[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η ομιλία της εκδότριας Christina Savvani των Εκδόσεων Άλλωστε στην παρουσίαση του βιβλίου της μητέρας μου Ιωάννας Παυλίδου - Γαλανού "Ιστορίες που άκουσα, ιστορίες που έζησα". Την ευχαριστούμε για...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η ομιλία της εκδότριας Christina Savvani των Εκδόσεων Άλλωστε στην παρουσίαση του βιβλίου της μητέρας μου Ιωάννας Παυλίδου - Γαλανού "Ιστορίες που άκουσα, ιστορίες που έζησα". Την ευχαριστούμε για την άψογη συνεργασία και τα καλά της λόγια.

ΑΠΟΨΕ δεν μαζευτήκαμε εδώ για μια ακόμα βιβλιοπαρουσίαση, αλλά για να μιλήσουμε για ένα κομμάτι της καρδιάς της Ιωάννας Γαλανού που μας χάρισε σε μορφή βιβλίου.

Ιστορίες που μοιάζουν σαν να ειπώθηκαν χαμηλόφωνα, από στόμα σε στόμα, σε κάποιο πλακόστρωτο σοκάκι, σε μια φτωχική αυλή με ορτανσίες, πίσω από κλειστά παντζούρια.

Οι εικόνες σε ακολουθούν έχοντας αφήσει μέσα σου ψιθύρους πολύτιμους, ανθρώπους με τις σιωπές και τις ιστορίες τους από στόμα σε στόμα.

Κοντά σε ανθρώπους κουρασμένους από τον αγώνα, αλλά ακατάβλητους ‒ σημαδεμένους, αλλά ακόμη όρθιους.

Και κυρίως γυναίκες.

Μάνες, κόρες, γιαγιάδες.

Αν υπάρχει ένα νήμα που ενώνει αυτές τις ιστορίες, νομίζω πως είναι η αξιοπρέπεια και η αντοχή.

Εκεί όπου οι άνθρωποι γράφουν την ιστορία της ζωής τους και οι γυναίκες την περιθάλπουν με γενναιότητα και αγάπη.

Σηκώνουν το βάρος της μέρας και της ζωής τους, πολλές φορές χωρίς να ακουστούν.

Η διαδρομή μας ξεκινά σχεδόν αθόρυβα, με το ΑΣΑΝΣΕΡ.

Μια μικρή, κλειστή καμπίνα στην καρδιά της Αθήνας.

Μια γυναίκα παρατηρεί λοξά τις συνταξιδιώτισσές της: το φτηνό παλτό, τα άβαφα μαλλιά, την τσακισμένη, ψεύτικη τσάντα.

Είναι μια βουβή, ανελέητη σπουδή πάνω στη φτώχεια και την παραίτηση, μια άρνησηνα παραδεχτούμε πόσο τρομακτικά κοντά βρισκόμαστε στην ίδια ευαλωτότητα.

Ή μήπως είναι μια εικόνα που μας μοιάζει; Και ύστερα, ο χώρος ανοίγει, αλλά το σφίξιμο στο στομάχι παραμένει. Στον ΚΑΖΑΜΙΑ, βλέπουμε τη μάνα του Στέλιου, ενός παιδιού που γεννιέται με δέρμα κατακόκκινο, γεμάτο πληγές.

Πώς απαντά αυτή η γυναίκα στο χτύπημα; Παίρνει παλιά σεντόνια, τα σκίζει σε λωρίδες και τυλίγει ένα-ένα τα δάχτυλα του παιδιού της για να μην πληγώνονται όταν ακουμπούν μεταξύ τους.

Κάθε πρωί πλένει τα ματωμένα σεντόνια στο χέρι.

Ο αγώνας της μάνας, η καρτερία του Στέλιου και η αγάπη των δικών του ανθρώπων γίνονται κόσμημα πολύτιμο.

Πίσω όμως από αυτή την υπεράνθρωπη φροντίδα, η συγγραφέας τοποθετεί διακριτικά έναν καθρέφτη απέναντί μας: Γιατί η κοινωνία, το χωριό, άφησε αυτή τη μάνα εντελώς απροστάτευτη; Γιατί οι πόρτες έμειναν ερμητικά κλειστές απέναντι στο διαφορετικό; Γιατί οι πόρτες της καρδιάς τους έμειναν τόσο κλειστές για εκείνη; Το βιβλίο δεν χαρίζεται στις κλειστές κοινωνίες ούτε τις κάνει σκηνικό νοσταλγίας.

Δείχνει και τη ζεστασιά τους αλλά και τη σκληρότητά τους, ενώ ταυτόχρονα υποκλίνεται στο μεγαλείο της ατομικής υπέρβασης.

Αυτό το μεγαλείο υπάρχει και στον ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ. Στην Ελένη, την ανοιχτόκαρδη, γελαστή, τη δυνατή μάνα με δύο ανάπηρα παιδιά, που η ζωή της είναι ένας αδιάκοπος αγώνας επιβίωσης χωρίς ούτε ένα παράπονο.

Μέσα από εκείνη, αναδύεται ο πιο σκοτεινός εφιάλτης κάθε γονιού: Ποιος θα τα προσέχει όταν εγώ δεν θα υπάρχω; Υπάρχει μια βαθιά, σχεδόν τραχιά ενσυναίσθηση στον τρόπο που το έργο προσεγγίζει τις «σημαδεμένες». Στο ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, η Βαγγελιώ, ένα απλό κορίτσι που πέφτει θύμα εκμετάλλευσης, στέκεται απέναντι στις γυναίκες του χωριού που της φέρνουν παλιά ρούχα και ορθώνει ανάστημα: «Τα παίρνω όχι για μένα, για το μωρό.

Εγώ δεν είμαι ζητιάνα». Μια φράση-ασπίδα απέναντι σε έναν κόσμο που έχει ήδη αποφασίσει να την περιθωριοποιήσει.

Μέχρι που φτάνουμε στο ΦΟΝΙΚΟ.

Εδώ η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται.

Η μικρή Μαργαρίτα, που της στερούν το σχολείο, σκάει μια βόμβα στα λιμνάζοντα νερά του χωριού με μια απόφασή της.

Η ντροπή πέφτει βαριά στο πατρικό σπίτι, και εμείς γινόμαστε μάρτυρες της απόλυτης πατριαρχικής φρίκης: ο πατέρας να μοιράζει «κλήρους» στα τρία του αγόρια πίσω από κλειστές πόρτες.

Η μοίρα ζυγώνει απειλητικά, και εμείς κρατάμε την ανάσα μας.

Κι όμως, οι μάχες δεν είναι πάντα τόσο ηχηρές. Στο ΚΟΥΜΠΙ, η απόσταση ανάμεσα σε μια μάνα και τον έφηβο γιο της κρέμεται από μια κλωστή.

Ένα μικροσκοπικό άσπρο κουμπί που θέλει ράψιμο γίνεται η γέφυρα πάνω από μια αβάσταχτη σιωπή, θυμίζοντάς μας πως η αγάπη, τις περισσότερες φορές, δεν κρύβεται σε διακηρύξεις, αλλά σε σιωπηλές κινήσεις των χεριών.

Αυτό το βρήκα πολύ συγκινητικό.

Γιατί >> έτσι δεν γίνεται πολλές φορές και στη ζωή; Δεν ξαναβρίσκονται οι άνθρωποι πάντα με μεγάλες εξομολογήσεις.

Πολλές φορές αρκεί ένα χέρι κάνει μια μικρή κίνηση φροντίδας εκεί όπου οι λέξεις έχουν χάσει το δρόμο και τη δύναμή τους.

Όλος αυτός ο μόχθος, όλη αυτή η αγωνία να κρατήσουν τις οικογένειές τους όρθιες, αποτυπώνεται στα σώματα αυτών των γυναικών. Στον ΓΛΥΠΤΗ ΤΩΝ ΡΥΤΙΔΩΝ, η ηρωίδα λέει την απόλυτη αλήθεια: «Οι ρυτίδες μου δεν με πόνεσαν καθόλου.

Πονάω για άλλα πράγματα τώρα.

Πονάω για την ανεργία του γιου μου.» Για τις γυναίκες αυτές οι ρυτίδες τους δεν είναι ο εχθρός, είναι ο χάρτης των μαχών που επέζησαν.

Αυτές οι ιστορίες δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις, ούτε λυτρωτικά, χολιγουντιανά φινάλε.

Μας δείχνουν γυναίκες που, ακόμα κι όταν τα πάντα γύρω τους γκρεμίζονται, δεν δειλιάζουν, συνεχίζουν.

Και βρίσκουν τον τρόπο να στήσουν ξανά τη ζωή και να βρουν χαρά ακόμα και στους ντενεκέδες με τις ορτανσίες τους.

Σας προσκαλώ να ανοίξετε αυτό το βιβλίο.

Αφεθείτε στους ψιθύρους του – κι ας γίνουν κραυγή μετά.

Σταθείτε δίπλα σε αυτές τις γυναίκες, νιώστε τον αγώνα τους.

Και ίσως, όταν απόψε επιστρέψετε σπίτι και κλείσετε την πόρτα, να αναρωτηθείτε πόσο εκκωφαντικό θόρυβο κάνει τελικά η σιωπή των ανθρώπων που απλώς αντέχουν. Γιατί έτσι γράφεται και η ζωή και η ιστορία.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences