Το Μπέλφαστ στη Βόρεια Ιρλανδία έγινε αυτή τη βδομάδα το σκηνικό ενός βίαιου αντιμεταναστευτικού πογκρόμ. Τα επεισόδια ήταν πρωτοφανή, ακόμα και γι’ αυτή την πολύπαθη περιοχή που γνωρίζει πολύ καλά...
Το Μπέλφαστ στη Βόρεια Ιρλανδία έγινε αυτή τη βδομάδα το σκηνικό ενός βίαιου αντιμεταναστευτικού πογκρόμ.
Τα επεισόδια ήταν πρωτοφανή, ακόμα και γι’ αυτή την πολύπαθη περιοχή που γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει ένταση και βία.
Χθες, ο Ίλον Μασκ έγινε ο πρώτος (τρισ!)εκατομμυριούχος στην ιστορία, μετά την επιτυχημένη εισαγωγή της SpaceX στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.
Οι δυο ειδήσεις δείχνουν φαινομενικά ασύνδετες.
Αλλά δεν είναι.
Για δεκαετίες η δημοκρατική πολιτική είχε απέναντί της, οικονομικές ελίτ.
Σήμερα έχει απέναντί της κάτι διαφορετικό: Τεχνο-ολιγάρχες που δεν διαθέτουν απλώς πλούτο αλλά ταυτόχρονα ελέγχουν τις πλατφόρμες μέσα από τις οποίες κυκλοφορεί η πληροφορία, διαδίδονται ιδέες και παράγεται η πολιτική σύγκρουση. Το Χ – πρώην Twitter– και η πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης Grok, ιδιοκτησίας Μασκ, αποτελούν σήμερα βασικούς κόμβους του διεθνούς ακροδεξιού οικοσυστήματος και κανάλια διοχέτευσης ρατιστικών και μισαλλόδοξων μηνυμάτων. Στο Μπέλφαστ το είδαμε να λειτουργεί σε πραγματικό χρόνο ως ο χώρος όπου ένα βίντεο επίθεσης μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες σε αντιμεταναστευτική εκστρατεία και εργαλείο μιας ρατσιστικής κινητοποίησης μίσους. Ο Μασκ είναι η πιο ακραία εκδοχή ενός πολύ ευρύτερου φαινομένου.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί τον βασικό καταλύτη για νέα συγκέντρωση πλούτου και ισχύος χωρίς ιστορικό προηγούμενο . Μπροστά στους τεχνο-ολιγάρχες, που κάνουν δική τους τη συλλογική πνευματική ιδιοκτησία και νοημοσύνη, οι καπιταλιστές των αρχών του 20ού αιώνα φαντάζουν μικρομεσαίοι έμποροι.
Στην σημερινή ψηφιακή εποχή και την εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όμως, ο πλούτος αυτός δεν αγοράζει επιχειρήσεις αλλά πρωτοφανή, ανεξέλεγκτη ισχύ: αλγοριθμικό έλεγχο και ηγεμονία, πλήρη ιχνηλασία των ψηφιακών επιλογών μας, δημιουργία πόλωσης και καθορισμό του ψηφιακού δημόσιου λόγου.
Οι τεχνο-ολιγάρχες γίνονται ρυθμιστές της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Ο Πολ Κρούγκμαν σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οι αποτιμήσεις των εταιρειών του Μασκ στηρίζονται ολοένα λιγότερο στα πραγματικά οικονομικά τους μεγέθη και ολοένα περισσότερο στην πίστη ότι ο ίδιος θα συνεχίσει να επεκτείνει την ισχύ και την επιρροή του.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι στις ΗΠΑ ανοίγει πλέον μια συζήτηση που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητη. Ο Μπέρνι Σάντερς, στη λογική ότι η ΤΝ βασίζεται στη συλλογική γνώση της ανθρωπότητας και άρα ο πλούτος που παράγει δεν πρέπει να ανήκει αποκλειστικά σε λίγους δισεκατομμυριούχους, πρότεινε τη δημιουργία δημόσιου ταμείου που θα αποκτήσει το 50% των μετοχών των κολοσσών τεχνητής νοημοσύνης.
Σύντομα θα κατατεθεί ως νομοθετική πρόταση στο Κογκρέσο.
Το σημαντικό εδώ είναι ότι δεν μιλούν για το 50% των κερδών αλλά των μετοχών, που σημαίνει δικαίωμα ψήφου και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων στις εταιρείες της ΤΝ. Για τον Γάλλο οικονομολόγο Γκαμπριέλ Ζουκμάν, γνωστό για την πρόταση φορολόγησης του υπερπλούτου, το συμπέρασμα από την έκρηξη της ΤΝ που γεννά καθημερινά νέους δισεκατομμυριούχους και πλέον τρισεκατομμυριούχους είναι ότι η αναμέτρηση μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας θα είναι η καθοριστική μάχη του 21ου αιώνα.
Ο ακραίος πλούτος δεν είναι μόνο ή απλώς ζήτημα οικονομίας.
Είναι ζήτημα δημοκρατίας.
Κι αυτή είναι μια συζήτηση που οφείλει να κάνει η Αριστερά.
Διεθνώς αλλά και στη χώρα μας.
Η μάχη απέναντι στους τεχνο-ολιγάρχες δεν είναι μάχη κατά της τεχνολογίας. Είναι μάχη για την προστασία της κοινωνίας. Είναι η μάχη για τη Δημοκρατία.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους