ΠΑΝΟ, ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ! μνήσασθε θούριδος ἀλκῆς ( Ζ 113) Οἰώθη δ᾽ Ὀδυσεὺς δουρὶ κλυτός (Λ 401). Έμεινε μόνος του, ο φημισμένος στο κοντάρι Οδυσσέας, έχοντας απέναντι τους Τρώες. Όλοι οι υπόλοιποι Αχαιοί...
ΠΑΝΟ, ΤΗ ΣΗΜΑΙΑ! μνήσασθε θούριδος ἀλκῆς ( Ζ 113) Οἰώθη δ᾽ Ὀδυσεὺς δουρὶ κλυτός (Λ 401). Έμεινε μόνος του, ο φημισμένος στο κοντάρι Οδυσσέας, έχοντας απέναντι τους Τρώες.
Όλοι οι υπόλοιποι Αχαιοί φοβισμένοι εγκαταλείπουν το πεδίο της μάχης.
Τότε αρχίζει ένας διάλογος με τον εαυτό του: «Τι θα απογίνω; Κακό είναι, αλίμονο, μεγάλο, φοβισμένος να φύγω ομπρός τους, μα χειρότερο είναι να σκοτωθώ εδώ πέρα μονάχος.
Οι άλλοι Αργίτες σκορπίστηκαν από τον Δία.
Όμως γιατί η καρδιά μου κάθεται και τα σκέφτεται όλα αυτά; Το ξέρω, μοναχά οι δειλοί ξεκόβουν απ' τη μάχη· μα όποιου το λέει η καρδιά, στον πόλεμο οφείλει να μείνει αδείλιαστος· τον θάνατον εις τον εχθρόν να δώσει ή να τον λάβει.» Ο Οδυσσέας θα οπισθοχωρήσει μόνο όταν θα τραυματιστεί στη μάχη, όπως θα κάνουν κι όλοι οι γενναίοι μαχητές πριν από αυτόν . Τραυματισμένοι θα φύγουν οι Αγαμέμνονας , Διομήδης, Μαχάονας και Ευρύπυλος. «Να μείνω ή να οπισθοχωρήσω;» είναι μια σκηνή τυπική για την Ιλιάδα.
Οι ήρωες πάντα επιλέγουν να μείνουν στις θέσεις τους με εξαίρεση έναν, τον Μενέλαο ο οποίος στη ραψωδία Ρ έπειτα από έναν διάλογο με τον εαυτό του αποφασίζει να εγκαταλείψει τη μάχη αφήνοντας το νεκρό σώμα του Πάτροκλου στα χέρια του Έκτορα. «Ω συμφορά μου! αν τ᾽ άρματα αφήσω εδώ και ακόμη τον Πάτροκλον που έπεσε, για την τιμή τη δική μου, θα με ονειδίσουν οι Αχαιοί· Και αν από ντροπήν μείνω να πολεμήσω μόνος μου τους Τρώες και τον Έκτορα τότε τον έναν οι πολλοί κακά θα περικλείσουν· και ο Έκτορας φέρνει εδώ τις φάλαγγες των Τρώων.
Αλλά γιατί σκέφτεται έτσι η ψυχή μου; Παθαίνει μεγάλο κακό όποιος μάχεται μ᾽ εκείνον, που έχει προστάτη θεό. Ποιος Δαναός λοιπόν θα θύμωνε θωρώντας με να φεύγω στον Έχτορα μπροστά, που μάχεται κι είναι οι θεοί μαζί του; Δεν είναι ασύμβατο όμως με τον ηρωϊκό κώδικα μια αποχώρηση από το πεδίο της μάχης όταν το όφελός από την αποχώρηση είναι μεγαλύτερο από την παραμονή του πολεμιστή σε αυτό. Ο Μενέλαος παρόλο που θα εγκαταλείψει τη μάχη έχοντας ως άλλοθι την πεποίθηση ότι οι θεοί είναι με το μέρος των Τρώων θα αναζητήσει τον Αίαντα και μαζί με άλλους Αχαιούς θα καταφέρουν την τελευταία στιγμή να πάρουν τουλάχιστον το σώμα του νεκρού Πάτροκλου από τα χέρια των Τρώων.
Γενικά στους πολέμους, οι μαχητές έχουν να αντιμετωπίσουν πολλών ειδών διλήμματα γιατί τα δεδομένα σε μια μάχη μεταβάλλονται.
Σκληρά διλήμματα είχαν και οι γενναίοι υπερασπιστές της κυπριακής δημοκρατίας το καλοκαίρι του 1974.
Ένας από αυτούς τους μαχητές, ο τότε έφεδρος ανθυπολοχαγός Πάνος Ιωαννίδης δίνει τη δική του μαρτυρία για τη δεύτερη φάση της εισβολής της Αμμοχώστου η οποία άρχισε ενωρίς το απόγευμα της 13ης Αυγούστου 1974 με βομβαρδισμό, και με δύο Τμήματα να προσπαθούν να την υπερασπιστούν: Ένα Τμήμα από 32 εφέδρους στο Δασάκι των Δικαστηρίων και ένα δεύτερο Τμήμα στο Νοσοκομείο της Πόλης, με επικεφαλής τον Λοχαγό Στέλιο Κάτσιο.
Παραθέτουμε ένα απόσπασμα. «15 Αυγούστου 1974, ώρα 6:20 το απόγευμα: Οι μόνοι Έλληνες που εμείς γνωρίζαμε ότι είχαν απομείνει στην Αμμόχωστο ήσαν οι 32 έφεδροι στο Δασάκι των Δικαστηρίων.
Πολύ αργότερα πληροφορηθήκαμε για μια ακόμα Ομάδα Εφέδρων, που είχαν επίσης εγκαταλειφθεί προδομένοι από την δική τους ηγεσία, στο Λιμάνι της Αμμοχώστου.
Ήσαν οι έφεδροι, που τελικά αναγκάστηκαν να πέσουν στη θάλασσα για να σωθούν κολυμπώντας.
Στο μεταξύ: Τα άρματα είχαν φθάσει στη Λίμνη του Αγίου Λουκά και κτυπούσαν διαρκώς.
Την βενζίνη που ψάχναμε, για την κατασκευή των -ίσως σωτήριων- βομβών Μολότοφ, την είχε πάρει μαζί του ο Συν/χης Ζαρκάδας.
Ελπίδα για εξασφάλιση ενισχύσεων μέσω του ΓΕΕΦ ή της Κυβέρνησης καμία.
Το μεν Γενικό Επιτελείο δεν απαντούσε στις κλήσεις, ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και το Υπουργικό Συμβούλιο είχαν εγκαταλείψει την Λευκωσία.
Και, το κρισιμότερο, τα πυρομαχικά των εφέδρων στην Αμμόχωστο είχαν εξαντληθεί.
Η «σιγή πυρός» από τη δική μας πλευρά, έδωσε το τελικό σύνθημα στους Τούρκους…. Η μοναδική επιλογή ήταν: Ή να χαθούμε ΑΜΑΧΗΤΙ ή να υποχωρήσουμε.
Πεσμένοι όπως είμαστε στο χώμα, γύρισα και κοίταξα τον Αν/θγό Αρέστη, θέλοντας να μοιραστώ μαζί του την αγωνία μου.
Γνώριζα, βέβαια, πως η ευθύνη για την όποια απόφαση ανήκε στον αρχαιότερο που διοικούσε… Δεν θυμούμαι αν ήμασταν δακρυσμένοι, ούτε και έχει σημασία.
Σημασία έχουν μόνο οι τρεις λέξεις που μου είπε ο Γιαννάκης: «Πάνο, τη Σημαία». Χωρίς να περιμένει απάντηση, σηκώθηκε μέσα στη κόλαση και προχώρησε προς τον ιστό με τη Σημαία του Διοικητηρίου Αμμοχώστου.
Σηκώθηκα πίσω του.
Όσοι μπόρεσαν να ακούσουν -σχεδόν όλοι- βρέθηκαν «σε στάση Προσοχής να χαιρετούν την Γαλανόλευκη». Η Σημαία της Αμμοχώστου κατέβηκε, διπλώθηκε και παραδόθηκε στον αρχαιότερο Αξιωματικό.
Όλοι πλέον γνώριζαν τη διαταγή που θα ακολουθούσε…» «Ή να χαθούμε αμαχητί, ή να υποχωρήσουμε», ήταν το δίλημμα των υπερασπιστών της Αμμοχώστου οι οποίοι προδομένοι και χωρίς πολεμοφόδια αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την αγαπημένη πόλη.
Τρέμουμε στην σκέψη μήπως το διλήμμα στα μυαλά όσων κρατούν την τύχη της Κύπρου μας στα χέρια τους είναι το ίδιο ακριβώς.
Θλιβόμαστε που δεν βρίσκει ανταπόκριση η ομηρική προτροπή "μνήσασθε θούριδος ἀλκῆς", θυμηθείτε την τόλμη σας (Ζ113) και μας στοιχειώνουν εκείνες οι τρεις λέξεις: «Πάνο, τη σημαία...» Ελένη Σιούφτα 14.12.2020
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους