[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

— Σήμερα μου είπες ότι με παντρεύτηκες γιατί είμαι «βολική»! — λέει η Αύρη, με τον καφέ στα χέρια. — Και; — απαντά ο Δημήτρης, σηκώντας στους ώμους του. — Είναι κάτι κακό; — Πάλι είσαι σε αυτό το...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

— Σήμερα μου είπες ότι με παντρεύτηκες γιατί είμαι «βολική»! — λέει η Αύρη, με τον καφέ στα χέρια. — Και; — απαντά ο Δημήτρης, σηκώντας στους ώμους του. — Είναι κάτι κακό; — Πάλι είσαι σε αυτό το παλιό ποδή; — διακόπτει, βλέποντας τον να ρυθμίζει το μανίκι της ποδιάς του σαν να προετοιμάζει ασπίδα για μάχη. Η Αύρη πάει άμα με το φλιτζάνι, η ατμίδα ανεβαίνει σιγανά, κάπτει τα δάχτυλα της, μα δεν το αφήνει. — Αυτό… είναι βολικό. — Ναι, βολικό, — πνεύει, ρυθμίζοντας τη γραβάτα μπροστά στον καθρέφτη. — Όπως όλα σε σένα. Η Αύρη κατεβάζει τα μάτια.

Ο καφές δεν ατμίζει πια· η επιφάνεια έχει σκοτεινιάσει, αντανακλώντας το ταβάνι σαν σπασμένο καθρέφτη. — Δημήτρη, εσύ… — Τι; — βγάζει τα κλειδιά, ενώ η μεταλλική κουδούνα του δακτυλίου χτυπάει το δαχτυλίδι. — Τίποτα.

Η πόρτα κλείνει τόσο δυνατό που τρέμει η ντουζιέρα με τα αγγεία. --- Συναντήθηκαν στη δουλειά.

Αυτή – ήσυχη, ντροπαλή λογίστρια που κρύβει τα μαλλιά της σε ατηθασμένο χτένι, εκείνος – σίγουρος εαυτός διευθυντής, το γέλιο του αντηχεί στους διαδρόμους. Ο Δημήτρης την κερδίζει με τριαντάφυλλα που έχουν σταγόνες δροσιά στα πέταλα, δείπνα με κεριά, όπου παραγγέλνει για αυτήν ένα μεσαία ψητό μπριζόλα χωρίς να ρωτά τι προτιμά. — Δεν είσαι από εκεί που γκρινιάζει για μικροπράγματα, έτσι; — ρωτά στην τρίτη συνάντηση, διορθώνοντας το σερβίτσιο στο γόνατό της. — Όχι, — χαμογελά η Αύρη, σαν να μην ακούει τα κουδουνάκια του άγχους. — Καλά.

Η πρώην μου πάντα έζεβε σκάνδαλα… Η Αύρη δεν δίνει νόημα.

Στη συνέχεια, γάμος, παιδιά, σπίτι.

Όλα όπως στους περισσότερους Έλληνες.

Μερικές φορές, όταν δοκιμάζει φορεσιά με ανοιχτούς ώμους, εκείνος σχολιάζει: — Θα έπρεπες κάτι πιο απλό.

Δεν είναι το στυλ σου.

Ή όταν βαφτίζει τα χείλη μπροστά στον καθρέφτη, ρίχνει τυχαία: — Για τι; Στο σπίτι μένεις και έτσι.

Μια μέρα, όταν αγοράζει νέο αρωματικό λουτρό με λουλουδική μυρωδιά, εκείνος συρρικνώνεται: — Μοιάζει με φτηνό καταστήμα.

Τι, προσπαθείς να φτάσεις την Κατερίνα της λογιστικής; Κι από τότε δεν τα φοράει ξανά.

Στα γενέθλιά της, του δίνει ένα ηλεκτρικό σκουπιδιστή. — Το παλιό σιγοβράζει, — εξηγεί, παρατηρώντας τη να ξετυλίγει το κουτί. — Κάθε φορά που καθαρίζεις, γκρινιάζεις. Η Αύρη ευχαριστεί, μετά κοιτάζει παραθύρου για μεγάλο διάστημα, μέχρι τα παιδιά την καλούν να κόψουν την τούρτα.

Μένει σιωπηλή.

Επειδή, γενικά, ήταν καλός σύζυγος.

Δεν χτυπούσε, δεν ήπιε, έφερνε χρήματα.

Μήπως δεν έφτανε κάτι; --- — Ποτέ δεν με αγάπησες; Εκείνο το βράδυ, η ίδια συζήτηση. Ο Δημήτρης απομακρύνει το βλέμμα, σαν να ελέγχει αν κλείστηκε η πόρτα του διαμερίσματος. — Είσαι η τέλεια σύζυγος. — Αυτό δεν είναι απάντηση.

Ανέπνευσε, σαν να έπρεπε να της εξηγήσει το πίνακα πολλαπλασιασμού. — Αύρη, γιατί τσουρέλας; Εμείς όλα είναι κανονικά. — Κανονικά; — η φωνή της τρέμει, όχι από δάκρυα, αλλά από θυμό που βγαίνει έξω. — Σήμερα μου είπες ότι με παντρεύτηκες γιατί είμαι «βολική»! — Και; — λέει, ασαφής. — Κάτι κακό; Της φαίνεται για πρώτη φορά: το κάλιο στον αυχένα του δεν είναι από τένις με συναδέλφους, αλλά από άλλη πηγή.

Η γραμμή ανάμεσα στα φρύδια του δεν είναι από άγχος, αλλά από εκνευρισμό που πρέπει να δικαιολογείται μπροστά της. — Και η Κατερίνα; Το πρόσωπο του Δημήτρη στένεται, σαν να έσπασε ένα αόρατο νήμα. — Τι σχέση έχει; — Τον αγαπούσες. — Ναι, — απαντά, και μέσα σε εκείνη τη λέξη κρύβεται όλη η θλίψη των ετών τους. — Τον αγαπούσα, αλλά δεν μπορούσα να φτιάξω κανονική οικογένεια. Η Αύρη νιώθει κάτι μέσα της να σπάει σαν κούμπωμα παπούτσι· μπορεί να περπατήσει, αλλά όχι όπως παλιά. — Είμαι λοιπόν… η ησυχοπραγμάτωση, η υποδεέστερη. — Μην το μεγαλουργείς, — χτυπάει το χέρι του σαν να διώχνει κουνούπια. — Έχουμε παιδιά, σπίτι.

Τι άλλο θέλεις; --- Απλώς στέκεται και διστακτικά σκέφτεται.

Μήπως έχει δίκιο; Μήπως η αγάπη είναι πολυτέλεια και η οικογένεια πιο σημαντική; Βλέπει από το παράθυρο τα πρώτα σταγονίδια της βροχής να τρέχουν πάνω από το τζάμι.

Στο βλέμμα του φαίνονται τα ίχνη των δακτύλων της — ήρθε συχνά εδώ, περιμένοντας μια απάντηση από τον κόσμο έξω. Ο Δημήτρης ζει σαν τίποτα δεν άλλαξε.

Μία εβδομάδα αργότερα, όταν βλέπει ότι η Αύρη υπομένει ξανά, σταματά να προσποιείται. — Ξανά μακαρόνια; — δαγκώνει τη σπάττα, σαν να ψάχνει αποδείξεις της ανικανότητάς της. — Τουλάχιστον πρόσθεσε τη σάλτσα. — Μας είπες ποτέ ότι δεν σου αρέσει το καυτερό, — απαντά, η φωνή της ξαφνικά ξένη. — Και τι; — σπρώνει το πιάτο, σαν να της έδωσε πίτσα. — Η Κατερίνα πάντα μαγείρευε… Η Αύρη σηκώνεται ξαφνικά.

Η καρέκλα σκρτζώνει το πάτωμα, αφήνοντας γρατσουνιά — άλλη μια κηροπήγια στο σπίτι, άλλη μια αόρατη ρωγμή. — Θες την Κατερίνα; Πάμε! — Άσε με, — γελάει, και ο γέλτος του είναι πιο δυνατός από μια φωνή. — Που να πάω; Ξέρεις ότι μου είναι βολική η ζωή μαζί σου.

Τότε καταλαβαίνει.

Δεν προσπαθεί να την κρατήσει.

Δεν είναι επειδή πιστεύει στην αγάπη της, αλλά επειδή πιστεύει στην υποταγή της.

Το βλέπει παντού: όταν δεν την διορθώνει που «φοβάται» να ντύνεται—απλώς περνάει.

Όταν δεν την κοιτάζει πια—πλέον είναι σαν όρθια καναπές που δεν χρησιμοποιείται.

Όταν οι «ήρεμες» του μέρες τανίζουν εβδομάδες—χωρίς καυγά, χωρίς απαιτήσεις, απλώς... τίποτα.

Και το «τίποτα» φωνάζει πιο δυνατά από κάθε κραυγή.

Στέκεται στην κουζίνα, σφιγγίζει το χελι του τραπεζιού, και συνειδητοποιεί: δεν θυμώνει.

Περιμένει μόνο να ησυχάσει.

Όπως η ησυχία που έδωσε το σκουπιδιστή αντί για δώρο.

Όπως η ησυχία που έβαλε στα αρώματα.

Όπως η ησυχία που δεν είναι «πικρασμένη» από μικρές εκνευριώσεις.

Τότε κάτι μέσα της αλλάζει.

Δεν είναι πόνος, ούτε οργή—είναι απελευθέρωση.

Αν δεν σε αγαπούν αλλά θυμώνουν—ακόμη υπάρχει.

Αν δεν θυμώνουν πια… δεν υπάρχει πια. --- Μετά από έναν μήνα, υποβάλλει διαζύγιο. Ο Δημήτρης δεν μπορεί να πιστέψει.

Μπαίνει στην κουζίνα, όπου η Αύρη τοποθετεί τα παιδικά ρούχα σε κουτιά, και παραμένει ακίνητος, σαν να βλέπει άγνωστη γυναίκα. — Σοβαρά; — ρωτά, ο ήχος της φωνής του τρεμοπαίζει για πρώτη φορά. Η Αύρη δεν σηκώνει το κεφάλι, συνεχίζει να δέσποιται μικρά μπλουζάκια. — Ναι. — Για κάποιο αστείο; — κάνει βήμα μπροστά, και τα πόδια της σφίγγουν το λαιμό. — Δεν είναι αστείο, — ψιθυρίζει. — Δεν είμαι έπιπλο.

Χαμογελάει σκληρά, νευρικό. — Ω, πάλι δράμα! Πάντα υπερβάλλεις.

Τελικά, κοιτάζει τον Δημήτρη.

Το πρόσωπό του είναι εξοικειωμένο μέχρι πόνο, αλλά τώρα βλέπει διαφορετικά: τα λιγωμένα χείλη, τα αχνά μαγειμένα μάτια—έχει σπάσει, αλλά όχι επειδή τον έχασε, αλλά επειδή ο «βολικός» του κόσμος τρώει. — Δεν υπερβάλλω, — λέει. — Απλώς είμαι κουρασμένη να είμαι βολική. Ο Δημήτρης σιωπά, μετά παίρνει τα κλειδιά από το τραπέζι. — Και τί; Θα μου είναι δύσκολο; — ρίχνει μια ματιά στα κουτιά. — Δεν ξέρεις καν πώς να ψήνεις σωστά. Η Αύρη τρέμει—ήρθε η γνωστή βολή.

Παλιά αυτά τα λόγια την έκαναν να αμφιβάλει, τώρα ακούγονται κενά. — Ίσως, — αποδέχεται. — Αλλά κάποιος το σκέφτεται διαφορετικά.

Το πρόσωπό του σκύβει. — Α, έτσι! Έχεις ήδη κάποιον, έτσι; — χαμογελάει πικρά. — Πού θα πας χωρίς εμένα; Σε ποιον θα χρειάζεσαι; Η Αύρη νιώθει την πίεση, τον παλιό πόνο.

Σ almost opens her mouth to say «Συγγνώμη», αλλά... — Δεν θα το κάνω πια, — λέει σθεναρά. — Χρειάζομαι τον εαυτό μου. Ο Δημήτρης παραμένει έκπληκτος. — Έχεις τρελαθεί, — σιγοκροτάει. — Και τα παιδιά; Σου λες ότι δεν σκέφτεσαι; Κλείνει τα μάτια για μια στιγμή.

Τα παιδιά… σκεφτόμαστε συνέχεια. — Θα δουν τι σημαίνει να σέβεσαι τον εαυτό σου, — απαντά. — Απλά! — κουνάει το χέρι. — Είσαι εγωιστική.

Έχουμε σπίτι, ευημερία… και εσύ ρίχνεις τα πάντα για μια «φούρτωση». Η Αύρη τον κοιτάζει, καταλαβαίνει ότι δεν τον ενδυναμώνει.

Για αυτόν είναι «φούρτωση». — Για σένα ναι, — λέει. — Για μένα όχι. … Γράψε “ΣΥΝΕΧΕΙΑ” στα σχόλια 👇✨ το επόμενο μέρος έρχεται τώρα!

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences