[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ημερολόγιο Πλοίου, πλάι σε ένα βρεγμένο χάρτη, χωρίς ημερομηνία Σα να άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου κι ο ουρανός, εκνευρισμένος απ’ τις προσευχές, ξέρασε πάνω μας τον θυμό του. Ο Λεβάντες πρώτος...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ημερολόγιο Πλοίου, πλάι σε ένα βρεγμένο χάρτη, χωρίς ημερομηνία Σα να άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου κι ο ουρανός, εκνευρισμένος απ’ τις προσευχές, ξέρασε πάνω μας τον θυμό του. Ο Λεβάντες πρώτος, γδάρτης των οριζόντων, κι από κοντά ο Πουνεντές, που ματώνει τα πανιά και βρυχάται όπως οι παλιοί θεοί.

Τα κύματα, θεριά χωρίς νόμο, σηκώνονταν ως τον ιστό.

Κύκλωπες ζωντανοί, με μάτι αφρισμένο και ανάσα που μύριζε θειάφι και χαμένες πατρίδες.

Το σκαρί, κορμί κουρασμένο, έτριζε όπως τρίζουν τα κόκαλα της σιωπής όταν ξυπνά ο φόβος στο τιμόνι.

Κι εγώ εκεί, με το χέρι κολλημένο στον τροχό, κρατώντας ίσα για να μη χαθώ.

Ένα σαπιοκάραβο, λες.

Μα εγώ το λέω «σπίτι». Γιατί εδώ μέσα έκλαψα, εδώ τραγούδησα, κι εδώ κάποτε αγάπησα μια φωνή απ’ το ραδιόφωνο να μου ψιθυρίζει κάτι για τη Ζανζιβάρη.

Πίσω στο λιμάνι άφησα ένα βλέμμα να με περιμένει.

Το άρωμα μιας παστρικιάς, βαρύ, πατρικιό, ανακατεμένο με γιασεμί και λαδομπογιά.

Ανακατεμένο με αποχαιρετισμούς που δεν είπα ποτέ δυνατά.

Πώς να δέσεις την ψυχή με κάβους; Δεν έχει μπίντες η νοσταλγία, ούτε φλόκους η θύμηση.

Η ψυχή είναι άγκυρα ριγμένη στο κενό, που πιάνει βυθούς αόρατους και τρίζει κάθε που φυσάει ο Λίβας.

Ο λοστρόμος, γέρος σαν φάρος σβηστός, μουρμουρίζει: «Ο χρόνος είναι θάλασσα.

Δεν έχει όχθη, ούτε επιστροφή.» Κι εγώ χαράζω χάρτες με μολύβι για λιμάνια που δεν υπάρχουν, μόνο και μόνο για να ’χω πού να επιστρέψω όταν ο Μαΐστρος λυσσάει και ρημάζει το μυαλό.

Κι έπειτα έρχεται εκείνη η σιωπή.

Η μία ώρα πριν το πρώτο φως, όπου όλα είναι πιο αληθινά.

Τότε καταλαβαίνεις: Δεν υπάρχει Ιθάκη.

Μόνο θάλασσες που ζητούν να τις περάσεις χωρίς να γίνεις σαν αυτές.

Η θάλασσα δεν θυμάται.

Σαν αγαπητικιά στα λιμάνια του κόσμου, δέχεται όσα της τάξεις, λόγια, δάκρυα, τάματα, ψέματα, και τα παίρνει χωρίς να στα δώσει πίσω ξανά.

Όχι γιατί σε συγχωρεί.

Αλλά γιατί δεν την νοιάζει.

Δεν έχει σάρκα, μα έχει έλξη.

Δεν έχει μάτια, μα σε κοιτά όταν είσαι αδύναμος και της ανήκεις.

Και τότε καταλαβαίνεις πως ποτέ δεν ήταν να σε αγαπήσει.

Ήταν να σε δοκιμάσει.

Να δει αν θα λυγίσεις.

Να δει αν θα της μοιάσεις.

Να μην της μοιάσεις.

Να μην ξεχάσεις.

Να μη γίνεις κι εσύ παγερός, να μη χαθείς στη δίνη της αδιαφορίας, να μη μάθεις να πνίγεις αντί να σώζεις.

Να κρατήσεις μέσα σου την τρέλα του ανέμου, αλλά όχι τη λήθη της αβύσσου.

Να ταξιδεύεις, ναι, μα να γυρίζεις, έστω και μισός.

Έστω και με την καρδιά φαγωμένη από την αλμύρα, αλλά ακόμα δική σου.

Γιατί πολλοί βγήκαν στο πέλαγος και γύρισαν πέτρες.

Άνθρωποι με μάτια σβηστά, πλοία δίχως σημαία, ψυχές σαν καράβια βυθισμένα σε ρηχά νερά.

Όμως εσύ, εσύ να μείνεις φως.

Έστω φανάρι πετρελαίου στην πλώρη, έστω σπίθα στον καιρό του Νοτιά. Για να πεις μια μέρα: «Δεν με κατάπιε η θάλασσα. Την έπλευσα. Και έμεινα ζωντανός.»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences