[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Να πληρώνει ο καθένας την πολιτική του γενναιοδωρία του Μιχάλη Χαιρετάκη 1 | Ο Θανάσης και ο πόλεμος που δεν διάλεξε Ο Θανάσης είναι 54 χρονών. Δουλεύει σε συνεργείο στα Τρίκαλα. Παίρνει 1.200 ευρώ...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Να πληρώνει ο καθένας την πολιτική του γενναιοδωρία του Μιχάλη Χαιρετάκη 1 | Ο Θανάσης και ο πόλεμος που δεν διάλεξε Ο Θανάσης είναι 54 χρονών.

Δουλεύει σε συνεργείο στα Τρίκαλα.

Παίρνει 1.200 ευρώ καθαρά τον μήνα, όταν και αν τα πάρει όλα και όταν δεν του φάνε τη ζωή οι λογαριασμοί πριν προλάβει να τη ζήσει.

Εδώ και τέσσερα χρόνια κάνει υπερωρίες για να σπουδάσει τον γιο του στη Λάρισα.

Κόβει από το σπίτι, κόβει από το φαΐ, κόβει από τα ρούχα, κόβει από τις διακοπές που δεν πήγε ποτέ.

Δεν παρακολουθεί γεωπολιτικά πάνελ.

Δεν ξέρει τι είναι το Donbas.

Δεν πήγε σε καμία συγκέντρωση.

Δεν έγραψε άρθρο.

Δεν υπέγραψε καμία διακήρυξη.

Δεν πληρώθηκε από κανένα think tank.

Δεν συμμετείχε σε κανένα lobby.

Δεν τον ρώτησε κανείς.

Κι όμως, το κράτος του, επηρεασμένο από δίκτυα, πιέσεις, κόμματα, αρθρογράφους, ευρωπαϊκά κέντρα, επαγγελματίες της «σωστής πλευράς της ιστορίας» αποφάσισε ότι η χώρα πρέπει να συμμετέχει στη χρηματοδότηση ενός πολέμου με τεράστιο κόστος.

Πολεμικό υλικό, οικονομικές δεσμεύσεις, διπλωματικές υποχρεώσεις, έμμεσες επιβαρύνσεις.

Όλα αυτά δεν πέφτουν από τον ουρανό. Πληρώνονται.

Και πληρώνονται και από τον Θανάση.

Από τον ΦΠΑ του.

Από τον φόρο του.

Από τις εισφορές του.

Από το υστέρημα που δεν του περισσεύει.

Από το παιδί του που θα μετράει τα κέρματα στο φοιτητικό σπίτι.

Από τη γυναίκα του που θα αναβάλει την επίσκεψη στον γιατρό.

Από το παλιό του αυτοκίνητο που δεν μπορεί να αλλάξει.

Εκείνοι που φώναζαν υπέρ της συνέχισης του πολέμου δεν πλήρωσαν ειδικό πολεμικό τέλος.

Δεν τους ήρθε προσωπικός λογαριασμός.

Δεν άνοιξαν δικό τους ταμείο.

Δεν έβαλαν από την τσέπη τους το κόστος της γεωπολιτικής τους ευαισθησίας.

Έκαναν ηθική με τα λεφτά του Θανάση. 2 | Η Ελένη και τα χρέη του κόμματος που δεν ήταν δικά της Η Ελένη είναι 67 χρονών.

Συνταξιούχος δασκάλα στην Καλαμάτα.

Μια ζωή πλήρωνε κανονικά.

Ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, έκτακτες εισφορές, χαράτσια, ΕΝΦΙΑ, λογαριασμούς, μνημονιακές περικοπές.

Ό,τι της ζήτησαν, το πλήρωσε.

Όχι επειδή της περίσσευαν.

Επειδή έτσι της είπαν ότι λειτουργεί ένα κράτος.

Δεν ήταν μέλος κόμματος.

Δεν πήρε κομματικό μισθό.

Δεν μοίρασε φυλλάδια.

Δεν έστησε μηχανισμό.

Δεν πήρε δάνειο στο όνομα καμίας παράταξης.

Δεν υπέγραψε καμία τραπεζική σύμβαση.

Δεν αποφάσισε καμία προεκλογική καμπάνια.

Δεν έφαγε από κανένα κομματικό ταμείο.

Κι όμως, τα μεγάλα κόμματα κατάφεραν να φορτώσουν στη δημόσια ζωή χρέη που ξεπερνούν κάθε λογική.

Χρέη εκατοντάδων εκατομμυρίων.

Χρέη που δεν δημιουργήθηκαν από την Ελένη, αλλά από μηχανισμούς, ηγεσίες, τραπεζικές ευκολίες, πολιτική ασυλία και στρατούς χειροκροτητών που επί δεκαετίες φώναζαν, δικαιολογούσαν, κουκούλωναν και ξαναψήφιζαν το ίδιο έργο.

Και όταν ήρθε ο λογαριασμός, ποιος τον πλήρωσε; Όχι οι αφισοκολλητές που έγιναν παράγοντες.

Όχι οι κομματικοί υπάλληλοι.

Όχι οι επαγγελματίες χειροκροτητές.

Όχι οι τηλεοπτικοί υπερασπιστές.

Όχι οι ηγεσίες που δανείζονταν σαν να μην υπάρχει αύριο.

Τον πλήρωσε το σύστημα.

Δηλαδή οι τράπεζες, οι ρυθμίσεις, οι κρατικές επιχορηγήσεις, οι φόροι, η οικονομία.

Δηλαδή πάλι η Ελένη. Η Ελένη που της έκοψαν τη σύνταξη «για να σωθεί η χώρα», αλλά ποτέ δεν είδε να κόβεται η πολιτική χλιδή αυτών που τη χρεοκόπησαν.

Αν ένα κόμμα έχει οπαδούς, μέλη, φίλους, μηχανισμούς και τηλεοπτικούς υπερασπιστές, ας το πληρώνουν αυτοί.

Με συνδρομές.

Με δωρεές.

Με προσωπικές εγγυήσεις.

Με ευθύνη.

Όχι με την πλάτη της Ελένης.

Γιατί η Ελένη δεν τους χρωστάει τίποτα.

Αυτοί της χρωστάνε μια ζωή που της λεηλάτησαν στο όνομα της «υπευθυνότητας». 3 | Ο Γιώργης και ο λογαριασμός ρεύματος που ανέβηκε για ιδέες άλλων Ο Γιώργης είναι 42 χρονών.

Αγρότης στην Ημαθία.

Καλλιεργεί ροδάκινα.

Δεν έχει lobby στις Βρυξέλλες.

Δεν έχει σύμβουλο επικοινωνίας.

Δεν έχει πρόσβαση σε υπουργικά γραφεία.

Έχει χωράφι, μηχανήματα, ρεύμα, νερό, πετρέλαιο, εργάτες, άγχος και ένα μέλλον που κάθε χρόνο γίνεται πιο σκοτεινό.

Τα τελευταία χρόνια βλέπει τον λογαριασμό του ρεύματος να ανεβαίνει.

Στην άρδευση, στην παραγωγή, στη συντήρηση.

Του μιλάνε για αγορές, για πράσινη μετάβαση, για ETS, για κυρώσεις, για γεωπολιτικές αναταράξεις, για ευρωπαϊκούς στόχους, για κλιματική ουδετερότητα, για «αναγκαία προσαρμογή». Ο Γιώργης δεν ψήφισε κανέναν ευρωπαϊκό κανονισμό.

Δεν κάθισε σε καμία επιτροπή.

Δεν έγραψε κανένα policy paper.

Δεν χρηματοδοτήθηκε από κανένα πρόγραμμα.

Δεν πήρε επιδότηση για να κάνει τον έξυπνο σε συνέδριο.

Δεν είπε σε κανέναν φτωχό να αλλάξει τρόπο ζωής για να αισθάνεται εκείνος ηθικά καθαρός.

Αλλά πληρώνει.

Πληρώνει το ρεύμα.

Πληρώνει τα λιπάσματα.

Πληρώνει τα καύσιμα.

Πληρώνει την ανασφάλεια.

Πληρώνει το ρίσκο να μην αξίζει πια να μαζέψει την παραγωγή του.

Πληρώνει την πράσινη ρητορική ανθρώπων που δεν έχουν δει χωράφι ούτε από το παράθυρο του αυτοκινήτου τους.

Και εκείνοι που πίεσαν για αυτές τις πολιτικές; Οι επαγγελματίες της πράσινης ατζέντας; Τα think tanks; Οι εταιρείες που μυρίστηκαν νέα αγορά; Οι λομπίστες των τεχνολογιών; Οι πολιτικοί που φωτογραφίζονται μπροστά σε ανεμογεννήτριες και ηλιακά πάνελ; Πληρώνουν το ίδιο ρεύμα με τον Γιώργη.

Όχι παραπάνω.

Δεν έχουν ειδική εισφορά ιδεολογικής επιβάρυνσης.

Δεν τους λέει κανείς: «Αφού το ήθελες τόσο, πλήρωσε τη διαφορά στον αγρότη». Η ιδεολογία τους δεν έχει IBAN.

Έχει όμως ο Γιώργης.

Και από εκεί πληρώνεται κάθε μήνα ο λογαριασμός του ρεύματος 4 | Η Σοφία και η δομή υποδοχής που αποφάσισαν άλλοι για τη γειτονιά της Η Σοφία είναι 38 χρονών.

Εργαζόμενη μητέρα στη Λάρισα.

Ζει σε μια μεσαία συνοικία.

Όχι πλούσια, όχι εξαθλιωμένη.

Μια κανονική γειτονιά ανθρώπων που δουλεύουν, μεγαλώνουν παιδιά, πληρώνουν δάνεια, τρέχουν σε σχολεία, γιατρούς, φροντιστήρια και σούπερ μάρκετ.

Κάποια στιγμή, μια δομή υποδοχής εγκαταστάθηκε κοντά στο σχολείο των παιδιών της.

Δεν ρωτήθηκε.

Δεν ενημερώθηκε ουσιαστικά.

Δεν έγινε πραγματική δημόσια διαβούλευση.

Δεν της εξήγησε κανείς τι ακριβώς θα αλλάξει στην καθημερινότητα της περιοχής.

Δεν της είπαν αν θα υπάρξει επιπλέον αστυνόμευση, καθαριότητα, υγειονομική μέριμνα, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολογική υποστήριξη στα σχολεία, σχέδιο ένταξης, σχέδιο διαχείρισης κρίσεων.

Η απόφαση ήρθε από πάνω.

Με ωραίες λέξεις. «Ανθρωπισμός». «Αλληλεγγύη». «Ευρωπαϊκή ευθύνη». «Αξιοπρέπεια». «Συμπερίληψη». ΜΚΟ, αρθρογράφοι, καθηγητές, κοινωνιολόγοι, επικοινωνιολόγοι και επαγγελματίες της ευαισθησίας χειροκρότησαν από απόσταση.

Έγραψαν κείμενα.

Έκαναν δηλώσεις.

Μίλησαν για αξίες.

Κατήγγειλαν όποιον ρωτούσε ως «φοβικό», «ρατσιστή», «ανάλγητο». Αλλά κανείς τους δεν πήγε να ζήσει στη γειτονιά της Σοφίας.

Κανείς δεν πήγε το παιδί του στο ίδιο σχολείο.

Κανείς δεν κάλυψε το επιπλέον κόστος.

Κανείς δεν πλήρωσε τον δήμο.

Κανείς δεν ανέλαβε προσωπική ευθύνη αν κάτι πάει στραβά.

Κανείς δεν είπε: «Αφού εγώ το υποστηρίζω, βάζω και τα χρήματα, τον χρόνο και την παρουσία μου». Η αλληλεγγύη με ξένα λεφτά δεν είναι αλληλεγγύη. 5 | Ο Νίκος και η εταιρεία που σώθηκε με χρήματα που δεν ήταν δικά της Ο Νίκος είναι 29 χρονών.

Νέος μηχανικός.

Δούλευε σε μια μικρή ιδιωτική επιχείρηση.

Μια κανονική επιχείρηση.

Όχι «συστημική». Όχι προστατευμένη.

Όχι φίλη υπουργείων.

Όχι με πρόσβαση σε τράπεζες, επιτροπές και επιδοτήσεις ραμμένες στα μέτρα της.

Όταν ήρθε η κρίση, η επιχείρηση δεν άντεξε.

Δεν τη διέσωσε κανείς.

Δεν βγήκε υπουργός να πει ότι είναι κρίσιμη για την οικονομία.

Δεν γράφτηκαν άρθρα για την ανάγκη στήριξής της.

Δεν εμφανίστηκαν τραπεζίτες να τη ρυθμίσουν με προνομιακούς όρους. Έκλεισε. Απλά. Σιωπηλά.

Όπως κλείνουν χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις χωρίς να αφήνουν ίχνος στα δελτία ειδήσεων. Ο Νίκος έχασε τη δουλειά του.

Την ίδια περίοδο, ένας μεγάλος επιχειρηματικός όμιλος που τα προηγούμενα χρόνια μοίραζε κέρδη, bonus, μερίσματα, παχυλές αποζημιώσεις και διοικητικές αμοιβές, ζήτησε κρατική στήριξη επειδή ήταν, λέει, «συστημικά σημαντικός». Ξαφνικά, η ελεύθερη αγορά θυμήθηκε το κράτος.

Όταν είχε κέρδη, ήταν ιδιωτική επιτυχία.

Όταν είχε ζημιές, έγινε εθνική ανάγκη.

Όταν μοίραζε μερίσματα, ήταν επιχειρηματικότητα.

Όταν κινδύνευσε, έγινε κοινωνικό πρόβλημα.

Οι μέτοχοι δεν επέστρεψαν τα προηγούμενα κέρδη.

Οι διοικήσεις δεν έχασαν τα bonus.

Οι τράπεζες δεν ανέλαβαν όλο το ρίσκο.

Οι ισχυροί δεν στάθηκαν στην ουρά του ΟΑΕΔ δίπλα στον Νίκο.

Αλλά ο Νίκος πλήρωσε.

Μέσα από φόρους.

Μέσα από δημόσιο χρήμα.

Μέσα από μια οικονομία που σώζει τους μεγάλους και αφήνει τους μικρούς να πνιγούν αξιοπρεπώς. 6 | Η Μαρία και η κατάληψη που την πλήρωσε χωρίς να τη ζητήσει Η Μαρία είναι 20 χρονών. Φοιτήτρια.

Πέρασε στο πανεπιστήμιο με κόπο.

Οι γονείς της πληρώνουν νοίκι, ρεύμα, φροντιστήρια του μικρότερου αδελφού της, σούπερ μάρκετ, μετακινήσεις.

Δεν έχουν περιθώριο για χαμένο εξάμηνο.

Δεν έχουν πολιτική πολυτέλεια.

Έχουν ημερολόγιο, λογαριασμούς και αγωνία.

Κάποιοι αποφάσισαν κατάληψη.

Κάποιοι άλλοι έσπασαν αίθουσες, έγραψαν τοίχους, κατέστρεψαν εξοπλισμό, κλείδωσαν εργαστήρια, ανέστειλαν μαθήματα στο όνομα ενός «αγώνα» που η Μαρία δεν ψήφισε, δεν οργάνωσε, δεν ενέκρινε και δεν μπόρεσε να σταματήσει.

Μετά ήρθε ο λογαριασμός.

Καθυστερημένες σπουδές.

Χαμένο εξάμηνο.

Επιπλέον ενοίκιο.

Επιπλέον έξοδα.

Ψυχολογική πίεση.

Δημόσια περιουσία κατεστραμμένη.

Εργαστήρια που πρέπει να ξαναφτιαχτούν με χρήματα του κράτους.

Δηλαδή με χρήματα των γονιών της Μαρίας.

Οι «αγωνιστές» όμως δεν πήραν τιμολόγιο.

Δεν πλήρωσαν τις ζημιές.

Δεν κάλυψαν το χαμένο εξάμηνο.

Δεν αποζημίωσαν τους φοιτητές που ήθελαν απλώς να σπουδάσουν.

Έκαναν επανάσταση με ξένες αίθουσες, ξένο χρόνο και ξένα λεφτά.

Αν πιστεύεις τόσο πολύ στον αγώνα σου, πλήρωσε και το κόστος του.

Μην το φορτώνεις στη Μαρία. 7 | Ο Παναγιώτης και οι κυρώσεις που πλήρωσε στο ταμείο Ο Παναγιώτης έχει ένα μικρό αρτοποιείο.

Ξυπνάει στις τέσσερις το πρωί.

Δουλεύει πριν ξυπνήσει η πόλη.

Πληρώνει αλεύρι, ρεύμα, φυσικό αέριο, ασφαλιστικές εισφορές, μισθούς, ενοίκιο, φόρους.

Δεν έχει περιθώριο για μεγάλα γεωπολιτικά οράματα.

Αν ανέβει το κόστος ενέργειας, δεν γράφει άρθρα ούτε κατεβαίνει σε πορείες.

Χάνει πελάτες.

Κάποιοι αποφάσισαν κυρώσεις.

Κάποιοι τις στήριξαν με πάθος.

Κάποιοι εμφανίστηκαν στα κανάλια και είπαν ότι «πρέπει να πληρώσουμε τίμημα». Μόνο που το τίμημα δεν το πλήρωσαν αυτοί.

Το πλήρωσε ο Παναγιώτης στον φούρνο του.

Στο ρεύμα.

Στο αέριο.

Στην πρώτη ύλη.

Στην τιμή του ψωμιού.

Στον πελάτη που γκρινιάζει σα να φταίει ο Παναγιώτης.

Στο παιδί του που τον βλέπει να γυρίζει σπίτι άδειος.

Στον φόβο ότι η επιχείρηση που με κόπο έχτισε μια ζωή, μπορεί να κλείσει επειδή κάποιοι άλλοι παίζουν υψηλή στρατηγική με επιχειρήσεις που δεν είναι δικές τους.

Αν κάποιος υποστηρίζει κυρώσεις, ας υπάρχει ειδικό ταμείο υποστηρικτών κυρώσεων.

Να πληρώνουν τη διαφορά ενέργειας στους μικρούς.

Να καλύπτουν το κόστος στα αρτοποιεία, στα συνεργεία, στα χωράφια, στα νοικοκυριά.

Αλλά όχι.

Η ηθική απόφαση δική τους.

Το τιμολόγιο πάει στον Παναγιώτη.

Αυτό δεν είναι πολιτική ευθύνη. 8 | Ο Κώστας και η «μεταρρύθμιση» που του έκλεισε το μαγαζί Ο Κώστας είχε ένα μικρό μαγαζί.

Τριάντα χρόνια.

Δεν έγινε πλούσιος. Έζησε. Πλήρωσε.

Κράτησε δύο υπαλλήλους.

Έκανε διακανονισμούς.

Έβαλε υπογραφές.

Έβαλε υποθήκη το σπίτι του.

Πίστεψε ότι αν δουλεύεις τίμια, κάπως θα τα καταφέρεις.

Μετά ήρθαν οι «μεταρρυθμίσεις». Άνοιγμα αγορών χωρίς προστασία.

Νέοι φόροι.

Προκαταβολές φόρου.

Ασφαλιστικές εισφορές που δεν έβγαιναν.

Ηλεκτρονικές υποχρεώσεις.

Τράπεζες που έκλεισαν τη στρόφιγγα.

Μνημονιακές πολιτικές που παρουσιάστηκαν ως «αναγκαίο κακό» από ανθρώπους που δεν κινδύνευσαν ποτέ να χάσουν το μαγαζί τους. Ο Κώστας έκλεισε.

Αυτοί που υποστήριξαν τις πολιτικές αυτές συνέχισαν την καριέρα τους.

Έγιναν σύμβουλοι.

Έγιναν καθηγητές.

Έγιναν αρθρογράφοι.

Έγιναν υπουργοί.

Έγιναν ευρωπαϊκοί παράγοντες. Ο Κώστας έγινε στατιστικό.

Μια παράπλευρη απώλεια.

Και το πιο εξοργιστικό; Του είπαν ότι έφταιγε κιόλας.

Ότι δεν ήταν αρκετά ανταγωνιστικός.

Ότι δεν προσαρμόστηκε.

Ότι η αγορά αλλάζει.

Ότι έτσι είναι η οικονομία. Όχι.

Έτσι είναι η οργανωμένη ανευθυνότητα όταν βαφτίζεται τεχνοκρατία.

Αν υποστήριξες πολιτικές που διέλυσαν ανθρώπους, τουλάχιστον πλήρωσε μέρος του κόστους.

Μην τους κάνεις και μάθημα από πάνω. 9 | Η Κατερίνα και η «ευαισθησία» που δεν έφτασε ποτέ στο νοσοκομείο της Η Κατερίνα είναι νοσηλεύτρια σε δημόσιο νοσοκομείο.

Δουλεύει βάρδιες που δεν τελειώνουν.

Βλέπει ελλείψεις, φθαρμένα μηχανήματα, ασθενείς σε διαδρόμους, συγγενείς σε απόγνωση, προσωπικό εξαντλημένο.

Κάθε φορά που το κράτος βρίσκει χρήματα για μεγάλα προγράμματα, διεθνείς δεσμεύσεις, επικοινωνιακές καμπάνιες, ΜΚΟ, επιδοτήσεις, διασώσεις και «εθνικές προτεραιότητες», η Κατερίνα αναρωτιέται: γιατί δεν βρέθηκαν για το νοσοκομείο; Γιατί για όλα υπάρχει ταμείο, εκτός από τον άνθρωπο που αιμορραγεί στο ράντζο; Γιατί η αλληλεγγύη είναι πάντα μεγαλόφωνη όταν αφορά πολιτικά χρήσιμες εικόνες, αλλά σιωπηλή όταν φοράει λευκή μπλούζα και δουλεύει νύχτα με μισθό ντροπής; Όποιος θέλει να χρηματοδοτήσει μεγάλες ηθικές πολιτικές, ας το κάνει.

Αλλά πρώτα να απαντήσει στην Κατερίνα.

Να της πει γιατί το δικό της νοσοκομείο περιμένει.

Να της πει γιατί οι ασθενείς της αξίζουν λιγότερο από τις δημόσιες σχέσεις των κυβερνήσεων.

Γιατί η τσέπη του φορολογούμενου δεν είναι μαγικό πηγάδι.

Και κάθε ευρώ που φεύγει για μια επιλογή, λείπει από κάπου αλλού. 10 | Ο Μανώλης και η φιλανθρωπία που πέρασε από το ασφαλιστικό του ταμείο Ο Μανώλης είναι 61 χρονών.

Δουλεύει από τα δεκαοχτώ.

Ένσημα, εισφορές, φόροι, κρατήσεις.

Του έλεγαν πάντα: «Πλήρωνε τώρα, για να έχεις αύριο σύνταξη και περίθαλψη». Πλήρωνε.

Δεν ήταν δωρεά.

Δεν ήταν φιλανθρωπικό κουτί.

Δεν ήταν ταμείο γενικών ιδεολογικών χρήσεων.

Ήταν ασφαλιστική σχέση.

Δούλευε, πλήρωνε, περίμενε ότι το κράτος θα διαχειριστεί τα λεφτά του με σεβασμό.

Και μετά άρχισε να ακούει ότι τα αποθεματικά, οι πόροι, οι εισφορές, τα δημόσια ταμεία μπορούν να χρησιμοποιούνται για κάθε νέα «ανάγκη», κάθε νέα «έκτακτη συνθήκη», κάθε νέα «ανθρωπιστική υποχρέωση», κάθε πολιτικό σχέδιο που κάποιος παρουσιάζει ως ηθικά ανώτερο.

Τα έκαναν δομημένα ομόλογα, μπάλωσαν τρύπες, τα διασπάθισαν για πολλά χρόνια. Όχι.

Τα λεφτά του Μανώλη δεν είναι ιδεολογικό πορτοφόλι.

Δεν είναι ταμείο ΜΚΟ.

Δεν είναι μηχανισμός εξαγοράς κοινωνικής εικόνας.

Δεν είναι περιουσία υπουργού, κόμματος ή επιτροπής.

Είναι λεφτά εργαζομένων.

Διαχειριζόμενα από το κράτος, όχι ιδιοκτησία του κράτους.

Αν κάποιοι θέλουν να κάνουν τους φιλάνθρωπους, να το κάνουν.

Αλλά με τις δικές τους τσέπες.

Με τα δικά τους σπίτια.

Με τις δικές τους δωρεές.

Με τα δικά τους ιδρύματα.

Με τη δική τους προσωπική θυσία.

Όχι με το ασφαλιστικό μέλλον του Μανώλη.

Γιατί όταν η φιλανθρωπία πληρώνεται από λεφτά άλλων, παύει να είναι αρετή.

Γίνεται εξουσία.

Ξέρετε κάτι; Υπάρχει μια παλιά τακτική στη δημόσια ζωή.

Κάποιοι εμφανίζονται ως γενναίοι, ανθρωπιστές, πατριώτες, ευρωπαϊστές, διεθνιστές, μεταρρυθμιστές ή σωτήρες αλλά πάντοτε με τα ίδια μικρά γράμματα στο τέλος του λογαριασμού: να πληρώσει κάποιος άλλος.

Υποστηρίζουν πολέμους με χρήματα του φορολογούμενου.

Υποστηρίζουν κόμματα που χρεοκοπούν, αλλά τα χρέη μένουν σε τράπεζες, ρυθμίσεις, κρατικές χρηματοδοτήσεις και τελικά στο γενικό οικονομικό σύστημα.

Υποστηρίζουν πολιτικές μαζικής φιλοξενίας, ενσωμάτωσης, επιδοτήσεων και δομών, αλλά ο λογαριασμός περνάει από τον προϋπολογισμό, τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τις εισφορές, τους φόρους, τις υπηρεσίες που υποβαθμίζονται.

Υποστηρίζουν πράσινες μεταβάσεις χωρίς να ρωτούν ποιος θα πληρώσει το ρεύμα.

Υποστηρίζουν κυρώσεις, εμπάργκο, ενεργειακές ανατροπές, ακριβότερη παραγωγή, ακριβότερη τροφή, ακριβότερη ζωή και όταν έρθει ο λογαριασμός, τον βαφτίζουν «εθνική ανάγκη», «ευρωπαϊκή υποχρέωση», «αλληλεγγύη» ή «ιστορική ευθύνη». Όχι.

Δεν είναι έτσι.

Η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι μηχανισμός με τον οποίο οι πιο θορυβώδεις, οι πιο οργανωμένοι, οι πιο δικτυωμένοι και οι πιο ιδεολογικά προστατευμένοι αποφασίζουν, πιέζουν, εκβιάζουν ηθικά, χειροκροτούν, ανεβάζουν σημαιάκια, γράφουν άρθρα, οργανώνουν καμπάνιες, επηρεάζουν κόμματα και κυβερνήσεις και μετά στέλνουν τον λογαριασμό στον ανώνυμο εργαζόμενο, στον συνταξιούχο, στον μικρομεσαίο, στον άνεργο, στον άνθρωπο που δεν φώναξε, δεν πόζαρε, δεν έβγαλε λόγο, δεν πήρε επιχορήγηση, δεν κέρδισε θέση, δεν είχε πρόσβαση σε κανένα κέντρο αποφάσεων.

Πρέπει όμως να ξεκαθαριστεί κάτι απόλυτα: αυτό δεν είναι συλλογική ευθύνη.

Η συλλογική ευθύνη είναι βάρβαρη έννοια.

Χρησιμοποιήθηκε εναντίον λαών, εθνοτήτων, κοινωνικών ομάδων, μειονοτήτων και ολόκληρων πληθυσμών.

Δεν μπορείς να τιμωρείς έναν λαό επειδή ένα καθεστώς έκανε εγκλήματα.

Δεν μπορείς να τιμωρείς όλους τους ψηφοφόρους επειδή κάποιοι ψήφισαν ανοησίες.

Δεν μπορείς να ζητάς από τον απλό πολίτη να απολογείται επειδή έζησε μέσα σε ένα σύστημα που δεν έλεγχε.

Άλλο πράγμα η συλλογική ενοχή και άλλο η ενεργή πολιτική ευθύνη.

Ο πολίτης που ψήφισε κάποτε, παθητικά, μέσα σε φόβο, άγνοια, πίεση, παραπληροφόρηση ή απλώς χωρίς να καταλαβαίνει όλες τις συνέπειες, δεν είναι ίδιος με τον οργανωμένο κομματικό στρατό.

Δεν είναι ίδιος με τον επικοινωνιολόγο.

Δεν είναι ίδιος με τον επαγγελματία σχολιαστή.

Δεν είναι ίδιος με τον πρόεδρο συλλόγου, τον λομπίστα, τον χρηματοδότη, τον κομματικό παράγοντα, τον θεσμικό χειροκροτητή, τον δημόσιο προπαγανδιστή, τον άνθρωπο που επί χρόνια έσπρωχνε συνειδητά μια επιλογή και ζητούσε να εφαρμοστεί πάνω σε όλους.

Εκεί αρχίζει η ευθύνη.

Όποιος υποστηρίζει ενεργά τη συνέχιση ενός πολέμου, ας πληρώνει ειδικό πολεμικό τέλος.

Όχι γενικά ο λαός.

Όχι ο συνταξιούχος που βλέπει τη σύνταξή του να λιώνει.

Όχι ο εργαζόμενος που πλήρωσε φόρους για να αγοραστεί πολεμικό υλικό με το υστέρημά του.

Αν κάποιος θεωρεί ότι πρέπει να στέλνονται όπλα, πυρομαχικά, συστήματα ή οικονομική στήριξη σε έναν πόλεμο, έχει δικαίωμα να το πιστεύει.

Αλλά η ηθική του πρέπει να έχει IBAN.

Η ευαισθησία του πρέπει να έχει απόδειξη πληρωμής.

Η γεωπολιτική του άποψη πρέπει να έχει προσωπικό κόστος.

Δεν γίνεται ο ένας να εμφανίζεται ως αρχιστράτηγος του καναπέ και ο άλλος να πληρώνει τον λογαριασμό στο σούπερ μάρκετ.

Το ίδιο ισχύει για τα κόμματα.

Όποιος επί χρόνια βγαίνει με σημαιάκια, οργανώνεται, χειροκροτεί, αφισοκολλά, στρατολογεί, υπερασπίζεται κομματικές ηγεσίες, δικαιολογεί δάνεια, χρέη, μνημόνια, πελατειακά δίκτυα και πολιτικές εξαθλίωσης, δεν μπορεί μετά να κρύβεται μέσα στο πλήθος.

Τα χρέη των κομμάτων δεν είναι φυσικό φαινόμενο.

Δεν έπεσαν από τον ουρανό.

Δημιουργήθηκαν από μηχανισμούς, ηγεσίες, τράπεζες, προστασίες, σιωπές και στρατούς υποστηρικτών που νομιμοποιούσαν το θέατρο.

Θέλεις κόμμα με χρέη; Πλήρωσέ το. Θέλεις μηχανισμό; Συντήρησέ τον.

Θέλεις προεκλογικές φιέστες, γραφεία, media, αφίσες, στρατηγούς επικοινωνίας και κομματικές στρατιές; Βάλε συνδρομή.

Όχι κρατική επιχορήγηση χωρίς όριο.

Όχι τραπεζικά δάνεια που δεν εξυπηρετούνται κανονικά.

Όχι πολιτική πολυτέλεια με κοινωνικοποιημένη ζημία.

Κόμμα που δεν μπορεί να ζήσει από τα μέλη και τους υποστηρικτές του, δεν είναι λαϊκό κίνημα.

Είναι χρεοκοπημένη επιχείρηση που ζητά πολιτική ασυλία.

Στο μεταναστευτικό και προσφυγικό η υποκρισία γίνεται ακόμη πιο λεπτή, γιατί ντύνεται με ανθρωπιστική γλώσσα.

Και εδώ χρειάζεται προσοχή: ο πρόσφυγας δεν είναι εχθρός.

Ο μετανάστης δεν είναι λογιστικό αντικείμενο.

Ο κατατρεγμένος άνθρωπος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε στόχο.

Αλλά άλλο η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και άλλο η πολιτική βιομηχανία της ηθικής ανωτερότητας.

Δεν μιλάμε για στοχοποίηση ανθρώπων.

Μιλάμε για στοχοποίηση της πολιτικής υποκρισίας που χρησιμοποιεί ανθρώπους ως ηθικό άλλοθι και τους φορολογούμενους ως πορτοφόλι.

Όποιος ζητά ανοιχτές δομές, επιδοτούμενη στέγαση, μακροχρόνια φιλοξενία, νομική υποστήριξη, ένταξη, επιδόματα, ΜΚΟ, προγράμματα, μεταφορές, υπηρεσίες και μόνιμες κρατικές δαπάνες, ας πει καθαρά ποιος πληρώνει.

Και αν πιστεύει ότι αυτή είναι ύψιστη ηθική υποχρέωση, ας τη χρηματοδοτήσει ο ίδιος.

Με δωρεές.

Με ειδικό ταμείο.

Με εθελοντική εισφορά.

Με διαφανή λογαριασμό.

Με προσωπική συμμετοχή.

Όχι με τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων.

Όχι με τις εισφορές ανθρώπων που δούλεψαν σαράντα χρόνια.

Όχι με λεφτά που δεν ανήκουν στο κράτος με την ηθική έννοια, αλλά στους εργαζόμενους που τα κατέβαλαν για σύνταξη, υγεία και ασφάλιση.

Το κράτος διαχειρίζεται.

Δεν του ανήκουν.

Δεν έχει δικαίωμα να μετατρέπει κάθε κοινωνικό ταμείο σε πορτοφόλι ιδεολογικής επίδειξης.

Το ίδιο μοντέλο ευθύνης πρέπει να εφαρμοστεί παντού.

Θέλεις ενεργειακή μετάβαση που ανεβάζει το κόστος παραγωγής; Πλήρωσε ειδική πράσινη εισφορά ως υποστηρικτής της.

Θέλεις απαγορεύσεις αυτοκινήτων, καυσίμων, συστημάτων θέρμανσης, αγροτικών πρακτικών; Πλήρωσε τη διαφορά στον άνθρωπο που δεν έχει λεφτά να αλλάξει σπίτι, λέβητα, αυτοκίνητο ή επάγγελμα.

Θέλεις κυρώσεις που ακριβαίνουν την ενέργεια; Πλήρωσε το κόστος στον λογαριασμό αυτού που δεν έκανε γεωπολιτική από το σαλόνι του.

Θέλεις πανεπιστημιακές καταλήψεις, «κινηματικές» φθορές, καμένες αίθουσες, σπασμένα μηχανήματα, δημόσια περιουσία που καταστρέφεται στο όνομα κάποιας ιδέας; Πλήρωσέ τα. Όχι ο φορολογούμενος που ήθελε απλώς να σπουδάσει το παιδί του.

Και βέβαια, το ίδιο ισχύει για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Όταν ένας όμιλος απαιτεί κρατική διάσωση επειδή είναι «συστημικός», ενώ τα προηγούμενα χρόνια μοίραζε κέρδη, bonus και μερίσματα, τότε δεν ζητά ελεύθερη αγορά.

Ζητά σοσιαλισμό για τις ζημιές και καπιταλισμό για τα κέρδη.

Αν οι μέτοχοι πήραν το ρίσκο, οι μέτοχοι πρέπει να πληρώσουν πρώτοι.

Αν οι διοικήσεις πήραν αποφάσεις, οι διοικήσεις πρέπει να χάσουν πρώτες.

Ο πολίτης δεν είναι ασφαλιστήριο συμβόλαιο των ισχυρών.

Η αρχή είναι απλή: όποιος έχει πραγματική επιρροή στη δημιουργία μιας πολιτικής επιλογής, πρέπει να έχει και μερίδιο στο κόστος της.

Όσο μεγαλύτερη η επιρροή, τόσο μεγαλύτερη η ευθύνη.

Όχι ο απλός άνθρωπος.

Όχι ο φοβισμένος ψηφοφόρος.

Όχι ο σιωπηλός πολίτης.

Αλλά ο οργανωμένος υποστηρικτής, ο χρηματοδότης, ο μηχανισμός, ο επαγγελματίας της προπαγάνδας, ο θεσμικός παράγοντας, η ΜΚΟ, το κόμμα, η εταιρεία, το think tank, ο σύλλογος, το lobby, ο δημόσιος διαμορφωτής γνώμης.

Αυτό δεν είναι αντιδημοκρατικό.

Αντίθετα, είναι η μόνη μορφή ώριμης δημοκρατίας.

Διότι σήμερα η δημοκρατία έχει καταντήσει συχνά ένα πλυντήριο κόστους.

Παράγει αποφάσεις από οργανωμένες μειοψηφίες, τις ντύνει με μεγάλες λέξεις και τις χρεώνει σε αόρατες πλειοψηφίες.

Η πραγματική ελευθερία λόγου δεν σημαίνει ελευθερία από τις συνέπειες.

Σημαίνει ότι μπορείς να λες αυτό που πιστεύεις, να το οργανώνεις, να το διεκδικείς αλλά όταν αυτό που διεκδικείς κοστίζει, δεν εξαφανίζεσαι πίσω από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Δεν μετατρέπεις τον άλλον σε χρηματοδότη της ιδεολογίας σου.

Μπορείς να είσαι υπέρ ενός πολέμου.

Πλήρωσέ τον.

Μπορείς να είσαι υπέρ ενός κόμματος.

Συντήρησέ το. Μπορείς να είσαι υπέρ μιας ακριβής μεταναστευτικής πολιτικής.

Χρηματοδότησέ την.

Μπορείς να είσαι υπέρ μιας πράσινης μετάβασης που φτωχοποιεί άλλους.

Κάλυψε τη διαφορά.

Μπορείς να είσαι υπέρ κυρώσεων, εμπάργκο, απαγορεύσεων, επιδοτήσεων, διασώσεων και προγραμμάτων.

Βάλε το χέρι στην τσέπη.

Η πολιτική χωρίς προσωπικό κόστος είναι συχνά θέατρο.

Η ηθική χωρίς λογαριασμό είναι συχνά ναρκισσισμός.

Και η αλληλεγγύη με ξένα λεφτά είναι, πολλές φορές, απλώς μεταμφιεσμένη εξουσία.

Δεν χρειάζεται να τιμωρηθούν οι λαοί.

Δεν χρειάζεται να κυνηγηθούν οι ψηφοφόροι.

Δεν χρειάζεται να ποινικοποιηθεί η γνώμη.

Χρειάζεται όμως να τελειώσει η ασυλία της οργανωμένης ανευθυνότητας.

Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να τεθεί το απλό ερώτημα που κανείς δεν θέλει να ακούσει: Αφού πιστεύεις τόσο πολύ σε αυτή την πολιτική, γιατί επιμένεις να την πληρώνω εγώ; Υ.Γ. Κάποιος «τεχνοκράτης» ή θεσμικός αναλυτής ίσως προβάλει τον προφανή αντίλογο: «Το κράτος δεν λειτουργεί a la carte.

Το κοινωνικό συμβόλαιο δεν τεμαχίζεται.

Αν ο καθένας επέλεγε ποιες πολιτικές θα χρηματοδοτήσει, το σύστημα θα κατέρρεε.

Άλλος δεν θα πλήρωνε για την παιδεία, άλλος για την άμυνα.» Δεκτό.

Πρακτικά, η τιμολόγηση της ιδεολογίας ανά ΑΦΜ μπορεί να ακούγεται ανεφάρμοστη στην καθημερινή λειτουργία ενός κράτους.

Αλλά απέναντι στην οργανωμένη ανευθυνότητα των ελίτ, η λύση υπάρχει.

Είναι άμεσα εφαρμόσιμη, τεχνολογικά έτοιμη, εντελώς ανέξοδη και απείρως πιο έντιμη: Το ηλεκτρονικό δημοψήφισμα.

Στην εποχή που ψηφιοποιήθηκε ολόκληρη η ζωή, η εργασία και η αλληλεπίδρασή μας, οι υποδομές για άμεση, ψηφιακή δημοκρατία είναι δεδομένες.

Όταν πρόκειται για αποφάσεις που αλλάζουν βίαια τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, που υποθηκεύουν το μέλλον και φορτώνουν δισεκατομμύρια στις πλάτες της κοινωνίας –όπως η εμπλοκή σε ξένους πολέμους, οι κυρώσεις που καταστρέφουν την ενέργεια, τα γιγαντιαία πακέτα διασώσεων ή οι πολιτικές ανοιχτών συνόρων– ας ρωτηθεί απευθείας ο πολίτης. Απευθείας.

Με ασφάλεια, με ταυτοποίηση, με ένα κλικ.

Αν η πλειοψηφία θέλει πραγματικά να επωμιστεί το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος μιας «ανθρωπιστικής επιταγής» ή ενός «ιστορικού χρέους», τότε ας το αναλάβουμε όλοι μαζί.

Αλλά να το αποφασίσει η ίδια.

Να είναι συνειδητή απόφαση της κοινωνίας που θα το πληρώσει.

Όχι των λομπιστών.

Όχι των think tanks. Όχι των επαγγελματιών της ευαισθησίας, που αποφασίζουν την ηθική τους με τα λεφτά τα δικά μας.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences