Από την ομιλία του καθηγητή Ιωαννιδη . Αξιότιμε κύριε πρύτανη, αξιότιμε κύριε κοσμήτορα, αξίοτιμε κύριε πρόεδρε, αγαπητέ κύριε Μπάγκο, αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, Σας...
Από την ομιλία του καθηγητή Ιωαννιδη . Αξιότιμε κύριε πρύτανη, αξιότιμε κύριε κοσμήτορα, αξίοτιμε κύριε πρόεδρε, αγαπητέ κύριε Μπάγκο, αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, Σας ευχαριστώ για την τεράστια τιμή.
Ο επίτιμος διδακτορικός τίτλος από το τμήμα Πληροφορικής με Eφαρμογές στην Βιοϊατρική του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας μου δίνει ιδιαίτερα μεγάλη χαρά.
Είμαι πολύ συγκινημένος να μπορώ να ανήκω στην οικογένεια του τμήματος σας, ένα από τα καλύτερα επιστημονικά τμήματα στην Ελλάδα με κορυφαία συμμετοχή στο παγκόσμιο ερευνητικό γίγνεσθαι στον ραγδαία εξελισσόμενο χώρο της βιοϊατρικής πληροφορικής. Διάλεξα για την ομιλία αποδοχής τον τίτλο «Βελτίωση της επιστημονικής έρευνας: προτάσεις, αποτυχίες, και επιτυχίες» (1) με το σκεπτικό να μοιραστώ μαζί σας κάποιες εμπειρίες και σκέψεις από μια επιστημονική διαδρομή όπου είχα την ευκαιρία να διδαχτώ καθημερινά από πολλούς άξιους συναδέλφους, μέντορες και μαθητές.
Σε όλους χρωστώ ευγνωμοσύνη για τις συνδρομές τους και εύχομαι να μην εγκαταλείψουν την προσπάθεια να με διδάσκουν, να με διορθώνουν και να με ερεθίζουν δημιουργικά, και να μην αποδεικνύομαι απολιθωμένος στις μεροληψίες μου.
Η κριτική σκέψη και ο επιστημονικός διάλογος και συλλογισμός πρέπει να σπάνε τα γνωστικά μου απολιθώματα.
Η βελτίωση της επιστημονικής έρευνας ακούγεται ίσως σαν κάτι εξαιρετικά κοινότυπο και αυτονόητο.
Από την ίδια τη φύση της, εξ ορισμού, η επιστήμη πρέπει να έχει την ιδιότητα να αυτο-διορθώνεται, δηλαδή να βελτιώνεται (2). Αυτό σημαίνει τουλάχιστον τρία συμπληρωματικά ζητούμενα.
Πρώτον να γίνεται επαρκέστερη, να εξηγεί περισσότερα πράγματα από τον φυσικό κόσμο.
Δεύτερον να γίνεται ακριβέστερη, να μετράει με μεγαλύτερη ακρίβεια και μικρότερο τυχαίο και συστηματικό σφάλμα. τα φαινόμενα.
Τρίτον, ελπίζει κανείς να γίνεται πιο χρήσιμη, πιο ωφέλιμη για όλους μας.
Όμως στις μέρες μας ακόμα και οι βασικοί ορισμοί του τι είναι και πώς γίνεται η επιστημονική έρευνα, με τι κανόνες και με τι θεμελιώδεις αρχές, βρίσκεται σε συνεχή επαναδιαπραγμάτευση.
Ενώ παραδοσικά η επιστημονική έρευνα διέθετε μια σχεδόν καθολική αναγνώριση και αποδοχή από το ευρύτερο κοινό, εδώ και μερικά χρόνια βλέπουμε μια διογκούμενη αμφισβήτηση (3). Η ένταση του φαινομένου διαφέρει από χώρα σε χώρα πάντως είναι ισχυρό στην Ελλάδα.
Ανάμεσα σε 68 χώρες, η Ελλάδα βρίσκεται στην 56η θέση ως προς την εμπιστοσύνη στην επιστήμη.
Πολλοί διαισθάνονται ότι η επιστήμη έχει ξεπουληθεί σε ισχυρούς, π.χ. σε ανάλγητα οικονομικά συμφέροντα που είναι περιφρονητικά ή και αντίθετα στο κοινωνικό συμφέρον.
Ή σε κάλπικους πολιτικούς ηγέτες, ανάλγητους μέχρι αηδίας αρκεί να κρατηθούν στην εξουσία.
Ή σε ιδεοληψίες που ποδοπατούν τον ορθολογικό σκεπτικισμό της επιστημονικής μεθόδου.
Ή σε έναν ελιτισμό προνομιούχων μιας ακαδημαϊκής ιντελιγκένσιας που έχει αποκοπεί από τις πραγματικές ανάγκες και τις ζωτικές αγωνίες των πολλών, των όλο και χειρότερα φτωχοποιημένων, των περιθωριοποιημένων πληβείων πολιτών δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.
Πολλοί ίσως μας κατηγορούν ότι, ενώ ο κόσμος καίγεται, στους ακαδημαϊκούς μας πύργους η φαιά μας ουσία ξοδεύεται σε φτηνά αναμασήματα δήθεν προοδευτικότητας, ξύλινου λόγου και εγωκεντρικής ματαιοδοξίας.
Η κριτική ίσως είναι σκληρή και μερικές φορές εμφανώς άδικη, ρητορικά εξεζητημένη, λαϊκιστική και υπερβολική, αλλά θα πρέπει να εισακουστεί, να συζητηθεί, και να αξιοποιηθεί αν θέλουμε να βελτιώσουμε την επιστήμη μας και την εικόνα της στο ευρύτερο κοινό.
Το να βλέπουμε παραπληροφόρηση (4) και εχθρούς της επιστήμης παντού, είναι μια πανεύκολη απλοποίηση, αλλά η μετατροπή αυτής της υφέρπουσας κρίσης σε μανία καταδίωξης δεν βοηθάει.
Ίσως, όταν βλέπουμε εχθρούς παντού, πρέπει να αναλογιστούμε μήπως οι χειρότεροι εχθροί μας είμαστε εμείς οι ίδιοι και η αβελτηρία μας και πρέπει να επιστρέψουμε με σύνεση, φρόνηση και αυταπάρνηση και ενσυναίσθηση στο να υπηρετήσουμε άδολα τη γνώση, τον συνάνθρωπο και το κοινωνικό σύνολο με επιστημονική σεμνότητα.
Ταυτόχρονα η επιστήμη τα τελευταία χρόνια δεν διαθέτει την ασφάλεια που προσέφεραν οι παραδοσιακοί της κοινωνικοί χώροι, τα προστατευμένα φυτώρια όπου άνθιζε υποστηριζόμενη από θεσμούς ελευθερίας, ανοχής, και εντιμότητας.
Η κλασική κοινωνιολογία της επιστήμης, για παράδειγμα, αναπτύχθηκε πάνω στην αρχή ότι η επιστήμη χρειάζεται ως προϋπόθεση για την άνθισή της την ελευθερία: ελευθερία σκέψης, λόγου και πράξης και μια ισχυρή, υγιή, λειτουργική δημοκρατία στο κοινωνικό υπόβαθρο.
Όταν δημοσίευσα το πρώτο μου άρθρο πριν 32 χρόνια, οι ειδικοί και μη ειδικοί θα κατέδειχναν ως αυτονόητο και αυταπόδεικτο με σκληρά βιβλιογραφικά δεδομένα ότι η επιστημονική έρευνα παράγεται και δημοσιεύεται σχεδόν αποκλειστικά από ανοιχτά ιδρύματα σε δημοκρατικές χώρες.
Σήμερα τίποτε από αυτά δεν ισχύει.
Όπως δημοσίευσα πρόσφατα (5), το 78% των επιστημονικών δημοσιεύσεων προέρχονται από χώρες που δεν είναι πλήρεις δημοκρατίες και το 92% προέρχονται από χώρες που δεν έχουν καλή ελευθερία του τύπου.
Ανάμεσά τους δυστυχώς και η Ελλάδα όπου στην πλέον πρόσφατη κατάταξη ελευθερίας του τύπου (6) βρισκόμαστε στην 85η θέση, κοντά στον πάτο ανάμεσα στις χώρες που αξιολογούνται από τους Reporters without Borders.
Ανοίγω εδώ μια παρένθεση σε μια προσπάθεια εθνικής αυτογνωσίας.
Οι πέντε χώρες που βρίκονται ακριβώς από πάνω μας σε καλύτερη θέση (81-85η) είναι η Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία, το Ψευδοκράτος της Βορείου Κύπρου, η Αλβανία, το Κόσοβο, και η Μογγολία.
Η τραγωδία της εκφραστικής ανελευθερίας είναι μάλιστα για εμάς 100 φορές χειρότερη, γιατί σε αντίθεση με τις ανελεύθερες χώρες που ανέφερα, εμείς έχουμε εκατοντάδες φορές περισσότερους καταξιωμένους επιστήμονες που αγωνίζονται πρακτικά εξόριστοι μέσα στην Ελλάδα, στην ίδια τους στη χώρα σε ηρωικές συνθήκες, ή αυτο-εξόριστοι στο εξωτερικό.
Το πώς η Ελλάδα με τέτοιο κορυφαίο επιστημονικό δυναμικό έχει κατορθώσει να βρίσκεται σε κατάσταση βαριάς ανελευθερίας έκφρασης και κατασκευασμένης πραγματικότητας στο δημόσιο χώρο χωρίς σοβαρές αντιστάσεις, είναι φαινόμενο μοναδικό στην υφήλιο, με εξαίρεση ϊσως την Σιγκαπούρη (7). Η μικροσκοπική χώρα της Ασίας έχει επίσης κορυφαίο επιστημονικό δυναμικό και ταυτόχρονα πολύ χαμηλή βαθμολογία στην ελευθερία του τύπου.
Μοιράζεται με την Ελλάδα το καθεστώς ισχυρής οικογενειοκρατίας και ολιγαρχίας που μονοπωλεί την δημοκρατική εξουσία επί δεκαετίες.
Η διαφορά είναι ότι ενώ και στις δυο χώρες η δημόσια παρεχόμενη και διαχεόμενη πληροφορία έχει παραχαραχτεί κραυγαλέα προς όφελος του εκάστοτε καθεστώτος, η Σιγκαπούρη διαθέτει 4 φορές μεγαλύτερο κατά κεφαλή εισόδημα από την Ελλάδα.
Στην κατάταξη PISA για την εκπαιδευτική δεξιότητα 15χρονων μαθητών ή Ελλάδα είναι 44η σε μαθηματικά, 44η σε φυσικές επισρήμνες και 41η σε κατανόηση κειμένου (πολύ κάτω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ), ενώ η Σιγκαπούρη καταλαμβάνει την π΄ρωτη θέση σε όλα τα αντικείμενα. Η Σιγκαπούρη είναι κορυφαία στον κόσμο σε ανταγωνιστικότητα ενώ η Ελλάδα βρίσκεται μετά βίας κάπου στην 59η θέση στα αντίστοιχα Competitive Rankings. Η Σιγκαπούρη με τον συχνά αποπνικτικό από την υγρασία καιρό προσελκύει μερικούς από τους καλύτερους επιστήμονες, επιχειρηματίες, επενδυτές, και δημιουργούς από όλο τον κόσμο, ενώ η πανέμορφη Ελλάδα προσπαθεί να προσελκύσει μόνο τουρίστες σε παραλίες με υπερτουρισμό χαμηλού budget.
Δυστυχώς παρά τα μυθεύματα περί brain gain, η ελληνική ολιγαρχία έχει παραδοσιακά στηρίξει τη μετριοκρατία και την αχρηστοκρατία και κάνει ότι μπορεί για να εκδιώξει από τη χώρα όποιον νέο άνθρωπο έχει όνειρα για κάτι καλύτερο.
Αν ήδη δημιουργούνται ερωτήματα για το κατά πόσο μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την επιστημονική έρευνα όταν η βιβλιογραφία της προέρχεται από χώρες όπου είτε στραγγαλίζεται στυγνά και απολυταρχικά ή υποκλέπτεται τεχνιέντως και θρασύδειλα η ελευθερία τους, ακόμα περισσότερα ερωτήματα δημιουργούνται όταν αναλογιστούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής έρευνας πλέον είναι αδιαφανές και δεν αφήνει καν κάποιο αποτύπωμα στην επιστημονική βιβλιογραφία.
Είναι ένα σύμπαν σκοτεινής ύλης και σκοτεινής ενέργειας (8). Η δημόσια χρηματοδότηση που συνήθως διεκδικεί (έστω και με μέτρια επιτυχία) ως προϋπόθεση και την δημο-σίευση των αποτελεσμάτων στον ανοιχτό, διαφανή «δήμο» έχει περιοριστεί σε ένα μικρό ποσοστό της επιστημονικής έρευνας.
Το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας στηρίζεται σε ιδιωτικά κεφάλαια που έχουν σαφείς ιδιώνυμους στόχους και προτεραιότητες τη μεγιστοποίηση των κερδών του εκάστοτε σπόνσορα.
Βέβαια για τις μεγάλες εταιρείες της φαρμακευτικής βιομηχανίας, η επιστημονική δημοσίευση παρέμενε χρήσιμο και ποθητό εργαλείο μέχρι και πρόσφατα, καθώς μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο για την αδειοδότηση και ευρύτερη χρήση των προϊόντων τους.
Ούτε προσπαθώ εδώ να μειώσω την αναμφίβολη, τεράστια αξία της υγιούς επιχειρηματικότητας στη μετάφραση της ερευνητικής προσπάθειας σε ωφέλιμες τεχνολογίες και προϊόντα.
Πάντως για τους μεγάλους τεχνολογικούς κολοσσούς και τους τεχνοβλαστούς τεχνητής νοημοσύνης που κυριαρχούν στις αγορές σήμερα, η επιστημονική δημοσίευση συνήθως δεν αποτελεί προτεραιότητα.
Εξαιρέσεις όπως το AlphaFold για την πρόβλεψη της δομής των πρωτεϊνών που οδήγησε σε βραβείο Νόμπελ απλώς επικυρώνουν τον κανόνα.
Η φήμη και η διαφήμιση έχουν πλέον αντικαταστήσει κατά κόρον την πληροφορία.
Η κυριαρχία στην αγορά και στην κοινωνία δεν χρειάζεται καν να κριθεί από ισότιμους συναδέλφους peers, να δημοσιευτεί, να γίνει κοινή γνώση.
Εταιρείες τεράστιας κεφαλοποίησης και εκτιμώμενης αξίας αρκούνται να διεκδικήσουν μέγιστα κέρδη και μέγιστο τεχνολογικό έλεγχο της καθημερινότητας χωρίς να λογοδοτήσουν πουθενά, πόσο μάλλον στα αργοκίνητα, συχνά ακόμα και αρτηριοσκληρυντικά, φόρα των βιοϊατρικών περιοδικών.
Με αυτή την εξέλιξη, ταυτόχρονα σχεδόν όλη η υπολογιστική ισχύς συγκεντρώνεται εκτός των παραδοσιακών ακαδημαϊκων και ερευνητικών ιδρυμάτων.
Αν αυτό συνεχιστεί, εμείς οι πανεπιστημιακοί μπορεί μεν να συνεχίσουμε να δημοσιεύουμε σε επιστημονικά περιοδικά, αλλά η πραγματικά επιδραστική έρευνα και τεχνολογία θα πραγματώνεται αλλού.
Τα περισπούδαστα επιστημονικά περιοδικά μας μπορεί να καταντήσουν παιδικές χαρές όπου τα παιδία παίζει.
Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις θα είναι απλώς χαρτιά, κάτι σαν κάρτες και αυτοκόλλητα που βρίσκεις μέσα σε σοκοφρέτες και τσίχλες – αν μαζέψεις αρκετά αυτοκόλλητα μπαμπαλού, γίνεσαι καθηγητής πανεπιστημίου.
Ακόμα και το ποιοι και τι είναι και θα είναι οι ερευνητές και οι έρευνες του παρόντος και του μέλλοντος είναι στις μέρες μας υπό αίρεση.
Με την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης, σχεδόν όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες μπορούν να εκτελεστούν πλέον από μη ανθρώπινους πράκτορες και ρομπότ που συνδυάζουν αντίληψη, συλλογισμό, σχεδιασμό, και δράση.
Πλέον πάνω από 50% των άρθρων που θα βρεί κάποιος στο διαδίκτυο είναι γραμένα ή μεταφρασμένα από τεχνητή νοημοσύνη, όχι από ανθρώπους (9). Επιστημονικά άρθρα, π.χ., μπορούν πλέον να γραφτούν μέσα σε δευτερόλεπτα.
Ίσως η ποιότητά αυτών των κατασκευασμάτων να τίθεται δικαιολογημένα σε αμφισβήτηση, αλλά συγκριτικά η «γνήσια» ανθρωπογενής βιβλιογραφία δεν είναι και κανένα διαμάντι.
Περισσότερο με σκουπιδότοπο μοιάζει όπου τυχαίνουν να βρίσκονται εδώ και εκεί κάποια αξιόλογα επιτεύγματα μέσα στα σαρίδια.
Ο ετήσιος αριθμός των πλαστών άρθρων που κατασκευάζονται από τεχνητή νοημοσύνη ίσως να ξεπερνούν πλέον το ένα εκατομμύριο κάθε χρόνο.
Ο αριθμός των ασήμαντων άρθρων που δεν χρειάζεται καν να διερωτηθούμε αν είναι λανθασμένα ή πλαστά (καθώς είναι απλώς άχρηστα), είναι πολλά εκατομμύρια.
Αλλά ακόμα και για την πλέον σοβαρή έρευνα, ήδη έχουμε τη δυνατότητα να αφήσουμε ομάδες πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης στην ησυχία τους να την εκτελέσουν.
Γιατί όχι και να την κρίνουν.
Γιατί όχι και να την εκδώσουν (10). Πηγαίνουμε λοιπόν σε μικτές επιστημονικές κοινωνίες ανθρώπων-επιστημόνων και επιστημόνων-ρομπότ; Ή μήπως και σε ένα μοντέλο γκετοποίησης της επιστημονικής έρευνας; Μήπως η σοβαρή επιστημονική έρευνα θα γίνεται, θα αποτιμάται και θα χρησιμοποιείται από ρομπότ, ενώ οι άνθρωποι επιστήμονες μπορεί να διατηρήσουμε κάποια επιστημονικά περιοδικά σε ένα ασήμαντο γκέτο; Καπως με τον ίδιο τρόπο όπως σε ένα ζωολογικό κήπο οι πίθηκοι χρειάζονται και μια μικρή τεχνητή λίμνη και μερικά δέντρα για να κρέμονται και να περνάνε την ώρα τους; Τρομάζω να το σκέφτομαι, και ελπίζω να μην καταλήξω να κρέμομαι από κάποιο ασήμαντο επιστημονικό κλαδί τρώγοντας την ώριμη ερευνητική μπανάνα μου.
Με αυτό το εκρηκτικό μίγμα δυνατοτήτων και αβεβαιότητας, οι προτάσεις για το πώς να βελτιωθεί – ή ακόμα και στοιχειωδώς να διασωθεί – η επιστημονική έρευνα πληθαίνουν.
Έχουμε δει ήδη πολλές προτάσεις εδώ και πολλά χρόνια.
Όπως λέει ο αγαπημένος μου ποιητής (11), Wo aber Gefahr ist, wächst Das Rettende auch.
Όταν υπάρχει κίνδυνος, εμφανίζεται και η σωτηρία.
Δυστυχώς στην επιστήμη έχουν εμφανιστεί πολλοί σωτήρες, και οι παρατάσεις σωτηρίας είναι συχνά αντιφατικές και συγκεχυμένες.
Με την απόσταση κάποιου χρόνου και με τη διαθεσιμότητα κάποιων εμπειρικών δεδομένων, πρέπει να παραμένουμε πάντα διαθέσιμοι να ακούσουμε κριτική για το αν οι προτάσεις αυτές έχουν επιτύχει ή αποτύχει.
Μήπως ήταν όλες αποτυχημένες και για αυτό έχουμε φτάσει εδώ που φτάσαμε; Ελπίζω όχι, υπήρχαν επιτυχίες αναμφίβολα.
Ποιος μπορεί να μην αποδεχτεί ότι η επιστήμη είχε και έχει στιγμές κορυφαίας ανάτασης και ζωτικής προσφοράς, ότι όπως λέω πυκνά συχνά η επιστήμη είναι ότι καλύτερο μπορεί να συμβεί στον Homo sapiens; Όμως οι όποιες επιτυχίες δεν ήταν και δεν είναι εύκολες.
Χρειάστηκαν σκληρή προσπάθεια, συμμετοχή ευρέως της επιστημονικής κοινότητας και πολλών άλλων φορέων που ενδιαφέρονται – ή θα πρέπει να ενδιαφέρονται – για την έρευνα: χρηματοδοτικοί οργανισμοί, πανεπιστήμια, ερευνητικά ιδρύματα, περιοδικά και εκδότες, και το γενικό κοινό που έχει μόνο να κερδίσει όταν η επιστήμη κάνει πραγματική πρόοδο αλλά και συμπάσχει όταν η επιστήμη πάσχει.
Ενδεικτικά, πριν 12 χρόνια, σε ένα άρθρο με τίτλο How to make more published research true, είχα προτείνει τη συγκρότηση των προτάσεων για βελτίωση της επιστημονικής έρευνας σε 12 οικογένειες (12). Θα ήθελα να ανατρέξω με κριτικό πνεύμα για να δούμε αν κάποιες από αυτές τις προτάσεις οδήγησαν στο μεταξύ σε αποτυχίες ή επιτυχίες.
Η συνεργατικότητα και η έμφαση σε μεγάλες μελέτες με συμμετοχή πολλών επιστημόνων νομίζω απέδωσε αρκετούς καρπούς.
Μεγάλα επιστημονικά εγχειρήματα δεν θα είχαν πραγματωθεί, από τη γενετική ως τη φυσική, χωρίς την συσπείρωση μεγάλων ομάδων επιστημόνων σε κοινούς σκοπούς.
Πιθανά μειονεκτήματα είναι η μεγάλη επένδυση που χρειάζονται συχνά τέτοιες προσπάθειες και η πιθανή δημιουργία ισχυρών πόλων που δύσκολα αμφισβητούνται από μονήρεις outsiders εκτός των τειχών.
Όμως η σωρρευτική απώλεια σε χρήματα, υλικό και προσπάθεια από την κατάτμηση σε μικρές ερευνητικές προσπάθειες μπορεί να είναι πολύ χειρότερη ακόμα και όταν οι μεγάλοι συνασπισμοί δεν οδηγούν σε θεαματικά αποτελέσματα.
Ίσως μάλιστα ένα χρήσιμο μάθημα από τη δημιουργία μεγάλων συνασπισμών με διαφάνεια είναι ότι τα θεαματικά αποτελέσματα σπανίζουν.
Για παράδειγμα, εκεί που περιμέναμε η πληθυσμιακή γενετική να τροποποιήσει την ιατρική πατόκορφα, μπορεί να βρήκαμε χιλιάδες γενετικές συσχετίσεις αλλά η χρησιμότητά τους και η διείσδυσή τους στην ιατρική πράξη παραμένει ασήμαντη.
Η προτροπή για την ανάπτυξη μιας κουλτούρας επαλήθευσης με περισσότερες μελέτες επαναληπτότητας οδήγησε πολλά επιστημονικά πεδία σε συστηματική επιχείρηση αυτογνωσίας.
Προσπάθειες να εξεταστούν κάτα πόσο ευσταθούν τα ευρήματα μελετών σε διάφορα επιστημονικά πεδία έχουν δείξει ότι περίπου στα τρία τέταρτα των δημοσιευμένων μελετών η πληροφορία που είναι διαθέσιμη δεν επαρκεί για να επαναληφθούν τα αντίστοιχα πειράματα και οι υπολογισμοί.
Όταν μπορούν να επαναλαμβάνονται, τα αποτελέσματα είναι διαφορετικά περίπου τις μισές φορές.
Και το μέγεθος των ευρημάτων συρρικώνεται περίπου στο ένα τρίτο. Απογοητευτικό; Μισογεμάτο ή μισοάδειο ποτήρι; Σημασία έχει ότι έχουμε πλέον μια τροχιοδεικτική ένδειξη για το πού βρισκόμαστε και πού πάμε.
Σε κάποια πεδία, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που λένε ότι βελτιώνονται ως προς αυτά τα κριτήρια.
Ίσως κάτι κάνουμε σωστά – αν και δεν υπάρχει συμφωνία, τι ακριβώς είναι αυτό.
Η προ-αρχειοθέτηση μελετών, πρωτοκόλλων, και η πίεση να γίνουν διαθέσιμα και ανοιχτά δεδομένα, αλγόριθμοι, μέθοδοι, λογισμικό και άλλο υλικό που αποτελεί την ραχοκοκκαλιά της ερευνητικής προσπάθειες έχει οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση της ελεύθερα διαθέσιμης πληροφορίας, και του αντίστοιχου ερευνητικού υλικού.
Ταυτόχρονα έχουμε δει και το μετασχηματισμό ένός μεγάλου ποσοστού της έρευνας σε in silico για να διαχειριστούμε αυτή την τεράστια διαθέσιμη πληροφορία.
Πάντως το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας παραμένει αδιαφανές και αδύνατο να ελεγχθεί ουσιαστικά, όπως ήδη ανέφερα.
Μόνο επιπολής εκτίμηση μπορεί να γίνει για τις περισσότερες επιστημονικές μελέτες, ενστικτώδης παρά λελογικευμένη.
Ταυτόχρονα, δυστυχώς η μάχη για την ανοιχτή επιστήμη χρησιμοποιήθηκε παραποιημένη για να υπηρετήσει και αλλους καθόλου ευγενείς σκοπούς.
Για παράδειγμα, οι εκδότες μπορέσανε να δικαιολογήσουν να ζητάνε πλέον χιλιάδες ευρώ, ενίοτε ακόμα και πάνω από 12.000 ευρώ από τους συγγραφείς για να δημοσιεύουν ένα επιστημονικό άρθρο.
Ανοικτό άρθρο δηλαδή να εννοείται απλώς ένα αρχείο pdf.
Πρόκειται για μεγάλη πλάνη και παραποίηση και φυσικά οδηγεί πολλούς ερευνητές, ειδικά σε χώρες όπου η χρηματοδότηση της έρευνας είναι πενιχρή, όπως η Ελλάδα, σε απόγνωση.
Η προσπάθεια να περιοριστούν τα συγκρουόμενα συμφέροντα μάλλον έχει στεφτεί απο πολλές αποτυχίες.
Στους τύπους, αρκετοί οργανισμοί κάνανε κάποια βήματα διαφάνειας και απεξάρτησης από ισχυρά συμφέροντα, π.χ. περιορίσανε τις εμφανείς παραμορφώσεις των επιτροπών ειδικών που αναλάμβαναν να γράψουν επιδραστικές κατευθυντήριες γραμμές για το τι πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην ιατρική πράξη.
Είναι λιγότερο ανεκτό πλέον οι επιτροπές να έχουν ξεδιάντροπα εξαγοραστεί από σπόνσορες.
Όμως τα παραθυράκια έχουν πληθύνει.
Για παράδειγμα, μια επιτροπή μπορεί κάλλιστα να σχηματιστεί από ειδικούς που όλοι είναι γνωστό ότι συμφωνούν με συγκεκριμένες θέσεις, ακόμα και αν δεν έχουν εμφανώς χρηματικό ώφελος.
Το κέρδος τους είναι απλώς το γεγονός ότι αποκτούν το ρόλο ισχυρών δικτατορίσκων.
Η επιστήμη δια επιτροπής αποτελεί πεδίο δόξης λαμπρό για επιχειρηματικές, πολιτικές, και ιδεολογικές παρεμβάσεις.
Η χρήση βελτιωμένων στατιστικών, υπολογιστικών και πληροφορικών μεθόδων έχει δημιουργήσει μια μεθοδολογικά ισχυρότερη βιβλιογραφία σε αρκετά επιστημονικά πεδία.
Ταυτόχρονα πολλοί επιστήμονες που στο παρελθόν δεν είχαν ποτέ φύγει έξω από τον πάγκο του εργαστηρίου τους ή την κλινική τους έχουν διαπιστώσει ότι οι ερευνητικές τους προσπάθειες θα παραμείνουν ανώριμες ή και παιδαριώδεις αν δεν έχουν την σύμπραξη των σύγχρονων πληροφορικών κατακτήσεων – αυτών που υπηρετούν με τόση αριστεία το τμήμα Πληροφορικής με Εφαρμογές στην Βιοϊατρική που Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Μια πιθανή παρενέργεια όμως είναι η διαθεσιμότητα εξαιρετικά πολύπλοκων μοντέλων και λογισμικού σε ένα ευρύτερο κοινό που δεν ξέρει πώς να το χρησιμοποιήσει – αλλά το χρησιμοποιεί.
Τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα μάλιστα μπορούν να προσδώσουν την αίγλη εμπειρογνώμονα μεθοδολόγου ακόμα στον τελευταίο αγεωμέτρο πανάσχετο.
Το αποτέλεσμα είναι πληροφορικά πυκνά άρθρα με εξεζητημένες εφαρμογές που σε πιο προσεκτική ανάγνωση αποδεινύονται ασκήσεις σε υψηλόβαθμη ανοησία.
Σε αυτές τις περιπτώσεις τα λάθη και οι μεροληψίες μπορούν να πολλαπλασιαστούν παρά να μειωθούν.
Το να αναπτύξουμε έναν μεγαλύτερο αριθμό έμπειρων υπολογιστικών επιστημόνων και να μπορέσουμε να διεισδύσουμε με υγιείς στατιστικές και υπολογιστικές τεχνικές στην ευρύτερη ερευνητική προσπάθεια αποτελεί ένα συνεχές ζητούμενο.
Η βελτίωση της ερευνητικής προσπάθειας μπορεί να γίνει σε όλα τα στάδια (13): στη σύλληψη της ιδέας, στην ανάπτυξή της, στο πρωτόκολλο, στην εκτέλεση και συλλογή στοιχείων, στην ανάλυση, στην παρουσίαση και δημοσίευση και στη διάδοση και χρήση της επιστημονικής πληροφορίας.
Έχω συμμετάσχει σε προσπάθειες που έχουν γίνει να επηρεάσουμε όλα αυτά τα βήματα.
Η γεύση που μου έχει μείνει είναι γλυκόπικρη.
Για παράδειγμα, μέσα από το συνασπισμό EQUATOR έχουμε συγκεντρώσει πολλές εκατοντάδες επικυρωμένων προσπαθειών να κατασκευαστούν κατευθυντήριες γραμμές για το πώς πρέπει να παρουσιάζονται μελέτες με διαφορετικό σχεδιασμό, π.χ. τυχαιοποιημένες δοκιμές (14), μελέτες παρατήρησεις, μετα-αναλύσεις, μελέτες διαγνωστικών δοκιμασιών, προγνωστικών μοντέλων κ.ο.κ. Από όσο φαίνεται, οι προσπάθειες αυτές φαίνεται να βελτιώνουν την πληρότητα της καταγραφής στοιχείων που χαρακτηρίζουν πώς έγινε, πώς αναλύθηκε και πώς σχολιάζεται μια επιστημονική μελέτη.
Όμως ίσως η πλήρης (και ελπίζουμε, χωρίς να είμαστε βέβαιοι, και τίμια) καταγραφή του τι έγινε, να μην αρκεί.
Μια κακά σχεδιασμένη μελέτη που θα παρουσιαστεί με λεπτομέρεια και καθαρότητα δεν παύει να είναι μια κακά σχεδιασμένη μελέτη.
Με την πάροδο του χρόνου αρχίσαμε να προωθούμε επίσης κατευθυντήριες γραμμές για τον σχεδιασμό μελετών.
Ίσως καλύτερα να παρέμβει κανείς πιο νωρίς, αλλά ίσως και πάλι να είναι αργά, αν η συνολική ατζέντα είναι λανθασμένη και αποπροσανατολισμένη.
Τα ίδια μπορεί να πει κανείς και για παρεμβάσεις σχετικές με τη βελτίωση της διαδικασίας κρίσης (15). Ότι η διαδικασία επιστημονικής κρίσης της επιστήμης είναι προβληματική και μεροληπτική είναι γνωστό ευρέως.
Αλλά εκατοντάδες προτάσεις για το τι άλλο μπορούμε να κάνουμε, έχουν οδηγήσει σε ισχνά αποτελέσματα.
Ίσως όταν γίνεται η κρίση είναι πλέον πολύ αργά.
Ίσως οι κριτές μας είναι ανθρώπινοι, μέτριοι, εσφαλμένοι.
Ίσως χρειαζόμαστε κρίση νωρίτερα, ή αργότερα ή συνέχεια.
Αλλά ταυτόχρονα να μην το παρακάνουμε.
Η επιστήμη δεν μπορεί να περιλαμβάνει μόνο κρίση και κατάκριση, πρέπει να έχει και έργο που θα κριθεί ή έστω θα κατακριθεί.
Ίσως δεν σας φώτισα και δεν σας έδωσα καθαρές απαντήσεις, αλλά εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν.
Η επιστήμη και η επιστημονική έρευνα είναι δύσκολη υπόθεση, Δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπια, δεν υπάρχουν εύκολες συνταγές (16). Αν υπήρχαν, θα άνοιγε κάποιος έναν τσελεμεντέ, θα ακολουθούσε τα βήματα της συνταγής και θα έπαιρνε ένα βραβείο Νόμπελ με την ίδια ευκολία και σιγουριά που φτιάχνει κάποιος ένα πιάτο σουτζουκάκια.
Η επιστημονική έρευνα έχει το στοιχείο της έκπληξης, της αβεβαιότητας όσο κι αν θέλουμε να είμαστε βέβαιοι, την απροσδιοριστίας όσο και να προσπαθούμε να προσδιορίσουμε.
Ειναι σπαρμένη με λάθη, πισογυρίσματα, πορείες μη γραμμικές, μια περιπλάνηση στη ζούγκλα χωρίς να έχει εξασφαλιστεί καν η έξοδος από το πυκνό τροπικό δάσος των σφαλμάτων μας.
Μπορεί κάλλιστα να χαθούμε σε αυτό το δάσος και μαζί με εμάς να χαθούνε και οι μαθητές μας, και οι άσθενείς μας, και η κοινωνία που περιμένει από εμάς.
Σας μιλάω όχι σαν γνώστης, αλλά σαν κάποιος που, είμαι βέβαιος για αυτό, έχω κάνει πολλά σφάλματα ψάχνοντας.
Σαν επιστήμονας ελπίζω να μπορέσω να συνεχίσω να ψάχνω και να βρίσκω ότι έκανα σφάλματα.
Το εναλλακτικό σενάριο δεν είναι να μην κάνουμε σφάλματα, αυτό είναι αδύνατον.
Το εναλλακτικό σενάριο είναι να κάνουμε σφάλματα και απλώς να μην τα αναγνωρίζουμε, να έχουμε τυφλωθεί στις μεροληψίες μας.
Μακάρι κάποιοι επιστήμονες να κάνουν μεγάλες ανακαλύψεις και να βοηθήσουν την κοινωνία και τους συνανθρώπους μας.
Επειδή όμως αυτό θα συμβεί σε λίγους επιστήμονες, εύχομαι τουλάχιστον να μπορούμε όλοι εμείς που πασχίζουμε στην επιστημονική έρευνα να κάνουμε σφάλματα, πολλά σφάλματα, και να τα αναγνωρίζουμε εγκαίρως, με παρρησία, ειλικρίνεια, και ανιδιοτέλεια.
Σας ευχαριστώ και πάλι για αυτή την τεράστια τιμή και σας εύχομαι κάθε καλό, κάθε χαρά και ευτυχία, και κάθε επιτυχία στο δρόμο σας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους