[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η Χαλκίδα που πρόλαβα να ζήσω Αυτή η φωτογραφία είναι από το 1984. Σαράντα και κάτι χρόνια πίσω. Απεικονίζει μια Χαλκίδα που δεν υπάρχει πια. Μια πόλη που προσπαθώ να εξηγήσω στην κόρη μου πώς ήταν...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η Χαλκίδα που πρόλαβα να ζήσω Αυτή η φωτογραφία είναι από το 1984.

Σαράντα και κάτι χρόνια πίσω.

Απεικονίζει μια Χαλκίδα που δεν υπάρχει πια.

Μια πόλη που προσπαθώ να εξηγήσω στην κόρη μου πώς ήταν, αλλά και πάλι δυσκολεύεται να αντιληφθεί την ομορφιά της -λογικό είναι.

Βλέπουμε την παραλία, όπως ήταν τότε. Υποθέτω Σαββατόβραδο.

Έτσι ήταν εκείνες τις ημέρες, πάντα γεμάτη κόσμο.

Πότε τελευταία είδατε τόσο κόσμο στην παραλία; Στην άκρη του πεζόδρομου, δίπλα στη θάλασσα, τραπεζοκαθίσματα, κόσμος, ζωή.

Δίπλα, άναρχα παρατημένες μηχανές και λίγο πιο πίσω, ο θερινός κινηματογράφος Πάολα.

Η φωτογραφία είναι από αφιέρωμα του περιοδικού Ταχυδρόμος στη Χαλκίδα («Η πόλη με τα τρελά νερά». Φώτης Γεωργελές, αρ. φ. 41, 11 Οκτωβρίου 1984) και τραβήχτηκε από τον Ν. Νανόπουλο.

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματά του, για να θυμηθεί η γενιά μου και να μαθαίνουν οι νεότεροι: « Στις δέκα η ώρα περνάμε τη γέφυρα.

Βόλτες στην προκυμαία. Την Παρασκευή βράδυ αρκετός κόσμος. Το Σάββατο αδιαχώρητο.

Σε μια προβλήτα ενός χιλιομέτρου συγκεντρώνεται όλη η Χαλκίδα.

Το νυφοπάζαρο κάθε επαρχίας. «Σκλαβοπάζαρο», διορθώνουν τα παιδιά από δω. Τα κορίτσια ντύνονται και κατεβαίνουν για τη βόλτα του Σαββάτου.

Παρέες, δυο-δυο, τρεις-τρεις; Μέχρι το τέλος και ξανά πίσω.

Τ’ αγόρια στα παγκάκια ή στις καρέκλες των καφενείων κοιτάνε. Σχολιάζουν.

Κάποτε σηκώνονται κι ακολουθούν. »Η προκυμαία είναι το αποκλειστικό κέντρο του καλοκαιριού.

Εδώ είναι τα κέντρα, εδώ γίνονται οι βόλτες, δίνονται τα ραντεβού.

Το φαστφουντάδικο είναι δίπλα στη γέφυρα.

Που τούχει δώσει τ’ όνομά της.

Όχι βέβαια γέφυρα! «Bridge». Τι φαστφουντάδικο θάταν.

Φωτεινό, έξω μηχανές.

Πιο πέρα τα ζαχαροπλαστεία. «Αργώ», «Παλίρροια». Ένα καφενείο παρακάτω, η «Νέα Ζωή». Κανείς δεν το ξέρει έτσι. Η Χαλκιδιώτικη νεολαία που μαζεύεται εκεί, λέει «ραντεβού στο Μανώλη τον τρελό». Το παγωτό «απ’ όλα» του μαγαζιού, λέγεται παγωτό «ανώμαλο», φυσιογνωμία.

Με άποψη για τους τρελούς της πόλης, που έχουν παράδοση στη Χαλκίδα, τους ξέρουν όλοι, είναι οι τοπικές βεντέτες. » Για να καταλάβεις, σχηματικά, η νεολαία εδώ έχει τρεις τάσεις.

Το προοδευτικό κομμάτι, που μαζεύεται στου “Μανώλη του τρελού”. Οι ντισκάδες στο φαστφουντ και οι μηχανόβιοι, οι μπλεγμένοι με ναρκωτικά και τέτοια, σ’ ένα σφαιριστήριο με μπιλιάρδο και ηλεκτρονικά.

Εντάξει, σχηματικά κάπως έτσι είναι παντού.

Πολύ «σχηματικά» όμως, έτσι δεν είναι; »Στη μία η ώρα ο κόσμος έχει αραιώσει και δυο πιτσιρικάδες πάνω σε δυο εντούρο κάνουν σούζες στην προκυμαία.

Ο ένας είναι 14 χρονών, ο άλλος 16. Δυο κουβέντες, με μια γκαζιά χάνονται.

Οι ντόπιες εφημερίδες παραπονιούνται για τις κόντρες. «Ως πότε αυτή η ασυδοσία;». Κλεφτρόνια έρχονται απ’ τη Θήβα μέχρι εδώ.

Χώρια οι ντόπιοι. »Μόλις βλέπουν τις μηχανές, τα παιδιά από δω μας καθοδηγούν προσεκτικά. «Θα τις κατεβάσετε να τις παρκάρετε δίπλα στην είσοδο της ντισκοτέκ.

Μη τις αφήσετε επάνω». Η ντίσκο λέγεται «Αστέρια». Απ’ έξω δυο-τρεις ακούνε τη μουσική και χορεύουν.

Μπαίνει ένα φάνκι κομμάτι.

Τραγουδάνε τα λόγια απ’ έξω και προχωράνε μέσα.

Κι εμείς μαζί.

Λίγος κόσμος σήμερα.

Πολλά αγόρια μόνα τους.

Δωμάτιο με ηλεκτρονικά. »Το Κιούπι-κιούπ είναι ένα μπαράκι-στέκι.

Ένα άλλο στέκι, το «Κουρδιστό πορτοκάλι». Το χειμώνα ανοίγουν δυο-τρία ακόμα.

Η αστυνομία κυνηγάει τα ναρκωτικά.

Και την «Απόπειρα». Παράπονα.

Για δίκες, για επιθέσεις τη νύχτα από αγνώστους, με μαύρα Όπελ χωρίς αριθμούς που εξαφανίζονται. »Η οδός Αβάντων είναι το χειμωνιάτικο κέντρο.

Μαγαζιά, φροντιστήρια.

Η χειμωνιάτικη πασαρέλα.

Ένα μπόουλινγκ, η Blackout.

Πέντε-έξι σινεμά. «Πάολα», «Παλάς», «Άλφα», «Μαίρη». Η Κινηματογραφική Λέσχη κάνει προβολές στα χωριά.

Πού και πού κάποιοι θίασοι απ’ την Αθήνα περνάν από δω. Ερασιτεχνικοί σταθμοί.

Τραγούδια και συνομιλίες. 219, 218, Studio-3, έχουν κάνει Σύλλογο Ελεύθερης Ραδιοφωνίας. »Τουρισμός δεν υπάρχει.

Μόνο εσωτερικός.

Πιο πολύ απ’ τη Θεσσαλονίκη.

Τα μαγαζιά απρόσωπα, δεν αντιγράφονται.

Όταν μπορείς εύκολα να ψωνίσεις στην Αθήνα, δεν ψάχνεις πολύ εδώ. «Η μόδα του Γενάρη στην Αθήνα έρχεται Σεπτέμβρη εδώ», μας λένε.

Αν απομακρυνθείς λίγο απ’ τους δύο κεντρικούς δρόμους, την παραλία το καλοκαίρι, την Αβάντων το χειμώνα, οι εικόνες είναι άχρωμες.

Το προσόν τού να είναι κοντά στην Αθήνα, είναι συγχρόνως και η καταδίκη της. »Βιομηχανική ανάπτυξη. 40 εργοστάσια γύρω. Λάρκο, Τσιμέντα, Δάρινγκ, Αφεντάκης, Μιμίκος, Λίντερ, Σέλμαν.

Ο καπνός απ’ τα φουγάρα, προβλήματα περιβάλλοντος.

Πολυάριθμη εργατική τάξη κι άφθονο χρήμα.

Βιομήχανοι, ξυλέμποροι, διευθυντές ξενοδοχείων, μηχανικοί, διευθυντές στα εργοστάσια.

Χαρτιά, αυτοκίνητα ακριβά, φτιαγμένα.

Στο πατάρι ενός καφενείου στο λιμάνι παίζονται τα χοντρά λεφτά.

Φαγάδικα και μπουζουξίδικα.

Τα θαλασσινά και τα σκυλάδικα είναι το χρώμα της πόλης.

Ταβέρνες παντού γύρω.

Στον «Πεθαμένο», τα τρία μαγαζιά, ο Παράδεισος. »Στη Λάμψακο για θαλασσινά.

Το μενού έχει κυδώνια, γυαλιστερές, φούσκες, στρόμπους, καλόγνωμες.

Ούτε τα ονόματα δεν ξέρω.

Οι ταβέρνες είναι η διασκέδαση όλων, μεγάλων και νέων, πλούσιων και φτωχών.

Μεζέδες, θαλασσινά και κρασί, κάπου έξω απ’ την πόλη.

Και τα μπουζούκια.

Πολλά μπουζουξίδικα. «Ανδρούτσος». Είναι το μαγαζί για τον καλό κόσμο. «Καζάμπρα» το σκυλάδικο.

Ιστορίες για μαχαιρώματα, ξυράφια, φασαρίες.

Μπαρ, κορίτσια απ’ την Ταϋλάνδη, σωματεμπορία, υπόκοσμος.

Υπάρχει χρήμα.

Είναι και το λιμάνι.

Είναι κοντά κι ο Βόλος με τα φέρυ-μπωτ απ’ τη Συρία. »Ξενοδοχεία.

Το «Λούσυ» διατηρεί κάτι απ’ την παλιά παράδοση.

Αθλητικές συζητήσεις.

Αθλητική εφημερίδα. Η Χαλκίδα στην Γ΄ Εθνική, αλλά ο Ναυτικός Όμιλος πάει καλά. Ο Δήμαρχος συντηρητικός.

Κάνει όμως έργα.

Μας δείχνουν τις ταμπέλες: Arga-arga. »Πολυκατοικίες και γιαπιά.

Παζάρι με καλάθια στο πεζοδρόμιο.

Πλαστικές παντόφλες, ρούχα ανάκατα.

Πιο έξω τα χωριά. »Κυριακή βράδυ, πανσέληνος πάνω απ’ τα τρελά νερά.

Η γέφυρα τρίζει και οι τροχονόμοι σφυρίζουν ρυθμίζοντας την κυκλοφορία.

Είναι το μεγάλο κύμα της επιστροφής στην Αθήνα μετά το Σαββατοκύριακο.

Η προκυμαία, ξαφνικά, στις εννιάμιση αραιώνει. «Φεύγουν τα τελευταία λεωφορεία για τα χωριά», έρχεται η πληροφορία αμέσως. »Η κίνηση σιγά-σιγά τελειώνει, η πασαρέλα αδειάζει.

Ψάχνουμε για βενζινάδικο διανυκτερεύον στους άδειους δρόμους, στην Τροχαία.

Δεν υπάρχει. Κανένα.

Επιστρατεύονται οι γνωριμίες.

Πώς διάβολο ρουφάνε τη βενζίνη με το λάστιχο από το ένα ρεζερβουάρ στο άλλο κι εγώ δεν μπορώ; Μου χρειάζονται μαθήματα από επαγγελματίες.

Τελευταία βόλτα.

Όλα άδεια. Φεύγουμε. Φτάνουμε Αθήνα τέσσερις το πρωί.

Δεν βγάλαμε και φωτογραφίες του φωτισμένου τσιμεντάδικου τη νύχτα. Αν ήταν θα το βγάζαμε μέρα. Πολύ γκρίζα όλα για καλλιτεχνικές φωτογραφίες...»

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences