μερικές φορές η μοναξιά της έφερνε δάκρυα· τα βράδια, περιμένει τη φθαίνουσα της ώρα. *** —Καλημέρα, θεία Μαρία! — ακούστηκε ξανά η φωνή. Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα στον φράχτη και είδε ένα γνώριμο πρόσωπο. —Νίκο! Είσαι εσύ; —Ναι, θεία Μαρία! — μπήκε μέσα με αυτοπεποίθηση ένας ψηλός, καλοεπιβλητικός νέος — ο Νίκος, οπλισμένος με νέο παλιό παλτό. — Επέστρεψα! Όπως το περασμένο καλοκαίρι! —Ω! Τι χαρά! — τρέμει η Μαρία, νιώθοντας το δάχτυλο του χρόνου να χτυπάει. — Έλα, έλα, Νίκο! Θα φτιάξω γρήγορα το τσάι! —Τσάι είναι τέλειο! — χαμογέλασε ο Νίκος, και πρόσθεσε: — Μόλις θα φτάσω στο σπίτι.
Δεν ήξερα ότι θα σε βρω, χωρίς προσφορά! Σε μισή ώρα, η χαρούμενη Μαρία και ο Νίκος καθόντουσαν σε ξύλινο τραπέζι, πίνąc φρέσκο ελληνικό καφέ από παλιές κεραμικές κούπες, ασυναγώνιστα χαρούμενοι. —Ήρθα να φύγω από εδώ για πάντα, Νίκο — ψιθυρίζει η Μαρία, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. —Τι λες! — την διακόπτει γελασμένος. — Έλα, θα χτίσουμε μαζί! Θα γίνει η πιο φημισμένη φάρμα της περιοχής! Κέρματα, ευρώ, όλα θα έρθουν! —Πού είναι οι άλλοι; — διακόπηκε η ατμόσφαιρα από μια νεαρή φωνή που έβγαινε από το παράθυρο. Η Μαρία κοίταξε έξω και είδε μια κοπέλα σε κοντό μανίκι και ψηλά τακούνια. —Σε ποιον ψάχνετε; — ρώτησαν Μαρία και Νίκο, βγάζοντας στο προπύργιο. —Είμαι η Βέρα, εγγονή του Αλεξάνδρου, του αρχικού γιου της Μαρίας.
Η μητέρα μου με έστειλε, αλλά το τηλέφωνο δεν έπλεγε! Άρα ήρθα με την τύχη. —Μπείτε μέσα! — είπε η Μαρία, αμήχανα, ενώ ο Νίκος έπιασε τη βαλίτσα της. Η Βέρα, γεμάτη ενέργεια, άρχισε να μοιράζει φαγητό και να μιλάει για τη ζωή της. —Δεν αγαπώ την πόλη.
Θέλω να ζήσω στο χωριό! Οι γονείς δεν με καταλαβαίνουν.
Ο παππούς Αλεξάνδρος μου πρότεινε να μείνω εδώ για λίγους μήνες· λέει πως αν μείνω, θα έρθω ξανά! Μου έστειλε και το πατέρα μου και ο παππούς… απλώς δεν τα κατάφερα να φτάσω.
Έχω λεφτά! Και ο πατέρας μου στέλνει φιλοξενία! Θα μείνω μέχρι τις εξετάσεις — σπουδάζω εξ αποστάσεως — και μετά θα φύγω! —Μείνε όσο θες! — είπε η Μαρία, με μια αχτίδα από ευτυχία στο πρόσωπό της. — Εγώ θα είμαι το χαρά σου! Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες· η Μαρία παρακολουθούσε τη Βέρα να εργαζεται στο κήπο με ευκολία· δεν έμοιαζε με κάποιου που ήρθε από την πόλη.
Με τη βοήθεια του Νίκου, η Βέρα ξανά καλλιέργησε το άμεσο αγρόκτημα, έσπασε νέες σειρές, έστησε θερμοκήπιο, αγόρασε σπορές από τους γείτονες και άρχισε να φυτεύει ό,τι ήθελε. Ο Νίκος, με τα χρήματα που κέρδισε, ξεκίνησε την κατασκευή … Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους