Δεν ήμουν ποτέ πραγματικά άνθρωπος των πάρτι. Άφησα τους άλλους να το πιστεύουν, δεν με πείραζε. Έβλεπαν γύρω μου πισίνες, αγόρια, φως, Λος Άντζελες, τσιγάρα, ποτά, φίλους, πρώην εραστές, βοηθούς...
Δεν ήμουν ποτέ πραγματικά άνθρωπος των πάρτι. Άφησα τους άλλους να το πιστεύουν, δεν με πείραζε.
Έβλεπαν γύρω μου πισίνες, αγόρια, φως, Λος Άντζελες, τσιγάρα, ποτά, φίλους, πρώην εραστές, βοηθούς, ανθρώπους που μπαινόβγαιναν στο σπίτι, και νόμιζαν ότι αυτό ήταν η ζωή μου.
Όμως εγώ ήμουν πάντα ένας εργάτης.
Ένας καλλιτέχνης μπορεί να εγκρίνει την ηδονή, αλλά δεν μπορεί να είναι ο ίδιος ηδονιστής.
Αν παραδοθεί πλήρως στην ηδονή, χάνει το έργο.
Κι εγώ δεν ήθελα να χάσω το έργο.
Όταν κοιτάζω πίσω, βλέπω ότι πάντα δούλευα.
Νόμιζα κι εγώ κάποτε ότι ήμουν ηδονιστής, αλλά δεν ήμουν.
Δούλευα κάθε μέρα.
Δούλευα στο Bradford, δούλευα στο Λονδίνο, δούλευα στο Λος Άντζελες, δούλευα στο Bridlington.
Δεν έδινα πάρτι.
Ποτέ δεν έδινα πάρτι.
Οι άλλοι μπορούσαν να έρχονται στο σπίτι, να πίνουν, να καπνίζουν, να μένουν, να γελούν.
Εγώ, συχνά, έβγαζα τα ακουστικά μου και πήγαινα για ύπνο στις εννιά.
Η σιωπή ήταν πάντα καλύτερη από τον θόρυβο.
Από παιδί ήξερα δύο πράγματα: ότι ήθελα να γίνω ζωγράφος και ότι μου άρεσαν τα αγόρια.
Δεν χρειάστηκε να το ανακαλύψω αργότερα, ούτε να το δραματοποιήσω.
Όταν άκουσα για τον Ντιαγκίλεφ, πως ήταν ομοφυλόφιλος και το αποδεχόταν απολύτως, σκέφτηκα: αυτό θα κάνω κι εγώ.
Θα το αποδεχθώ.
Δεν θα ζήσω κρυμμένος.
Δεν θα παντρευτώ για να ησυχάσουν οι άλλοι.
Δεν θα φτιάξω μια ψεύτικη ζωή για να μοιάζω κανονικός.
Οι γονείς μου ήταν καλοί άνθρωποι.
Γλυκοί άνθρωποι.
Ο πατέρας μου είχε καλή καρδιά.
Πίστευε πως πρέπει να υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο.
Ήταν κουφός, όπως κι εγώ αργότερα.
Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια της ζωής του δεν άκουγε σχεδόν τίποτε από όσα έλεγε η μητέρα μου, γιατί εκείνη μιλούσε πολύ σιγά.
Η κώφωση, βέβαια, έχει και τα καλά της.
Οι περισσότεροι άνθρωποι λένε πολλές ανοησίες.
Δεν είναι κακό να μην τις ακούς όλες.
Ήμουν σοβαρός, αλλά ήμουν και θρασύς.
Και αυτό δεν είναι αντίφαση.
Το ότι είσαι θρασύς δεν σημαίνει ότι δεν είσαι σοβαρός.
Μπορείς να γελάς, να καπνίζεις, να απαντάς απότομα, να κοροϊδεύεις λίγο τον κόσμο, και την ίδια στιγμή να εργάζεσαι με απόλυτη πειθαρχία.
Η σοβαρότητα δεν χρειάζεται πάντα σκοτεινό πρόσωπο.
Μερικές φορές φοράει κόκκινη γραβάτα, πράσινη ζακέτα, κρατάει ένα φλιτζάνι τσάι και ανάβει ακόμη ένα τσιγάρο.
Η μποέμικη ζωή δεν ήταν για μένα μια διαρκής κραιπάλη.
Ήταν ένας τόπος ανοχής.
Εκεί μπορούσες να είσαι διαφορετικός χωρίς να απολογείσαι.
Μπορούσες να είσαι πλούσιος ή φτωχός, πετυχημένος ή αποτυχημένος, εργατικός ή τεμπέλης.
Το βασικό ήταν να μην είσαι στενόκαρδος.
Αυτό χάθηκε.
Κάποτε η μποέμικη ζωή ήταν απέναντι στα προάστια.
Τώρα τα προάστια νίκησαν.
Όλοι θέλουν καθαρές κουρτίνες, καθαρούς κανόνες, καθαρές ζωές.
Αλλά δεν γίνεται να έχεις μποέμικη ζωή χωρίς καπνό, χωρίς ποτό, χωρίς ρίσκο, χωρίς λίγη αταξία.
Δεν θέλησα ποτέ να παντρευτώ άντρα.
Ούτε παιδιά θέλησα.
Δεν με ενδιέφερε να γίνω κανονικός με καινούριους όρους.
Δεν με ενδιέφερε να χωρέσω.
Οι άνθρωποι σήμερα θέλουν πολύ να χωρέσουν κάπου.
Θέλουν να είναι αποδεκτοί, νόμιμοι, τακτοποιημένοι.
Εγώ ήθελα να είμαι ελεύθερος.
Ήθελα να ζουν γύρω μου οι άνθρωποι που αγαπούσα: φίλοι, εραστές, πρώην εραστές, συνεργάτες, βοηθοί.
Μια οικογένεια χωρίς επίσημη μορφή.
Πολλοί από τους εραστές μου έμειναν στη ζωή μου.
Δεν είμαι άνθρωπος που κόβει εύκολα τους ανθρώπους.
Μερικοί απλώς έγιναν βαρετοί, κι αυτό είναι χειρότερο από έναν καβγά.
Ο καβγάς έχει ακόμη ενέργεια.
Η βαρεμάρα δεν έχει τίποτε.
Ίσως ο Gregory να ήταν ο μεγάλος έρωτας της ζωής μου. Ίσως.
Δεν μου αρέσουν οι μεγάλες βεβαιότητες.
Οι σχέσεις αλλάζουν.
Μερικές δεν τελειώνουν· απλώς αλλάζουν θέση μέσα στο σπίτι. Το AIDS πήρε πολλούς.
Πάρα πολλούς.
Για δέκα χρόνια πέθαιναν άνθρωποι που γνώριζα, άνθρωποι που αγαπούσα, άνθρωποι που είχαν ακόμη ζωή μπροστά τους.
Αν ήταν όλοι εδώ, η Νέα Υόρκη θα ήταν διαφορετική, το Σαν Φρανσίσκο θα ήταν διαφορετικό, ο κόσμος θα ήταν διαφορετικός.
Πού είναι οι Harvey Milks; Πού πήγε εκείνη η ενέργεια, εκείνη η τόλμη, εκείνη η ερωτική και πολιτική γενναιότητα; Μετά ήρθε το εγκεφαλικό.
Περπατούσα, έπεσα, σηκώθηκα, αγόρασα εφημερίδες.
Δεν κατάλαβα αμέσως τι είχε συμβεί.
Μόνο όταν γύρισα σπίτι είδα ότι δεν μπορούσα να τελειώσω τις προτάσεις μου.
Ήμουν τυχερός.
Η ομιλία επέστρεψε.
Το χέρι μου έμεινε.
Το σχέδιο έμεινε.
Αυτό ήταν το σημαντικότερο.
Το εγκεφαλικό δεν πείραξε το σχέδιο.
Και όσο μπορείς να σχεδιάζεις, έχεις ακόμη έναν λόγο να συνεχίσεις.
Ο θάνατος του Dominic ήταν πολύ λυπηρός.
Πάρα πολύ λυπηρός.
Δεν ήμουν τόσο κοντά του όσο άλλοι, αλλά ήταν ένα έξυπνο αγόρι, γρήγορο, φωτεινό, με ενδιαφέρον για τη ζωγραφική.
Μετά δεν ζωγράφισα για μήνες.
Ήταν το μεγαλύτερο διάστημα που έμεινα χωρίς πινέλο.
Έκανα μόνο εκείνα τα κάρβουνα της άνοιξης στο Bridlington, και σχεδόν τα παράτησα.
Δύο φορές σχεδόν τα παράτησα.
Όταν γύρισα στην Αμερική, ζωγράφισα τον Jean-Pierre με το κεφάλι στα χέρια.
Τον είδα έτσι και θυμήθηκα τον Van Gogh, τον άνθρωπο στο κατώφλι της αιωνιότητας.
Εκείνος μου είπε πως είχα πιάσει αυτό που ένιωθε.
Αυτό κάνει η ζωγραφική.
Δεν εξηγεί. Πιάνει.
Δεν παρηγορεί πάντα, αλλά σε ξαναβάζει στη δουλειά.
Από εκείνο το πορτρέτο ξεκίνησαν τα άλλα πορτρέτα.
Δεν σκέφτομαι πολύ το παρελθόν.
Οι άνθρωποι με ρωτούν ποιο έργο θα κρατούσα αν έπρεπε να κρατήσω μόνο ένα.
Δεν σκέφτομαι έτσι.
Το έργο που έχει σημασία είναι πάντα αυτό που κάνω τώρα.
Είναι πάντα τώρα.
Το παρελθόν έγινε εικόνα.
Το μέλλον δεν έχει ακόμη φως.
Το τώρα έχει το μοντέλο, την καρέκλα, τον τοίχο, το χρώμα, το χέρι, το βλέμμα.
Η φωτογραφία με ενδιέφερε πάντα, αλλά με ενοχλούσε η επίπεδη φύση της.
Ήθελα να της δώσω περισσότερο χώρο, περισσότερη κίνηση, περισσότερα βλέμματα.
Το μάτι δεν βλέπει όπως η μηχανή.
Το μάτι κινείται, επιλέγει, επιστρέφει, επιμένει.
Γι’ αυτό συνεχίζω.
Γιατί η εικόνα δεν έχει τελειώσει.
Δεν θα τελειώσει ποτέ.
Θα ήθελα να είχα γνωρίσει τον Picasso.
Θα ήθελα να μιλήσω με έναν άνθρωπο που δούλευε τόσο πολύ, που άλλαζε τόσο πολύ, που δεν φοβόταν να καταστρέψει την ίδια του τη μορφή για να βρει μια άλλη.
Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν είναι εκείνοι που μένουν νέοι.
Είναι εκείνοι που μεγαλώνουν και συνεχίζουν να ανακαλύπτουν. Ο Titian, ο Rembrandt, ο Picasso.
Με την ηλικία δεν λιγόστεψαν. Ελευθερώθηκαν. Ο Lucian Freud ζωγράφιζε αργά και μιλούσε πολύ.
Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό.
Όταν ζωγραφίζω, είμαι στη σιωπή.
Δεν μπορώ να μιλάω για άλλους καλλιτέχνες την ώρα που δουλεύω.
Η ζωγραφική χρειάζεται αφοσίωση.
Σε κοιτάζει και σε κρίνει χωρίς να φωνάζει.
Μπορώ να γίνω απαισιόδοξος όταν είμαι μόνος.
Ο κόσμος δίνει πολλές αφορμές: πόλεμοι, πολιτική, βλακεία, μεγάλα χαμόγελα και μικρές ψυχές.
Αλλά στο τέλος δεν ωφελεί να είσαι απαισιόδοξος.
Η απαισιοδοξία δεν φτιάχνει εικόνες.
Δεν σηκώνει το χέρι.
Δεν ανακατεύει χρώματα.
Δεν κάθεται απέναντι από έναν άνθρωπο δεκαοκτώ ώρες για να τον κοιτάξει πραγματικά.
Γελάω κάθε μέρα.
Πρέπει να γελάς.
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν γελούν καθόλου, κι αυτό είναι τρομερό.
Το γέλιο σε κρατάει ζωντανό.
Όχι σαν διασκέδαση, αλλά σαν άμυνα απέναντι στη φθορά.
Γελάς γιατί ξέρεις ότι όλα τελειώνουν, κι όμως υπάρχει ακόμη ένα φλιτζάνι τσάι, ένα μπισκότο, ένα τσιγάρο, ένα χρώμα, ένα πρόσωπο, μια εικόνα που περιμένει να γίνει.
Η τέχνη κάνει κάτι στην ψυχή που δεν μπορείς να το πεις εύκολα με λέξεις.
Θυμάμαι μια έκθεση του Matisse στη Νέα Υόρκη.
Ήταν καθαρή χαρά.
Και η χαρά είναι μεγάλο πράγμα να δίνεις στους ανθρώπους.
Οι κριτικοί συχνά υποτιμούν την τέχνη που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται καλά.
Ας λένε ό,τι θέλουν.
Η χαρά δεν είναι ελαφρότητα.
Είναι δύναμη.
Ζωγράφισα όσα αγάπησα: σώματα, φίλους, εραστές, γονείς, σπίτια, πισίνες, δρόμους, δέντρα, άνοιξη, καρέκλες, πρόσωπα, φως.
Δεν θέλησα να κάνω τον κόσμο πιο σκοτεινό απ’ όσο είναι ήδη.
Θέλησα να τον κοιτάξω.
Να τον ξανακοιτάξω.
Να πω ότι ακόμη κι όταν το σώμα γερνά, ακόμη κι όταν η ακοή φεύγει, ακόμη κι όταν οι φίλοι πεθαίνουν, ακόμη κι όταν η λύπη κάθεται δίπλα σου στο τραπέζι, το χέρι μπορεί να συνεχίσει. Και όσο το χέρι συνεχίζει, συνεχίζει και ο κόσμος. David Hockney 1937 – 2026
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους