Γιατί ο Ανδρουλάκης δεν μπορεί να συνεργαστεί με τον Τσίπρα Υπάρχουν συζητήσεις στην πολιτική που δεν κρίνονται μόνο από τους αριθμούς αλλά και από τη μνήμη. Και η συζήτηση περί συνεργασίας ΠΑΣΟΚ...
Γιατί ο Ανδρουλάκης δεν μπορεί να συνεργαστεί με τον Τσίπρα Υπάρχουν συζητήσεις στην πολιτική που δεν κρίνονται μόνο από τους αριθμούς αλλά και από τη μνήμη.
Και η συζήτηση περί συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – Τσίπρα ανήκει ακριβώς σε αυτή την κατηγορία.
Γιατί πριν από τα σενάρια, τις δημοσκοπήσεις και τους νέους πολιτικούς σχεδιασμούς υπάρχει η ιστορία.
Μια ιστορία που δύσκολα μπορεί να διαγραφεί με μια πολιτική ανακοίνωση ή μια προγραμματική συμφωνία.
Την περίοδο που η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου επιχειρούσε να αποτρέψει την άτακτη χρεοκοπία της χώρας και να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας επέλεγαν τον δρόμο της ακραίας αντιμνημονιακής σύγκρουσης. Το ΠΑΣΟΚ παρουσιαζόταν ως «διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας», τα στελέχη του αντιμετωπίζονταν ως πολιτικοί εχθροί και στις πλατείες κυριαρχούσαν συνθήματα που χαρακτήριζαν τους βουλευτές του «γερμανοτσολιάδες» και «προδότες». Την ίδια στιγμή, η Κουμουνδούρου οικοδομούσε τη δική της άνοδο πάνω στην κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ.
Βουλευτές, στελέχη, συνδικαλιστές και ψηφοφόροι μετακινούνταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν έκρυβε ότι επιδίωκε να αντικαταστήσει πλήρως το ΠΑΣΟΚ ως κυρίαρχη δύναμη της Κεντροαριστεράς.
Δεν επρόκειτο για μια προσπάθεια συνεργασίας.
Ήταν μια επιχείρηση πολιτικής άλωσης.
Και όταν ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρωθυπουργός, δεν δικαιώθηκε η υπόσχεση κατάργησης των μνημονίων.
Αντίθετα, μετά το δημοψήφισμα του 2015, η χώρα οδηγήθηκε στο τρίτο μνημόνιο, με πολύ βαρύτερο πολιτικό και οικονομικό κόστος από εκείνο που υποσχόταν ότι θα αποφύγει.
Για πολλούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, εκεί βρίσκεται η μεγάλη πολιτική αντίφαση: ο άνθρωπος που κατήγγειλε τα μνημόνια ως εθνική καταστροφή υπέγραψε τελικά ένα ακόμη μνημόνιο.
Γι’ αυτό μια πιθανή συνεργασία δεν θα εκλαμβανόταν απλώς ως μια προγραμματική σύμπραξη.
Θα θεωρούνταν από πολλούς ως πολιτική νομιμοποίηση και εκ των υστέρων δικαίωση μιας στρατηγικής που βασίστηκε στην καταγγελία, τον λαϊκισμό και την αποδόμηση του ίδιου του ΠΑΣΟΚ.
Το ερώτημα λοιπόν για τον Νίκο Ανδρουλάκη δεν είναι μόνο εκλογικό.
Είναι βαθιά πολιτικό και ιστορικό.
Αν ανοίξει την πόρτα στον Αλέξη Τσίπρα, θα πρέπει να εξηγήσει γιατί όλα όσα έλεγε το ΠΑΣΟΚ επί δεκαπέντε χρόνια δεν ισχύουν πλέον.
Θα πρέπει να εξηγήσει γιατί ο πολιτικός που κατηγορήθηκε ότι πολέμησε το ΠΑΣΟΚ περισσότερο από κάθε άλλον μετατρέπεται ξαφνικά σε πιθανό συνομιλητή.
Και πάνω απ’ όλα θα πρέπει να απαντήσει σε ένα ερώτημα που πολλοί στο εσωτερικό του κόμματός του ήδη θέτουν: θα επιτρέψει για δεύτερη φορά την πολιτική άλωση του ΠΑΣΟΚ από τον Αλέξη Τσίπρα ή θα επιμείνει στην αυτόνομη πορεία που ο ίδιος έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο; Διότι στην πολιτική ο σκοπός δεν αγιάζει πάντα τα μέσα.
Κάποιες φορές τα μέσα ακυρώνουν τον σκοπό.
Και όταν οι αξίες, η ιστορική μνήμη και η πολιτική συνέπεια θυσιάζονται στον βωμό μιας συγκυριακής σκοπιμότητας, το τίμημα συνήθως έρχεται αργότερα.
Και είναι βαρύτερο από το πρόσκαιρο όφελος.
Η πολιτική έχει δικαίωμα στις διορθώσεις, όχι όμως και στην αμνησία.
Προκαλεί εντύπωση η ευκολία με την οποία ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ εμφανίζονται σήμερα πρόθυμα να ξεχάσουν όσα συνέβησαν την προηγούμενη δεκαπενταετία.
Ξεχνούν ποιοι χαρακτήριζαν το ΠΑΣΟΚ «διεφθαρμένο κόμμα», ποιοι επένδυσαν πολιτικά στην απαξίωση των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Βενιζέλου, ποιοι αποκαλούσαν τους βουλευτές του «γερμανοτσολιάδες» και ποιοι οικοδόμησαν την πολιτική τους κυριαρχία πάνω στην απορρόφηση στελεχών, ψηφοφόρων και ιστορικών συμβόλων του κινήματος.
Η κοντή μνήμη είναι κακός σύμβουλος στην πολιτική.
Γιατί όταν ένα κόμμα ξεχνά τις αρχές του, σχετικοποιεί τις αξίες του και αντιμετωπίζει την ιστορία του ως ενοχλητική λεπτομέρεια, συνήθως χάνει και την ταυτότητά του.
Και όταν χάνεις την ταυτότητά σου, αργά ή γρήγορα χάνεις και τον λόγο ύπαρξής σου. Το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε ακριβά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά τουλάχιστον μπορεί να ισχυριστεί ότι ανέλαβε το πολιτικό κόστος αποφάσεων που θεωρούσε αναγκαίες για να παραμείνει η χώρα όρθια.
Αν σήμερα κάποιοι θεωρούν ότι όλα αυτά μπορούν να σβηστούν στο όνομα μιας νέας πολιτικής σκοπιμότητας, ας θυμηθούν ότι τα κόμματα δεν διαλύονται μόνο όταν χάνουν εκλογές.
Διαλύονται και όταν ξεχνούν ποια είναι, από πού έρχονται και γιατί υπάρχουν. Υ.Γ. Τα παραπάνω δεν αφορούν τη διαχρονική ανάγκη διαλόγου και συνεννόησης στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς αλλά τα κομματικά στελέχη, τους Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και τον Δήμαρχο Αθηναιών.
Αφορούν όσους, υπό την πίεση των δημοσκοπήσεων και με μοναδικό στόχο την απομάκρυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη, εισηγούνται συνεργασίες χωρίς πολιτική αυτοκριτική και χωρίς κοινό σχέδιο διακυβέρνησης.
Οι συνεργασίες έχουν νόημα μόνο όταν στηρίζονται σε προγραμματική συμφωνία, καθαρούς όρους και κοινό κυβερνητικό σχέδιο — όχι όταν αποτελούν προϊόν συγκυριακών συσχετισμών ή ηγεμονικών επιδιώξεων. ΠΗΓΗ: Newpost.gr https://www.facebook.com/share/18tFsZUneL/
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους