ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΦΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΝΑΖΙΣΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΑ ΕΡΠΕΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ!!! ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: 228 άμαχοι, νεκροί (117 γυναίκες, μεταξύ των οποίων...
ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΦΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΝΑΖΙΣΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΜΟΡΦΑ ΕΡΠΕΤΑ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΕΩΣ!!! ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: 228 άμαχοι, νεκροί (117 γυναίκες, μεταξύ των οποίων και κυοφορούσες, 111 άρρενες, μεταξύ των οποίων 53 παιδιά κάτω των 16 ετών και 4 βρέφη), 600 σπίτια κατεστραμμένα, λεηλασία, πυρπόληση, βιασμοί πριν από τις εκτελέσεις, αφαιρέσεις εμβρύων από τις μήτρες, σφαγές γερόντων και παιδιών, προσβολή νεκρών κλπ,κλπ,κλπ. «Η σφαγή του Διστόμου, ήταν ένα έγκλημα απ΄αυτά που ανεβάζουν τα θύματα στην τιμητική θέση των μαρτύρων και τους θύτες στην αιώνια καταφρόνια.
Αποτελεί κατάπτυστο γεγονός για τον πολιτισμό εκείνων που φιλοδόξησαν να κυβερνήσουν τον κόσμο και που κατέδειξε ότι, ο μέχρι σήμερα πολιτισμός, καμμιά εν γένει επίδραση δεν είχε στις εγκληματικές ψυχές τους» (Στάθης Σταθάς). Ο πόλεμος έβαινε στο τέλος του.
Στις 6 Ιουνίου 1944, οι σύμμαχοι είχαν κάνει την επιτυχή απόβαση στη Νορμανδία και ο Άξονας έβλεπε να πλησιάζει το τέλος του. Τα Γερμανικά στρατεύματα παίρνουν εντολή μετακίνησης.
Ξέρουν ότι ο πόλεμος έχει χαθεί, αλλά δεν μπορούν να παραιτηθούν από την απάνθρωπη τακτική που εφάρμοσαν όλα τα χρόνια στις κατεχόμενες χώρες.
Ο νους τους στην καταστροφή!!! Μόνο στην καταστροφή!!! Και με τις τεχνικές που ξέρουν και εφαρμόζουν, καλύτερα και από τα κτήνη!!! Το κύτταρό τους, βουτηγμένο στο μίσος, τα μάτια τους γυάλινες πύλες που ξεφεύγουν τα θεριά της κόλασης, οι συνειδήσεις ανύπαρκτες!!! Βγάζουν εντολές όπως: «για κάθε σκοτωμένο Γερμανό, εκτελούνται 50 ΄Ελληνες.
Για 10 σκοτωμένους Γερμανούς, εξαφανίζεται ένα ολόκληρο χωριό». Με απόλυτη άσκηση τρομοκρατίας στους κατοίκους, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το αντάρτικο, που τους φέρνει προσκόμματα, απώλειες και εμποδίζει εν τέλει, την μετακίνησή τους.
Στις 10 Ιουνίου 1944, ο λοχαγός του 1ου τάγματος του 7ου τεθωρακισμένου συντάγματος της αστυνομίας των SS, Φριτζ Λούτεμπαχ, παίρνει εντολή να κινηθεί προς τη περιοχή του Διστόμου και του Στείρι, για εντοπισμό ανταρτών.
Παράλληλα, ο 10ος και 11ος λόχοι του 3ου τάγματος, κινούνται από ΄Αμφισα προς Δίστομο, για να συναντηθούν με τον 2ο λόχο.
Οι 3 λόχοι συναντιώνται και στην κοινή διαδρομή προς συνάντηση ανταρτών, συναντούν μόνο 18 παιδιά που κρύβονται. ΄Εξι απ΄αυτά που προσπάθησαν να διαφύγουν, τα εκτελούν επί τόπου.
Συνεχίζουν την πορεία τους σκορπώντας το θάνατο και μπαίνουν στο Δίστομο, με 12 αγρότες που είχαν συλλάβει και κρατούσαν ομήρους.
Ο επικεφαλής της Γερμανικής φάλαγγας, ζητάει από τον Πρόεδρο και τον παππά του χωριού να του δώσουν πληροφορίες για τους αντάρτες και τον τόπο που δρουν και κρύβονται.
Η άρνηση πληροφόρησης, έχει ως αποτέλεσμα τον εκφοβισμό των κατοίκων και τις λεηλασίες των σπιτιών τους.
Παράλληλα οι Γερμανοί, στήνουν γύρω από το χωριό φυλάκια, για να εντείνουν τον εκφοβισμό και για να ελέγχουν το χωριό.
Ο 2ος λόχος κατευθύνεται προς το χωριό Στείρι.
Προπορεύονται δύο επιταγμένα ελληνικά αυτοκίνητα γεμάτα με μεταμφιεσμένους ναζί, σε χωρικούς.
Πριν από την είσοδο στο χωριό, οι Γερμανοί δέχονται την επίθεση των ανταρτών του ΕΛΑΣ, που είχαν στήσει ενέδρα.
Η μάχη ήταν πολύωρη και σκληρή και οι απώλειες των Γερμανών μεγάλες.
Από τα δύο προπορευόμενα οχήματα σώθηκε μόνο ένας στρατιώτης και ο οδηγός του ενός, σκοτώθηκαν περίπου 40 Γερμανοί, τραυματίστηκαν 15, μεταξύ των οποίων και ο επικεφαλής αξιωματικός Τεό, που εξέπνευσε αργότερα στο Δίστομο.
Η γερμανική φάλαγγα επιστρέφει στο Δίστομο, και εκτελεί άμεσα 12 ομήρους μπροστά στο Δημοτικό Σχολείο. ‘ Οσοι κάτοικοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν από το Διάσελο (την μόνη αφύλακτη διάβαση), κλείνονται έμπλεοι τρόμου και πανικού στα σπίτια τους!!! Αδειάζουν οι δρόμοι!!! Οι Γερμανοί σε κατάσταση αμόκ, μπαίνουν στα σπίτια και σκοτώνουν όποιον βρίσκουν μπροστά τους, αδιάφορα αν πρόκειται για γυναίκες, ηλικιωμένους, παιδιά.
Σφάζουν, βιάζουν, καίνε!!! Κραυγές πόνου και απόγνωσης από παντού!!! Οι Γερμανοί δεν πτοούνται, δεν έχουν στάλα ανθρωπιάς για τα αθώα τους θύματα!!! Ξεκοιλιάζουν εγκύους, καρφώνουν τη λόγχη σε λαιμούς παιδιών, ανατινάζουν με σφαίρες τα κεφάλια των αμάχων, κόβουν κεφάλια, ακρωτηριάζουν και τελικά, δίνουν και την χαριστική βολή, με χέρι σταθερό, ταγμένου εγκληματία, ορκισμένου στο διάβολο!!! Η γη βάφεται με το αίμα των αθώων!!! Στην έκθεσή του, το έτος 1946, ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Εγκλημάτων Πολέμου Δ. Κιοσόπουλος, αναφέρει: «Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώτες, διαμοιράζονται εις ομάδας.
Περιέρχονται τας οικίας ως λυσσαλέαι ύαιναι, αιμοβόροι τίγρεις, κανίβαλοι της ζούγκλας!!! Επιπίπτουν κατά των δυστυχών κατοίκων –αδιακρίτως φύλου, ηλικίας.
Σφάζουσι, φονεύουσι, βιάζουσι γυναίκες.
Ξεκοιλιάζουσι εγκύους, γέροντες, νέοι είναι θύματα της αιμοβόρου μανίας.
Δε φείδονται ουδενός». Και πιο κάτω, στην έκθεση του Δ. Κοσιόπουλου, αναφέρεται: «Φονεύουσιν εντός της οικίας της, την οικογένειαν του Κατσινή – τον δάσκαλο Καρούμαλον- την Μορωσίαν, σύζυγο Ι. Φιλίππου – σύρουν εκ της κρύπτης της, με σκοπόν δια να την βιάσουν.
Αλλ΄ότε είδον ότι αύτη ήτο έγκυος, δια μαχαίρας διάνοιξαν την κοιλίαν της.
Το δε εκχυθέν έμβρυον, μετά λύσης εποδοπάτησαν». Μόλις έπεσε το βράδυ, οι δολοφόνοι, αποσύρθηκαν στη Λειβαδιά. ΄Οσοι Διστομίτες επέζησαν, παρέμειναν σιωπηλοί περιμένοντας τι άλλο μπορεί να συμβεί.
Σιγά-σιγά, απ΄όλα τα σημεία του μαρτυρικού χωριού, άρχισαν ν΄ακούγονται θρήνοι.
Παιδιά έρημα από τη μια στιγμή στην άλλη, κλαίγαν για τους γονείς τους, για τ΄αδέλφια τους.
Οι γέροντες κλαίγαν για τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Κάποιοι παραφρόνησαν, κάποιοι βουβάθηκαν για πάντα!!! Ο τρόμος σκέπαζε καθετί!!! Μες τη νύχτα, παιδιά μικρά, κρατώτας το ένα το χέρι του άλλου, βγήκαν στους δρόμους προσπαθώντας να φτάσουν σε κοντινά χωριά.
Κανείς δεν υπήρχε να τα προστατέψει, να τα καθησυχάσει να τους πάρει τον τρόμο!!! Τα δάκρυά τους κολλούσαν στο πρόσωπο και κανένα χέρι δεν υπήρχε να τα σκουπίσει!!! Πεντάρφανες σκιές μιας αλλοτινής ανεμελιάς, κρυβόντουσαν στο σκοτάδι!!! Κανείς δεν ήξερε αν υπάρχει αύριο!!! Το αδιανόητο έγκλημα, δημοσιοποιείται άμεσα από το βρετανικό δίκτυο BBC σε όλο τον εμπόλεμο κόσμο.
Αγανάκτηση και ανάθεμα για τους Γερμανούς!!! Οι Γερμανοί όμως, φύσει εγκληματίες και ασυνείδητοι, ρίχνουν τις ευθύνες στα θύματα, μέσω ανακοίνωσης της Γερμανικής Διοίκησης στην Αθήνα!!! Τα θύματα ήταν αυτά που προκάλεσαν το κακό, διότι….δεν συμμορφώθηκαν με τις στρατιωτικές εντολές!!! Ουδεμία βεβαίως εξήγηση, για τον τρόπο που σκότωναν τους αμάχους, διότι άλλου είδους παράκρουση σε διακατέχει όταν απλώς σκοτώνεις αθώους και άλλου είδους όταν τους ξεκοιλιάζεις, τους βιάζεις, τους κατακρεουργείς, βγάζεις έμβρυα από τις κοιλιές των μανάδων τους και τα ποδοπατάς!!! Τις επόμενες μέρες, οι Γερμανοί επανέρχονται και λεηλατούν ότι είχε απομείνει, καίνε ότι δεν είχε καεί.
Στο βιβλίο «Δίστομο» του Γιάννη Μπασδέκη, αναφέρεται: «Στις 26 Ιουνίου επανέρχονται με αποκορύφωμα τον ομαδικό βιασμό μιας 50χρονης τυφλής και πνευματικά ανάπηρης γυναίκας, αφού την χτυπούν στο πρόσωπο με τον υποκόπανο σπάζοντάς της τα δόντια και αναίσθητη όπως είναι, ξεσπούν επάνω της, το βρώμικο σαρκικό πάθος τους». ■ ΑΠΟ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ- ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΟΣΩΝ ΕΠΕΖΗΣΑΝ «….Οι Γερμανοί της σταματημένης φάλαγγας, άρχισαν να ανακατεύονται, να αγριεύουν, να δίνουν συνθήματα ο ένας στον άλλον και να κινούνται απειλητικά.
Τότε ο πατέρας μου (Σπύρος Μαλάμος), μας προέτρεψε (είχαν προσφύγει στο σπίτι και άλλα άτομα, πλην της οικογένειας, για να προστατευθούν) να κατεβούμε στο κατώι να κλειστούμε και να περιμένουμε.
Κατεβήκαμε και αμπαρωθήκαμε. ΄Εφταναν ουρλιαχτά, άγριες κραυγές, πυροβολισμοί από τα διπλανά Καλαματέϊκα σπίτια.
Η αγωνία άρχισε να γίνεται τρόμος…. Κάποια στιγμή, ακούμε στην αυλή τη φωνή, τη στριγκλιά ενός γειτονόπουλου, του Λουκά του Παπανικολάου.
Μας ζητάει βοήθεια: ‘Ωχ μπάρμπα Σπύρο, σώσε με!’. ΄Εκλαιγε και φώναζε.
Ο πατέρας μου, μόλις κατεβήκαμε στο κατώι, είχε βάλει τυρί και αυγά σε βαθύ πιάτο και κρασί σε κανάτι, για να τα έχει ως φίλεμα για τους Γερμανούς αν τυχόν και έρχονταν.
Μόλις άκουσε τη φωνή του Λουκά μου λέει: ‘Παναγούλα φέρα τα τρόφιμα’. ΄Ανοιξε την πόρτα και βλέπουμε τον Λουκά Παπανικολάου να τρέχει κλαίγοντας και κρατώντας τον πληγωμένο του λαιμό και πίσω του έναν κοντό Γερμανό στρατιώτη με όπλο στη μασχάλη να τον κυνηγάει. ….Ο πατέρας μου, σήκωσε τα χέρια φιλικά και φωνάζει για να καταπραϋνει το Γερμανό….Ο Γερμανός όμως άγριος έκανε νόημα να μπούμε στο κατώι.
Εμείς υπακούσαμε.
Μόλις πατήσαμε μέσα ορθώθηκε μπροστά στην πόρτα, έφερε κατά πάνω μας το όπλο και με μια συνεχόμενη ριπή, άρχισε να σκορπίζει το θάνατο, πυροβολώντας ολόπαντα.
Τα πρώτα βλήματα πήραν κατάστηθα τον πατέρα μου, που πέφτοντας και ξεψυχώντας σπάραζε. ΄Αρχισαν να πέφτουν τα σώματα των γυναικών….Αφού όλα τα σώματα σωριάστηκαν το ένα πάνω στ΄άλλο, ο Γερμανός κατεβαίνει και κοιτάει και σκουντάει έναν-έναν γρυλίζοντας για να δει αν είναι σκοτωμένοι και ρίχνει χαριστικές βολές.
Το κατώι είχε μια κολώνα στη μέση.
Πρώτος έπεσε και σωριάστηκε σ΄αυτήν ο πατέρας μου Σπύρος Μαλάμος, 67 χρονών. ΄Υστερα η Μαρία Λάμπρου 50 χρονών. Η Μαριέττα Φιλίππου γύρω στα 30. ΄Ηταν έγκυος και μαζί της σφάδαζε και το παιδί στην κοιλιά.
Ο ανιψιός μου Στάθης Σταθάς, γιός της αδελφής μου Γιαννούλας, 5 χρονών.
Οι γάμπες του ήσαν σχισμένες, χαραγμένες και το κρέας του χυνόταν άσπρο στο χώμα. Η Δήμητρα Μαλάμου 38 χρονών, με το γιό της Γιάννη, 8 χρονών, καθισμένη σε γούρνα, με κομμένο σαν με λεπίδα το καύκαλό της και τα μυαλά της χυμένα στους ώμους και στον πανέμορφο λαιμό της.
Δεν ξέρω αλλά κρατήσαμε την ανάσα μας, τόσο που δεν αντέχει ανθρώπινος οργανισμός.
Αυτός συνέχισε να μας κλωτσάει όπως τα σφαχτά γρυλίζοντας, για να δει αν έχει μείνει κανένας ζωντανός.
Μέσα σ΄αυτή την αβάσταχτη νέκρα πήγε και έβγαλε τις κάνουλες από τα βαρέλια του κρασιού…. Ενώθηκε το κρασί με το αίμα των σκοτωμένων και έγινε μια θάλασσα αίματος και κρασιού, μια πηχτή κρέμα, που πάνω της έπλεαν πτώματα και σερμόμαστε μωροζώντανοι….» Συγκλονιστική είναι η αφήγηση του Παναγιώτη Σεχρεμέλη, που έζησε την τραγωδία στην ηλικία των 11 ετών: «Κατά τη σφαγή του Διστόμου, βρισκόμουν μέσα στο χωριό, στο πατρικό μου σπίτι, μαζί με τον αδελφό μου Γιάννη, 14 χρονών, τον Λουκά Αν. Ανέστη, 11 χρονών, την γιαγιά μου, την Ασήμω Σωτηρίου, από το Στείρι.
Οι γονείς μου έλειπαν στην Αθήνα, όπου ο πατέρας μου είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στομάχου.
Και τα τέσσερα άτομα βρισκόμαστε στο ανατολικό δωμάτιο του σπιτιού μας, απ΄όπου είδαμε την ομαδική εκτέλεση ολόκληρης της οικογένειας Τσεκούρα ή Καραγιάννη, μαζί με άλλα άτομα, που βρισκόντουσαν εκεί, γιατί ετοίμαζαν το μνημόσυνο (τα σαράντα) του γιού τους ΄Οθωνα, που είχε φονευθεί από τους Γερμανούς στον Καρακόλιθο, μαζί με τους 117 στις 24 Απριλίου 1944…. Ξαφνικά χτύπησε η πόρτα και ανοίγοντας βλέπω δυό Γερμανούς με προτεταμένα τα αυτόματα να μας λένε να βγούμε έξω.
Βγήκαμε στο μπαλκόνι και κατεβήκαμε στην αυλή, όπου μας ανέμεναν άλλοι τρεις Γερμανοί.
Τότε μας σπρώχνουν όλους μπροστά στο φούρνο της αυλής μας.
Η γιαγιά κατάλαβε ότι θα μας σκοτώνανε και μας τράβηξε προς το πλυσταριό, όπου βρισκόταν και το αποχωρητήριο.
Ο καμπινές ήταν μια απλή γούρνα με δυό χονδρά ξύλα για να πατάμε.
Γρήγορα η γιαγιά μου κάθεται στο μέρος και προσποιούμενη τη φυσική της ανάγκη με άρπαξε από το χέρι και με έβαλε μέσα στη γούρνα, καλύπτοντας το εξέχον κεφάλι με το σώμα της.
Αυτό και με έσωσε!!! Συγχρόνως ο αδελφός μου έτρεξε και μπήκε στο κατώι, κάτω από τα βαρέλια.
Τον είδαν οι Γερμανοί, έτρεξαν κοντά του και τον φόνευσαν έτσι όπως ήταν κρυμμένος.
Ο συνομήλικός μου Λουκάς Αν. Ανέστης, 11 χρονών, που οι γονείς του έλειπαν στον κάμπο, ακολούθησε κι΄αυτός τη γιαγιά μου και πριν εισέλθη στο πλυσταριό, εδέχθη ριπή στο λαιμό, που του έκοψε το κεφάλι.
Αμέσως ο ναζιστής στρατιώτης στάθηκε στην είσοδο του πλυσταριού και πυροβόλησε εμένα και τη γιαγιά μου. ΄Ολες τις σφαίρες τις εδέχθη το σώμα της γιαγιάς μου και το χονδρό ξύλο που πατούσε η γιαγιά μου.
Εγώ τραυματίστηκα ελαφρώς στο χέρι, όχι από τη ριπή αλλά από τη σφαίρα της χαριστικής βολής.
Ευτυχώς που δεν μίλησα για να με ακούσουν και έμεινα σ΄αυτή τη θέση μέχρις ότου έφυγαν.
Τότε εξήλθα και άρχισα να τρέχω μέσα στους δρόμους του χωριού, βλέποντας παντού νεκρούς.΄Ακουσα παντού φωνές και κλάματα και είδα κόσμο πολύ, να φεύγει τρέχοντας.
Τους ακολούθησα και διανυκτερεύσαμε στα βουνά.
Παρέμεινα εκεί έως ότου ήρθε ο Ερυθμός Σταυρός και μάζεψε τα επιζήσαντα παιδιά και μας πήγε σε διάφορα ορφανοτροφεία.
Εγώ πήγα στην Κηφισιά.
Την γιαγιά μου την έθαψαν την άλλη μέρα της σφαγής στο Στείρι.
Τον αδελφό μου τον βρήκαν μετά από 5 μέρες στο κατώι, κάτω από τα βαρέλια και τον έθαψαν μπροστά στο ιερό της εκκλησίας» ΄Οσο κι΄αν η αφήγηση έρχεται από το παρελθόν, οι λεπτομέρειες δείχνουν πόσο χαράχτηκε στη μνήμη ενός παιδιού ένα αδιανόητο γεγονός, ώστε να απαριθμεί το κάθε τι, διαβάζοντας φωναχτά την ψυχή του!!! ΄Ένα παιδί, από τη μια στιγμή στην άλλη, βγήκε από την οικογενειακή θαλπωρή και προστασία, πανικόβλητο στους ματωμένους δρόμους, με σκέπη τον μαυρισμένο ουρανό, μόνο και έρημο στο πουθενά, να ηχούν στα αυτιά του και να σχίζουν τις αντοχές του, τα κλάματα και οι φωνές που ηχούσαν ολόγυρά του. ΄Ένα παιδί προστατευμένο μέχρι χθες, ακολούθησε τη μοίρα αυτών που έγιναν μάρτυρες του πιο στυγνού εγκλήματος, ανίκανο να καταλάβει τι έγινε και γιατί έγινε.
Σε μια στιγμή όλα χάθηκαν και βρέθηκε στην ανάγκη αγνώστων και γραπώθηκε στην ελπίδα για ένα αύριο, που ποτέ δεν θα ξεκολλούσε από το χθες!!! Και στα μάτια ενός παιδιού, η κτηνωδία διατηρεί το μέγεθός της και τα κτήνη τη μορφή τους!!! Παλικάρι 22 χρονών ο Παναγιώτης Περγαντάς, βίωσε τον εφιάλτη της απώλειας δικών του προσώπων: «Κατά τις 10 το πρωϊ, στις 10 Ιουνίου 1944, ημέρα Σάββατο, κατέβηκα από το πατρικό μου και πήγα στο καφενείο του Μαράλιου.
Καθόμουνα με δυό-τρεις άλλους.
Περνάει το μικρό ανιψάκι μου, ο Γιάννης της αδελφής μου Φρόσως Σταθά, το γένος Περγαντά.
Το φώναξα και του έδωσα μια ρουφηξιά ούζο.΄Υστερα έφυγε να παίξει.
Σε λίγο ακούμε φωνή τρομαγμένη ‘έρχονται οι Γερμανοί’. Πεταχτήκαμε και μέσα από το στενό του Μάριου προς τα Μεσινά, ανέβηκα στου Καρανά το ρέμα…» ΄Εμεινε εκεί, με στραμμένη την προσοχή στο χωριό, μέχρι που βασίλεψε ο ήλιος και οι Γερμανοί έφυγαν για την Λειβαδιά. «Τότε, κατεβαίνω κι΄εγώ προς το χωριό.
Φτάνω σε απόσταση διακόσια μέτρα από τα πρώτα σπίτια.
Το σπίτι της αδελφής μου Φρόσως, ήταν στην άκρη.
Ακούω μια γυναικεία φωνή να σκούζει, να οδύρεται, να θρηνολογεί.΄Ηταν η μάνα μου.
Φτάνω τρέχοντας και τι να δω!!! Την αδελφή μου κομματιασμένη, βιασμένη, κατακρεουργημένη.
Κατασκισμένα ρούχα και σάρκες, είχαν γίνει ένα.
Το αίμα έτρεχε από τα σκέλια της.
Τα βυζιά της, κατασφαγμένα, φέτες.
Το πρόσωπό της παραμορφωμένο και σ΄όλο το σώμα σημάδια άγριας πάλης.
Δίπλα της, σε μια κούνια, το μικρό κορίτσι της, τη Ζωή, εφτά μηνών, το είχαν ξεκοιλιάσει, του είχαν κόψει το λαιμό και κρέμονταν τα λαρύγγια του στο στήθος μπλεγμένα με τα βγαλμένα έντερα.
Το αγόρι της, αυτό που το πρωϊ του έδωσα λίγο ούζο στο καφενείο, έτρεξε να κρυφτεί στο διπλανό σπίτι του Νταγιαλή.
Οι εγκληματίες το κυνήγησαν και το εκτέλεσαν τινάζοντάς του τα μυαλά στον αέρα κάτω από τη σκάλα.
Επίσης και το άλλο κορίτσι της ίδιας αδελφής μου, την Ελένη, εφτά χρονών, το έσφαξαν και αυτό.
Τέλος, ο πεθερός της αδελφής μου εκτελέστηκε μπροστά στη Δημαρχεία, μαζί με το Θανάση Πανουργιά.
Την επομένη το πρωϊ, τους θάψαμε όλους σε ομαδικό τάφο, μπροστά στην αυλή του σπιτιού τους». Ο συγγραφέας Τάκης Λάππας, στο βιβλίο του «Η σφαγή στο Δίστομο», διέσωσε στη μνήμη, αδιανόητες λεπτομέρειες, από μαρτυρίες όσων διασώθηκαν από τη σφαγή. «Τρίχρονο αγόρι, ο Νίκος Σφουντούρης, το λόγχισαν, το ξεκοίλιασαν και πέρασαν τα σπλάχνα του γύρω στο λαιμό του, αφού πρώτα σκότωσαν τους γονείς του, έκοψαν το δάχτυλο του νεκρού πατέρα του για να πάρουν το δαχτυλίδι και έβγαλαν τα χρυσά δόντια της νεκρής μάνας του….» . Και αλλού : «Σε άλλο σπίτι, τους εβδομηνταπεντάρηδες γέρους, τον Αγγελή και την Θεοφανή Κοκκίνη, τους κόβουν το κεφάλι με μπαλτά» Και αλλού: «΄Ενας νέος ξεψυχά λαβωμένος στο κατώφλι του σπιτιού του, ο Μήτσος Γεωργακός.
Τρέχουν κλαίγοντας η μάνα του και οι δύο αδελφές του, Γιαννούλα και Ουρανία, βλέποντας τον νεκρό για να τον βάλουν μέσα.
Τις γαζώνουν με σφαίρες.
Τον πατέρα τον είχαν σκοτώσει στο χωράφι….». Και αλλού: «Στο σπίτι του Λουκά Σταύρου, ανάπηρου του ελληνοϊταλικού πολέμου, τους σκοτώνουν όλους.
Την τετράχρονη κόρη του Παναγιώτα, αφού την βασανίζουν, της κόβουν το κεφάλι….Η Λουκούλα Μπάρλου με τα δυό της παιδιά στην αγκαλιά τρέχει να κρυφτεί.
Την βλέπουν οι ναζί, τη γαζώνουν, πέφτει στο χώμα, όλοι νεκροί… Την οικογένεια Λιάσκου, πεθερός, νύφη, δύο εγγονάκια, τους κομματιάζουν.
Τα δυό παιδάκια, Νικόλας πέντε και Δημήτρης ενός χρόνου, βρέθηκαν σε φριχτή κατάσταση.
Δεν υπήρχε χέρι ή κεφάλι στη θέση του….» ΄Οντως οι εικόνες είναι σκληρές και παγώνουν το αίμα. ΄Όμως, σ΄αυτή την περίπτωση, η ωραιοποίηση των πραγμάτων, με αποφυγή αναφοράς στις λεπτομέρειες μικραίνει το μέγεθος της κτηνωδίας υπέρ των κτηνών.
Ο μαρτυρικός θάνατος αθώων, δεν περιγράφεται με απαλοιφή όσων τρελλαίνουν το νου και ξεσηκώνουν την οργή της καρδιάς!!! Αυτό δεν ήταν ένα απλό έγκλημα εκ προμελέτης. ΄Ηταν μελετημένος και ψυχρός σχεδιασμός ΚΟΛΑΣΜΕΝΩΝ, χωρίς ίχνος ανθρωπισμού!!! Μια εσκεμμένη κατακρεούργηση που μόνο ΤΕΡΑΤΑ στοχάζονται και εκτελούν!!! Μια Τραγωδία που μόνο ΚΤΗΝΗ μπορούν να προκαλέσουν.
Και οι λεπτομέρειές της, είναι η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ (εθνική και πολιτιστική) των ΚΤΗΝΩΝ!!! Μέσα σ΄αυτό το χαλασμό που προκάλεσαν τα ατσάλινα ομοιώματα του σατανά, υπήρχε και κάποιος Γερμανός, με ανθρώπινα αισθήματα, που έπαιξε το κεφάλι του κορώνα-γράμματα, προσφέροντας τη σωτηρία σε κάποιους από τους κατοίκους του Διστόμου.
Πάντα μια σταγόνα Καλού εισχωρεί στο Κακό, δηλώνοντας την παρουσία του Δικαίου, στην κυριαρχία του αδίκου!!! Μια σταγόνα ανθρωπιάς, στον αντίποδα της κτηνωδίας, είναι το φως που αποκαλύπτει το πηχτό σκοτάδι, που κλέβει στιγμιαία την εικόνα του χάους και την δημοσιοποιεί αφτειασίδωτη και ατόφια!!! Γράφει ο λογοτέχνης Τάκης Λάππας, από μαρτυρίες Διστομητών: «Υπήρξε και μια φωτεινή στιγμή, η μοναδική μέσα σ΄αυτή την κόλαση αίματος και τρόμου, που σε κάνει πάντα να ελπίζεις στους ανθρώπους. ΄Ενας Γερμανός με αυτόματο, ανεβαίνει τις σκάλες σπιτιού, βλέπει έντρομους καμιά 15αριά ανθρώπους, να περιμένουν το τέλος.
Τους γνέφει να σωπάσουν, λέει τη λέξη «καπούτ» και πυροβολεί πάνω απ΄τα κεφάλια τους.
Τους φάνηκε δακρυσμένος.
Βγαίνει χτυπώντας δυνατά την πόρτα, κατεβαίνοντας σκοτώνει ένα σκυλί, για ξεκάρφωμα και λέει σε μια ομάδα που ερχόταν, δείχνοντας το σπίτι, κάτι που φάνηκε ότι περιείχε τη λέξη «καπούτ». Η ομάδα έφυγε, οι χωριανοί γλύτωσαν…» Σύμφωνα με τη μαρτυρία του απεσταλμένου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού George Wehrly, που έφτασε στον τόπο της τραγωδίας, λίγες μέρες μετά τη σφαγή, οι νεκροί στο Δίστομο και την γύρω περιοχή, ανέρχονταν σε 600.
Γεγονός δε είναι, ότι τα θύματα θα ήσαν περισσότερα αν οι κάτοικοι δεν έλειπαν στα χωράφια, με δεδομένο ότι ήταν εποχή θερισμού.
Υπεύθυνος της τραγωδίας, ο οποίος και διέταξε την ανελέητη σφαγή και την πυρπόληση ολόκληρου του χωριού, ήταν ο Διοικητής των Γερμανικών δυνάμεων, Χανς Ζάμπελ.
Εκτελεστής του αποτρόπαιου εγκλήματος, ο λοχαγός των SS Φριτς Λάουτενμπαχ, που μάλιστα συνέταξε και τη σχετική αναφορά, που απεδείχθη άμεσα ψευδής και αμφισβητήθηκε από αυτόπτη μάρτυρα της μυστικής αστυνομίας.
Ο πρωταίτιος της σφαγής Χανς Ζάμπελ, μετά τον πόλεμο, αναζητήθηκε από το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου και εντοπίστηκε στο Παρίσι, απ΄όπου έγινε και η παράδοσή του στις Ελληνικές Αρχές.
Ομολόγησε το έγκλημά του και μάλιστα καταθέτοντας και λεπτομέρειες (το έτος 1949), αλλά κατά την πάγια τακτική που ακολούθησαν όλοι οι Ναζί, μετά το τέλος του πολέμου, που βρέθηκαν απολογούμενοι για φριχτά εγκλήματα, το απέδωσε κι΄αυτός σε άνωθεν εντολές, που δεν μπορούσε να παραβεί. ΚΑΙ ΕΔΩ ΣΥΝΕΒΗ ΤΟ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ (ας πούμε απίστευτο!!!). Αντί να δικαστεί και να υποστεί τις συνέπειες της ακραία ειδεχθούς εγκληματικής πράξης του και ενώ ήταν προφυλακισμένος, εκδόθηκε στη Δ. Γερμανία, μετά από αίτημα της τότε κυβέρνησής της, προκειμένου να μετέχει σε έρευνες σχετιζόμενες με τα πεπραγμένα του πολέμου!!! ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ, ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΔΙΚΑΣΤΗΚΕ ΟΥΤΕ ΒΕΒΑΙΩΣ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΗΘΗΚΕ!!! Και τίθεται το ερώτημα: Ποιοί ήσαν αυτοί, που από Ελληνικής πλευράς αποφάσισαν να τον στείλουν στην Γερμανία (για την ακρίβεια να τον φυγαδέψουν), ματαιώνοντας την διεξαγωγή αυτής της δίκης και απαλλάσσοντας έναν φονιά από κάθε τιμωρία για τα εγκλήματά του; Με ποια δικαιοδοσία το έπραξαν;;; Από πού πήραν εντολή (είναι πλέον από βέβαιο ότι γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει!);;; Πότε όλοι αυτοί τιμωρήθηκαν για τη δική τους πράξη, αφήνοντας ουσία ελεύθερο έναν που είχε ήδη ομολογήσει το έγκλημά του, με δεδομένο ότι ΟΥΔΕΙΣ δικαιούται να διαχειρίζεται το αίμα των αθώων κατά το δοκούν και να επεμβαίνει στην Ιστορία υπέρ του αδίκου;;; Και οι συγκεκριμένοι με την πράξη τους, δεν έπραξαν απλώς το αδίκημα της ύβρεως και της προσβολής νεκρών, αλλά στέρησαν διαχρονικά και τους απογόνους όσων μαρτύρησαν, από ένα σπουδαίο στοιχείο για τις διεκδικήσεις τους (με διάφορα τεχνάσματα, ΟΥΔΕΜΙΑ αποζημίωση έχει δοθεί μέχρι σήμερα στις οικογένειες των θυμάτων) Και αυτό το στοιχείο ήταν η ομολογία του και οι μαρτυρίες καταγραμμένα άπαντα στα Πρακτικά της δίκης που δεν έγινε και το σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης!!! ΠΟΙΟΙ λοιπόν ήσαν αυτοί, ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑΝ ΝΑ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ Ο ΣΦΑΓΕΑΣ;;;; ■ ΕΠΙΛΟΓΟΣ Στην εξαιρετική κινηματογραφική ταινία, «Η Δίκη της Νυρεμβέργης», με αντικείμενο τη δίκη 4 Γερμανών δικαστών για εγκλήματα πολέμου, αποκαλύπτεται και το μέγεθος της ενεργού συμμετοχής αλλά και της παθητικής συνέργειας στις θηριωδίες, που δεν σταματούν στην κτηνώδη δράση των ναζιστικών στρατευμάτων, αλλά επεκτείνονται πέραν αυτής.
Οι κατηγορούμενοι δικαστές για εγκλήματα πολέμου, επικαλούνται στην απολογία τους, την προσήλωσή του στους νόμους του Κράτους, που κατ΄αυτούς, τους απαλλάσσει κάθε προσωπικής ευθύνης.
Και ο Πρόεδρος του δικαστηρίου, αναρωτιέται, τι κάνει έναν δικαστή να προσαρμόζεται σε τέτοιους νόμους, που αποφασίζουν το ξεκλήρισμα και το θάνατο ανθρώπων!!!! Συγκλονιστική παραμένει η τελευταία σκηνή του έργου, όπου ο καταδικαστείς πλέον, δικαστής για εγκλήματα πολέμου, επικαλείται την άγνοιά του, για τις θηριωδίες των Γερμανών, για τις εξοντώσεις στα στρατόπεδα, για τα ολοκαυτώματα και τις γενοκτονίες.
Και τότε ο Πρόεδρος του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, του απαντά: «Από την ώρα που αδίκησες και έναν αθώο, ΗΞΕΡΕΣ τι πρόκειται να γίνει». Το κοινό περί Δικαίου αίσθημα, δεν είναι κάτι που αμβλύνεται με τα χρόνια, που μεταστρέφεται και αλλάζει όταν πρόκειται για τέτοιου είδους εγκλήματα, που στρέφονται ακόμη και κατά παιδιών.
Την εξόντωση ενός παιδιού, που λογχίζεται και ποδοπατιέται, δεν μπορείς να την δεις διαφορετικά με την πάροδο του χρόνου, εκτός και αν αποδεχθούμε ότι ως κοινωνίες και ως άνθρωποι, μπορούμε κατά περίπτωση να προσχωρούμε στον κανιβαλισμό και να του αναγνωρίζουμε ελαφρυντικά, ακόμα και δικαιώματα, εγκληματώντας εξακολουθητικά κατά των θυμάτων.
Το έγκλημα, για να υπάρξει κάθαρση, απαιτεί τιμωρία και μάλιστα ανάλογη με το μέγεθός του και την προσβολή που επιφέρει στην ανθρωπότητα και τον πολιτισμό του ανθρώπου.
Και μ΄αυτή την έννοια, το έγκλημα δεν βαρύνει μόνον όσους αποφάσισαν και υλοποίησαν τον όλεθρο, αλλά και όσους όλα αυτά τα χρόνια τους διευκόλυναν (και τους διευκολύνουν) με τη σιωπή τους και με αποφάσεις συγκάλυψης, να τα νομιμοποιήσουν, νίπτοντας τας χείρας στο αίμα των αθώων, που κατά τα άλλα όφειλαν να τιμήσουν.
Ζούμε δυστυχώς, σε εποχές αφόρητης έπαρσης των καταπατητών της ζωής, των εξουσιαστών των πραγμάτων, οι οποίοι έχουν παραμερίσει τις αξίες στα ξερονήσια της αφάνειας, στήνοντας τα ναρκοπέδια της κραιπάλης και αλαζονείας τους, χωρίς ντροπή στερούμενοι το σάλπισμα της συνείδησης, που ενυπάρχει ως υποχρέωση σε κάθε ΄Ανθρωπο.
Η απόφαση της Χάγης, μια απόφαση συγχωροχάρτι στους θύτες (το Ανώτατο Δικαστήριο ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ της Χάγης, κατά παράβαση των κανόνων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στις 3 Φεβρουαρίου 2012, επιβεβαίωσε ότι η Γερμανία είχε νομική ασυλία έναντι μηνύσεων για αποζημιώσεις σε διεθνή δικαστήρια από θύματα των ναζιστικών εγκλημάτων πολέμου), αποτελεί τη φυσική συνέχεια και το τέλος της τραγωδίας της 10ης Ιουνίου 1944.
Μ΄αυτήν έπεσε και η αυλαία στην υπόθεση του ολοκαυτώματος του Διστόμου!!! Αν και οι δικαστές παραδέχθηκαν την τέλεση των θηριωδιών (πως θα μπορούσαν άλλωστε να ανατρέψουν τα στοιχεία;), αναγνώρισαν στον σφαγέα δικαιώματα που η Δικαιοσύνη έπρεπε να του τα στερήσει ΠΑΝΤΕΛΩΣ, και μετέτρεψαν τα θύματα από δικαιούχους δικαστικής προστασίας σε «συνομιλητές» που ΕΠΑΙΤΟΥΝ την αποζημίωσής τους από τον σφαγέα, ωσάν να επρόκειτο για μια απλή υπόθεση που απαιτούσε λύση δια συμβιβασμού και όχι ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ο Πολιτισμός που συχνά και με κάθε ευκαιρία γίνεται η επίκλησή του, δεν είναι λέξη κενή που συνδέεται μόνο με τα επιτεύγματα της επιστήμης.
Είναι στάση ζωής, που εκδηλώνεται και ενυπάρχει σε κάθε ενέργεια, σε κάθε σκέψη.
Χαρακτηρίζει τον ΄Ανθρωπο μεμονωμένα αλλά και τους λαούς ως σύνολο. ΄Ενας λαός είναι Πολιτισμένος όταν προάγει τον Ανθρωπισμό, όταν σέβεται τα δικαιώματα όλων των Ανθρώπων, όταν υπηρετεί το Δίκαιο, ανεξάρτητα από συνθήκες, όταν υπηρετεί την Αλήθεια, ανεξάρτητα από συμφέροντα, όταν η Ελευθερία του είναι ιδιότητα συνείδησης και όχι όπλο αλαζονείας, όταν μπορεί να προτάσσει την Αγάπη ό,τι και να του έχει συμβεί.
Επέλεξα ως επίλογο αυτού του αφιερώματος, μια επώνυμη μαρτυρία, που δείχνει ακριβώς τι είναι Πολιτισμός και πόσο διαφέρει από την βαρβαρότητα.
Και δυστυχώς ο βάρβαρος, ούτε έφεση έχει στον Πολιτισμό, ούτε καν γνωρίζει τι σημαίνει Πολιτισμός.
Εξ ου και εμμένει να χαρακτηρίζει και να εμφανίζει τις θηριωδίες…. ως «ατυχή συμβάντα»!!! Στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου» ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, Σουηδός Στούρε Λιννέρ, που στις 14 Ιουνίου 1944 είχε νυμφευθεί και παρίστατο σε γαμήλιο γεύμα που παρέθεσε προς τιμήν του ζεύγους, ο υπεύθυνος της ελληνικής επιτροπής Εμίλ Σάντστρομ, έλαβε ένα τηλεγράφημα που τον ενημέρωνε ότι «οι Γερμανοί έσφαζαν για τρεις ημέρες τον πληθυσμό του Διστόμου, στην περιοχή των Δελφών και στη συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό.
Πιθανοί επιζώντες είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας». Επειδή το Δίστομο ήταν στα όρια της περιοχής που ο ίδιος ήταν αρμόδιος να τροφοδοτεί με τρόφιμα και φάρμακα, άμεσα έδειξε το τηλεγράφημα στη σύζυγό του Κλειώ και αποχώρησαν από την γιορτή που γινόταν προς τιμήν τους.
Ταξίδεψαν μέσα στην νύχτα διασχίζοντας χαλασμένους δρόμους και έφτασαν χαράματα στον κεντρικό δρόμου που οδηγούσε στο Δίστομο: «Από τις άκρες του δρόμου ανασηκώνονταν γύπες από χαμηλό ύψος, αργά και απρόθυμα όταν μας άκουγαν να πλησιάζουμε.
Σε κάθε δένδρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήσαν ακόμα ζωντανά. ΄Ησαν οι κάτοικοι του χωριού που τιμωρήθηκαν μ΄αυτό τον τρόπο: θεωρήθηκαν ύποπτοι για παροχή βοήθειας στους αντάρτες της περιοχής, οι οποίοι επιτέθηκαν σε δύναμη των Ες-Ες. Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη.
Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμη φωτιά στα αποκαϊδια των σπιτιών.
Στο χώμα κείτονταν εκατοντάδες άνθρωποι, κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα.
Σε πολλές γυναίκες είχαν σχίσει τη μήτρα με την ξιφολόγχη και αφαιρέσει τα στήθη, άλλες κείτονταν στραγγαλισμένες με τα εντόσθια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό.
Φαινόταν σαν να μην είχε επιζήσει κανείς.
Μα να!!!! ΄Ενας παππούς στην άκρη του χωριού! Από θαύμα είχε καταφέρει να γλυτώσει τη σφαγή. ΄Ηταν σ ο κ α ρ ι σ μ έ ν ο ς από τον τρόμο, με άδειο βλέμμα, τα λόγια του πλέον μη κατανοητά.
Κατεβήκαμε στη μέση της συμφοράς και φωνάζαμε στα ελληνικά: ‘Ερυθρός Σταυρός! Ερυθρός Σταυρός! ΄Ηρθαμε να βοηθήσουμε’. Από μακρυά μας πλησίασε διστακτικά μια γυναίκα.
Μας αφηγήθηκε ότι ένας μικρός αριθμός χωρικών πρόλαβε να διαφύγει προτού ξεκινήσει η επίθεση.
Μαζί με εκείνη αρχίσαμε να τους ψάχνουμε.
Αφού ξεκινήσαμε οι τρείς μας, διαπιστώσαμε ότι η γυναίκα είχε πυροβοληθεί στο χέρι.
Τη χειρουργήσαμε αμέσως με χειρουργό την Κλειώ. ΄Ηταν το ταξείδι του μέλιτός μας» Και παρακάτω, αναφέρεται στον Ελληνικό Πολιτισμό: «Λίγο καιρό αργότερα, η επαφή μας με το Δίστομο, θ΄αποκτούσε και έναν αξιοσημείωτο επίλογο. ΄Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν πήγαν και τόσο καλά τα πράγματα, αφού μια γερμανική μονάδα κατάφερε να περικυκλωθεί από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου.
Σκέφτηκα ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους ΄Ελληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση, πόσο μάλλον που η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα.
Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά η Κλειώ και εγώ. ΄Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. ΄Έναν παλαιών αρχών πατριάρχη, με μακριά κυματιστή, λευκή γενειάδα.
Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτηση.
Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων, που ήρθαμε με τρόφιμα.
Μετά πρόσθεσε: ‘ Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι.
Τώρα, αν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί, δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους.
Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους’. Σ’ αυτή του τη φράση, γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε.
Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά!!! ΑΠΛΑ ΣΤΕΚΟΜΟΥΝ ΚΑΙ ΕΚΛΑΙΓΑ»!!! ∞ ∞ ∞ ∞ ∞ ∞ ∞ ∞ ∞
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους