Άρθρο του πρόωρα χαμένου, Νίκου Σερβετά για το Δίστομο και τον Στούρου Λινέρ, στο Kamini.gr ... «Δώστε σε κείνους, έχουν δρόμο μπροστά τους» «…ήταν μερικούς μήνες μετά την σφαγή των κατοίκων του...
Άρθρο του πρόωρα χαμένου, Νίκου Σερβετά για το Δίστομο και τον Στούρου Λινέρ, στο Kamini.gr ... «Δώστε σε κείνους, έχουν δρόμο μπροστά τους» «…ήταν μερικούς μήνες μετά την σφαγή των κατοίκων του Διστόμου και την πυρπόληση του χωριού από τους Γερμανούς.
Πήγα στο χωριό με φορτηγά με τρόφιμα όταν πιά αποχωρούσαν νικημένοι οι Γερμανοί.
Ο παπάς και ο αρχηγός των ανταρτών αφού μας ευχαρίστησαν μου είπαν «Πεινάμε όσο και οι Γερμανοί αλλά εμείς είμαστε στον τόπο μας. Οι Γερμανοί έχασαν τον πόλεμο και είναι μακριά και από την πατρίδα τους.
Δώστε σε κείνους τα τρόφιμα, έχουν δρόμο μπροστά τους». Ένα συγκλονιστικό απόσπασμα από την τελευταία συνέντευξη, μοναδική στην Ελλάδα, που μου έκανε την τιμή να μου δώσει ο Στούρε Λινέρ, το καλοκαίρι του 2003, και από την οποία αναδημοσιεύω μερικά μικρά αποσπάσματα. «Υπάρχουν πολλά τέτοια περιστατικά μεγαλοψυχίας και θα μπορούσα να αφηγούμαι επί ώρες.
Μία άλλη φορά, ήμουν στην Αθήνα, όταν έμαθα ότι οι Γερμανοί καίγανε την βιβλιοθήκη στις Μηλιές του Πηλίου.
Επρόκειτο για μια βιβλιοθήκη με πολύ σπάνια βιβλία.
Με τον Ευγένιο, τον οδηγό μου, έναν από τους σπανιότερους και λαμπρότερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει σε όλη μου τη ζωή, πήραμε το αυτοκίνητο και μετά από αρκετές ώρες φθάσαμε στο χωριό.
Αυτό που αντίκρισα με συγκλόνισε.
Το χωριό και η βιβλιοθήκη να καίγονται και ο αξιωματικός με κατεβασμένα τα παντελόνια, προφανώς μεθυσμένος, να έχει στήσει στην άκρη μιας χαράδρας και να πυροβολεί γέρους και γυναικόπαιδα.
Δεν άντεξα και έβγαλα το πιστόλι μου.
Τότε ο Ευγένιος μου κράτησε το χέρι και μου είπε “θα γίνεις φονιάς για ένα κάθαρμα;”» Ο Στούρε Λινέρ, γεννήθηκε το 1917, παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του, το 2010, αυτό που ήταν σε όλη του τη ζωή: ενθουσιώδης, φιλόσοφος και διπλωμάτης.
Όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα, το 1943, ως μέλος της αποστολής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα καθώς είχε παραδώσει στο πανεπιστήμιο της Ουψάλας στη Σουηδία τη διδακτορική διατριβή του για «το ύφος και τη γλώσσα του ιστορικού Παλλάδιου». Από τότε έγραψε πάνω από 30 βιβλία με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τη σύγχρονη Ελλάδα.
Εργάστηκε σε πολλές χώρες της Αφρικής και της Ασίας ως αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Εθνών και το 1960 ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Νταγκ Χάμαρσελντ, τον όρισε βοηθό (under general secretary) και εκπρόσωπο του.
Μετά το αεροπορικό δυστύχημα ( που στοίχισε τη ζωή στον Νταγκ Χάμαρσελντ, εργάστηκε με τον Ου Θαντ ο οποίος τον αντικατέστησε και τη δεκαετία 1977-87 δούλεψε στον FAO, την υπηρεσία τροφίμων του ΟΗΕ, με αρμοδιότητα την διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας και την ανασυγκρότηση της γεωργίας σε περιοχές της γης που είχαν πληγεί από καταστροφές.
Το 1997 ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος, του απένειμε το παράσημο του “Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής” Τόσα χρόνια που συναναστρέφεστε με Έλληνες, ποιες ήταν οι σημαντικότερες προσωπικότητες που γνωρίσατε; Ο Ευγένιος και ο Σεφέρης.
Ο οδηγός και ο ποιητής.
Ποιητές ήταν και οι δύο τους αλλά με διαφορετικό τρόπο.
Υπήρξαν βέβαια και άλλοι, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Γιάννης Κακριδής, υπάρχουν πολλοί αγαπητοί.
Δυστυχώς σήμερα δεν μπορώ να βγω όσο θα ήθελα για να τους δω όλους αλλά υπάρχουν πολύ σπουδαίοι άνθρωποι γύρω μας.
Υπάρχει κάτι προσωπικό που θυμάστε απ’ αυτούς τους ανθρώπους; Για τον Ευγένιο σας είπα το περιστατικό στις Μηλιές.
Για τον Σεφέρη… είχαμε επιστρέψει από την απονομή του Νόμπελ και ο Σεφέρης ήθελε να ξεφύγει από όλη τη φασαρία και πήγαμε τα δύο ζευγάρια με αυτοκίνητο στους Δελφούς.
Τονίζω το αυτοκίνητο, διότι ο Σεφέρης σαν οδηγός ήταν άξιος να γραφεί γι’ αυτόν σουρεαλιστικό ποίημα.
Αλλά δόξα τω Θεώ φτάσαμε.
Καθίσαμε μπροστά στον θησαυρό των Αθηνών και αισθανθήκαμε μέσα στην ησυχία και την ηρεμία τον τόπο που ήρθαν οι θεοί. Ο Σεφέρης έβγαλε χαρτί και μολύβι και κάτι έγραφε.
Έρχεται εκείνη την ώρα, μέσα στη γαλήνη και την ποίηση, ένας Αυστραλός, τεράστιος, πομπώδης και ταυτόχρονα δυσαρεστημένος και αγριεμένος.
Γυρνάει και μας λέει με δυνατή φωνή «Δεν μου λέτε, πού βρίσκομαι;». Του εξηγήσαμε ότι βρισκόταν σ’ έναν τόπο που λέγεται Δελφοί. «Δεν έχει εδώ τίποτα άλλο από χαλασμένα σπίτια.
Ήρθα με την παρέα μου και μ΄ έχουν αφήσει και δεν ξέρω τί να κάνω» μας λέει γκρινιάζοντας. Ο Σεφέρης του λέει τότε «μια που είστε εδώ, να σας δείξω πού βρίσκεστε» και άρχισε λοιπόν ο Σεφέρης με τον δικό του τρόπο να του μιλάει για τον τόπο και για το αρχαίο πνεύμα.
Είδες λοιπόν αυτόν τον τεράστιο αγριεμένο άνθρωπο, να μαλακώνει, ν’ ακούει προσεκτικά και τέλος συγκινήθηκε ο άνθρωπος.
Όταν λοιπόν τελειώσαμε τον περίπατο, δίστασε λιγάκι αλλά έβαλε το χέρι στην τσέπη και έδωσε στον Σεφέρη ένα δολάριο.
Χωρίς να ξέρει με ποιόν μίλαγε έδωσε σε ένα νομπελίστα φιλοδώρημα για την ξενάγηση.
Το δολάριο αυτό το έχω κρατήσει στο γραφείο μου στη Στοκχόλμη μέσα σ’ ένα κάδρο. ● ● Η ΜΑΥΡΗ ΠΕΜΠΤΗ Το χρονογράφημα που δεν μπόρεσα να γράψω Κάθε Πέμπτη πρωί γράφω το χρονογράφημα του Σαββάτου.
Έτσι ξεκίνησε και αυτή η Πέμπτη.
Καφές, υπολογιστής, λευκή οθόνη.
Η μικρή σιωπή πριν από τις λέξεις.
Μια συνήθεια που με τα χρόνια έγινε ρυθμός, σχεδόν εβδομαδιαία ανάσα.
Σήμερα όμως η ανάσα αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Γιατί χθες το απόγευμα πέθανε ξαφνικά ο φίλος, σύντροφος και συνεργάτης μου, Νίκος Σερβετάς.
Και μαζί του δεν έφυγε μόνο ένας άνθρωπος.
Έφυγε η αίσθηση ότι το Σάββατο έχει πάντα συνέχεια.
Ότι κάπου υπάρχει ένας αναγνώστης που δεν διαβάζει απλώς, αλλά συνομιλεί. Ο Νίκος ήταν το kamini.gr όχι ως τίτλος, αλλά ως παρουσία.
Δεν περίμενε τα κείμενα.
Τα διάβαζε σαν να του ανήκαν λίγο πριν τα διαβάσει.
Και μετά ερχόταν εκείνο το μήνυμα — σχεδόν πάντα με πείραγμα — σαν η κουβέντα να συνεχιζόταν από κοντά.
Σήμερα, δεν μπορώ να γράψω σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα.
Γιατί κάθε φορά που σηκώνω τα μάτια από την οθόνη, τον βλέπω εκεί.
Όχι γενικά.
Αλλά σε μικρές, συγκεκριμένες κινήσεις.
Να μπαίνει στο Καφενείο του Σαββάτου λίγο πιο γρήγορα απ’ όσο θα περίμενες από άνθρωπο που ήθελε να παρατηρεί.
Και μετά, σχεδόν πάντα, να σκύβει ελαφρά και να βάζει το χέρι στο αυτί.
Δεν άκουγε καλά — από ένα παλιό τραύμα, από βιοπραγία κάποιων τραμπούκων που δεν του συγχώρησαν την ενσυναίσθηση και την αλληλεγγύη του.
Κι όμως αυτό το μικρό μειονέκτημα το έκανε τρόπο παρουσίας.
Σε ανάγκαζε να τον πλησιάσεις.
Να του μιλήσεις καθαρά.
Να είσαι παρών απέναντί του, όχι απόμακρος.
Και έτσι, χωρίς να το επιδιώκει, σε έφερνε πιο κοντά στον άνθρωπο.
Μετά καθόταν.
Και πολύ γρήγορα έλεγε κάτι που έσπαγε τη σοβαρότητα της στιγμής.
Όχι για να τη μειώσει.
Αλλά για να τη ξαναφέρει στη ζωή.
Ερχόταν πάντα με την Αγγέλικα.
Και υπήρχε κάτι σχεδόν αυτονόητα δεμένο σε αυτό.
Δύο άνθρωποι που δεν χρειάζονταν εξηγήσεις για να είναι μαζί.
Το έδειχνε ο τρόπος που κάθονταν, ο τρόπος που ο ένας άφηνε χώρο στον άλλον μέσα στην κουβέντα. Η Αγγέλικα ανησυχούσε για τον γιο τους.
Είχε μόλις παρουσιαστεί φαντάρος.
Μια από εκείνες τις μικρές οικογενειακές αγωνίες που μοιάζουν δυσανάλογες με το μέγεθός τους, αλλά βαραίνουν ολόκληρη τη ζωή.
Και ο Νίκος γελούσε.
Όχι γιατί δεν καταλάβαινε.
Αλλά γιατί καταλάβαινε βαθιά.
Και διάλεγε το γέλιο σαν τρόπο να κρατά όρθιο τον κόσμο γύρω του. «Μην ανησυχείς», έλεγε.
Και το έλεγε έτσι που δεν ήταν ούτε αστείο ούτε σοβαρό.
Ήταν απλώς ανθρώπινο.
Το περασμένο Σάββατο είδα για πρώτη φορά τη Μαριάννα μέσα σε εκείνον τον χώρο.
Τη μια γλυκιά του κόρη.
Δεν ήξερα τότε ότι αυτή η πρώτη φορά θα έπαιρνε τόσο γρήγορα τη μορφή μιας τελευταίας εικόνας.
Κανείς δεν λέει «τελευταία» όταν τη ζει.
Η ζωή το λέει αργότερα.
Τώρα που γράφω, συνειδητοποιώ κάτι απλό.
Ότι το χρονογράφημα δεν το έστελνα ποτέ σε μια πλατφόρμα.
Το έστελνα στον Νίκο.
Κι αυτό άλλαζε τα πάντα.
Γιατί πάντα υπήρχε η πιθανότητα μιας απάντησης.
Ενός σχολίου.
Ενός πειράγματος.
Μιας μικρής διόρθωσης που γινόταν αφορμή για κουβέντα.
Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν αυτό για τα κείμενα.
Ότι πολλές φορές δεν γράφονται για πολλούς.
Γράφονται για έναν.
Και όταν αυτός ο ένας φεύγει, το κείμενο μένει χωρίς προορισμό.
Σήμερα είναι Πέμπτη.
Και για πρώτη φορά δεν υπάρχει προορισμός. Το Σάββατο δεν θα δημοσιευθεί χρονογράφημα.
Όχι γιατί δεν υπάρχουν λέξεις.
Αλλά γιατί δεν έχουν πού να σταθούν.
Σκέφτομαι την Αγγέλικα.
Δεν υπάρχουν λέξεις απέναντι σε μια τέτοια απώλεια.
Υπάρχουν μόνο άνθρωποι.
Και η υπόσχεση ότι δεν θα μείνει μόνη.
Ότι οι φίλοι είναι για τις μέρες που δεν χωράει τίποτα εύκολο.
Αυτό που δεν θα γραφτεί είναι η επόμενη κουβέντα με τον Νίκο.
Το επόμενο πείραγμα.
Το επόμενο «στείλε το να το δω». Το επόμενο γέλιο στο Καφενείο του Σαββάτου.
Η ζωή δεν κόβεται στα μεγάλα.
Κόβεται στα μικρά που επαναλαμβάνονται.
Και γι’ αυτό πονάει περισσότερο. Το Σάββατο δεν θα υπάρξει χρονογράφημα.
Μόνο μια διακοπή.
Και μέσα σε αυτή τη διακοπή υπάρχει ένας άνθρωπος. Ο Νίκος.
Που δεν έφυγε από τις φράσεις.
Έφυγε από τις ανάσες ανάμεσά τους.
Καλό ταξίδι, φίλε μου. Το Σάββατο αυτό δεν θα γραφτεί.
Γιατί γράφεται ήδη αλλού.
Στη μνήμη.
Και η μνήμη δεν χρειάζεται προορισμό. απο το Δημήτρη Στέργιου ● και η ανακοίνωση της Ενωσης Συντακτών : «To Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ με θλίψη αποχαιρετά τον δημοσιογράφο Νικόλαο (Νίκο) Σερβετά, ο οποίος έφυγε ξαφνικά χθες από τη ζωή, σε ηλικία 66 ετών. Ο Νίκος Σερβετάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960.
Από το 1980 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’90, έζησε στη Σουηδία, όπου και σπούδασε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας.
Εργάστηκε ως συντάκτης και παρουσιαστής ειδήσεων στις ελληνικές εκπομπές του σουηδικού ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, σχολιαστής του σουηδικού τηλεοπτικού σταθμού TV4, συνεργάτης του πρακτορείου Pressens Bild, ανταποκριτής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων και κατά καιρούς συνεργάτης ελληνικών εφημερίδων και ραδιοτηλεοπτικών μέσων με έδρα τη Στοκχόλμη.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάσθηκε στο ΑΠΕ και την ΕΡΤ και στις εφημερίδες «Εξουσία», «Η Νίκη της Δημοκρατίας», «Money», «Εποχή», «City Press» και «Documento». Επιπλέον, εργάστηκε ως διευθυντής σύνταξης στο ραδιοφωνικό σταθμό «Εν Λευκώ» και στις ιστοσελίδες «NetDaily», «Science Illustrated» ενώ συμμετείχε και στη δημοσιογραφική ομάδα της «ForthNet». Διετέλεσε μέλος της Ένωσης Δημοσιογράφων Σουηδίας (SJF 1986-2000) και της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών Σουηδίας (FPA 1988-1998), στην οποία από το 1992 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.
Επίσης, ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και υπεύθυνος Τύπου στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους στην Ουψάλα.
Μετέφρασε από τα σουηδικά στα ελληνικά το βιβλίο «Άκου λευκέ» του δημοσιογράφου – ανθρωπολόγου Λαρς Πέρσον και τα βιβλία «Οι καλύτερες προθέσεις» και «Σαββατογεννημένος» του σκηνοθέτη-σεναριογράφου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
Επίσης, από τα ελληνικά στα σουηδικά, τους οδηγούς «Ρέθυμνο» και «Λάδι, ο δρόμος στη μακροβιότητα». Συμμετείχε στην τετραμελή ομάδα που επιμελήθηκε το Σουηδο-ελληνικό Λεξικό, το οποίο εκδόθηκε το 1999 από οργανισμό αντίστοιχο του ΟΕΣΒ του Υπουργείου Παιδείας της Σουηδίας, και ήταν επιστημονικός συνεργάτης του εκδοτικού οίκου RiksMedia. Ο Νίκος Σερβετάς υπήρξε ένας συνάδελφος με υψηλή επαγγελματική κατάρτιση, ήθος και υποδειγματική συμπεριφορά προς τους συναδέλφους του.
Διήνυσε μια μακρά και σημαντική διαδρομή στη δημοσιογραφία, την οποία ουδέποτε αντιμετώπισε απλώς ως ένα επάγγελμα βιοπορισμού.
Είχε ευρείες γνώσεις, βαθιά καλλιέργεια και άποψη για τη ζωή και τα κοινά. Το Διοικητικό Συμβούλιο συλλυπείται τη σύντροφό του Αγγέλικα και τα αγαπημένα του παιδιά. Τα στοιχεία της κηδείας του Νίκου Σερβετά θα γνωστοποιηθούν με νεότερη ανακοίνωση». ● (Via Helen Ngn)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους