Το καλοκαίρι του 2007, η Νέα Υόρκη ζούσε στον ρυθμό του Άρθουρ Μίλερ. Το πρόσωπό του βρισκόταν σε κάθε τεράστια αφίσα της Times Square, το όνομά του εγγυόταν εκατομμύρια δολάρια στα ταμεία των...
Το καλοκαίρι του 2007, η Νέα Υόρκη ζούσε στον ρυθμό του Άρθουρ Μίλερ.
Το πρόσωπό του βρισκόταν σε κάθε τεράστια αφίσα της Times Square, το όνομά του εγγυόταν εκατομμύρια δολάρια στα ταμεία των κινηματογράφων και το κοινό τον λάτρευε σαν θεό της σύγχρονης κωμωδίας.
Είχε αυτό το μοναδικό, σχεδόν εξωπραγματικό χάρισμα: να μετατρέπει την πιο βαθιά αμηχανία σε έναν ασταμάτητο χείμαρρο γέλιου.
Η νωχελική του γοητεία, ο απόλυτος συγχρονισμός των αστείων του, η ικανότητά του να ξεσκεπάζει το παράλογο σε κάθε σοβαρή κατάσταση και να το κρατά εκεί μέχρι οι θεατές να δακρύσουν από τα γέλια.
Στα μάτια του κόσμου, ο Άρθουρ δεν προσπαθούσε καν.
Όλα έμοιαζαν αβίαστα, μαγικά, τέλεια.
Αυτή όμως ήταν η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση της ζωής του.
Κανείς δεν ήξερε, κανείς δεν μπορούσε καν να φανταστεί, το τρομακτικό τίμημα που πλήρωνε πίσω από τις κλειστές πόρτες της πολυτελούς του έπαυλης.
Γιατί όταν τα φώτα των προβολέων έσβηναν και οι ιαχές του πλήθους σώπαιναν, η πραγματικότητα για τον Άρθουρ αποκτούσε το χρώμα της σκουριάς και τη γεύση του φόβου.
Για χρόνια, ο άνθρωπος που έκανε όλο τον πλανήτη να γελά, ζούσε με έναν εφιαλτικό συγκάτοικο που η επιτυχία δεν μπορούσε να εξαγοράσει και η δόξα δεν μπορούσε να θεραπεύσει.
Η κατάθλιψη είναι ένας αόρατος εκτελεστής.
Δεν ενδιαφέρεται για τα σπασμένα ρεκόρ τηλεθέασης, δεν την νοιάζει το μέγεθος των τραπεζικών σου λογαριασμών, ούτε αν μια αίθουσα γεμάτη ανθρώπους σε θεωρεί ιδιοφυΐα.
Λειτουργεί ανεξάρτητα, σαν ένα εσωτερικό παράσιτο που τρέφεται από την ίδια σου την ύπαρξη, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να σε κατασπαράξει.
Και εκείνο το αποπνικτικό αυγουστιάτικο βράδυ, η στιγμή αυτή είχε φτάσει.
Καθισμένος στο κρύο πάτωμα του μπάνιου του, με τα μάτια κενά και την αναπνοή βαριά, ο Άρθουρ ένιωσε το σκοτάδι να τον κυκλώνει οριστικά.
Η λάμψη είχε χαθεί.
Αυτό που απέμενε ήταν ένα απέραντο, μαύρο κενό και μια παλιά, στοιχειωμένη ανάμνηση από τα παιδικά του χρόνια — η στιγμή που ο πατέρας του είχε λυγίσει μπροστά στην ερώτηση για τον θάνατο.
Εκείνη η σκιά, που τον ακολουθούσε σαν πιστό σκυλί για δεκαετίες, είχε γίνει πλέον ένας ζωντανός εφιάλτης.
Η επόμενη μέρα βρήκε τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης σε κατάσταση απόλυτου σοκ.
Η είδηση έσκασε σαν βόμβα: «Ο Άρθουρ Μίλερ νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση.
Ζητά επειγόντως ιδιωτικότητα». Ο κόσμος απαιτούσε απαντήσεις, ταμπλόιντ και παπαράτσι διψούσαν για αίμα, αλλά ο Άρθουρ δεν όφειλε εξηγήσεις σε κανέναν.
Η μάχη που ξεκινούσε δεν θα είχε τίποτα το κινηματογραφικό.
Όταν επέστρεψε στο σπίτι του, οι τοίχοι έμοιαζαν έτοιμοι να τον πλακώσουν.
Η σιωπή ήταν έτοιμη να τον καταπιεί ξανά.
Όμως, στην είσοδο τον περίμενε μια έκπληξη.
Ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Τόμας, ήταν εκεί, με μια βαλίτσα στο χέρι.
Δεν ήρθε για επίσκεψη.
Εγκαταστάθηκε στο διπλανό δωμάτιο για όσο χρειαζόταν.
Και τότε, ξεκίνησε η πιο παράξενη, η πιο συγκλονιστική μέθοδος επιβίωσης.
Κάθε πρωί, ο Τόμας ξυπνούσε την ίδια ώρα με τον Άρθουρ.
Και κάθε πρωί, πριν το χάος των αυτοκαταστροφικών σκέψεων προλάβει να κυριεύσει το μυαλό του αδελφού του, ο Τόμας του παρέδιδε ένα μικρό, λευκό χαρτί.
Μια λίστα με τρία απλά, σχεδόν παιδικά πράγματα: «Πιες νερό.
Βγες στον κήπο για δέκα λεπτά.
Άλλαξε μπλούζα». Ήταν μια προσπάθεια να ξαναχτιστεί η ζωή από το μηδέν, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα.
Αλλά ο έξω κόσμος δεν είχε σκοπό να τους αφήσει σε ησυχία.
Έξω από τα παράθυρα, η πολιορκία των παπαράτσι ήταν ανελέητη.
Τηλεφακοί σηκώνονταν πάνω από τους φράχτες, δημοσιογράφοι εξαγόραζαν πληροφορίες, και η πίεση της βιομηχανίας του Χόλιγουντ γινόταν ασφυκτική. Ο Άρθουρ έπρεπε να ξεκινήσει γυρίσματα για μια τεράστια υπερπαραγωγή, το Tropic Thunder.
Τα συμβόλαια προέβλεπαν εκατομμύρια σε ρήτρες.
Οι παραγωγοί ούρλιαζαν στα τηλέφωνα.
Αν ο Άρθουρ δεν εμφανιζόταν στο πλατό, η καριέρα του θα καταστρεφόταν για πάντα και η οικονομική του καταστροφή θα ήταν ολοκληρωτική.
Εκείνο το πρωί, ο θόρυβος από τα ελικόπτερα των καναλιών που πετούσαν πάνω από το σπίτι ήταν εκκωφαντικός. Ο Άρθουρ κοίταζε το λευκό χαρτί του Τόμας, αλλά τα χέρια του έτρεμαν ανεξέλεγκτα.
Το τηλέφωνο χτυπούσε μανιωδώς.
Ήταν ο μάνατζέρ του, ο οποίος του έδωσε το τελεσίγραφο: «Έχεις ακριβώς δέκα λεπτά για να μπεις στο αυτοκίνητο.
Αν αρνηθείς, σε καταστρέφουν». Ο Άρθουρ κοίταξε τον αδελφό του με τα μάτια γεμάτα απόγνωση και τρόμο.
Η επόμενη απόφαση θα έκρινε όχι μόνο το μέλλον του, αλλά την ίδια του τη ζωή. Ο Τόμας στάθηκε μπροστά στην πόρτα, κλείνοντας τον δρόμο.
Έξω, οι πόρτες των αυτοκινήτων των παπαράτσι βρόντηξαν και τα φλας άρχισαν να αστράφτουν νευρικά στον κήπο.
Ο εχθρός είχε σπάσει την περίμετρο... Διαβάστε τη συνέχεια της καθηλωτικής αυτής ιστορίας και δείτε την απροσδόκητη τροπή που πήρε η ζωή του Άρθουρ στα σχόλια παρακάτω!
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους