Έφυγες και Πήρες Μαζί Σου Έφυγες. Και δεν πήρες μόνο τα φορέματα και τα βιβλία σου. Πήρες το φως. Το σπίτι μας στέκει ακόμη στη θέση του, μα οι τοίχοι του γέρασαν. Τα παράθυρα κοιτούν τον κήπο, χωρίς...
Έφυγες και Πήρες Μαζί Σου Έφυγες. Και δεν πήρες μόνο τα φορέματα και τα βιβλία σου.
Πήρες το φως.
Το σπίτι μας στέκει ακόμη στη θέση του, μα οι τοίχοι του γέρασαν.
Τα παράθυρα κοιτούν τον κήπο, χωρίς να βλέπουν.
Κι ο αέρας περνά από τα δωμάτια σαν ξένος που μπήκε κατά λάθος σε μια ζωή που δεν του ανήκει.
Πήρες το γιασεμί.
Όχι εκείνο που σκαρφαλώνει στην αυλή.
Εκείνο συνεχίζει να ανθίζει.
Μα τα βράδια δεν μεθά πια τον ουρανό.
Δεν σκορπά το λευκό του άρωμα σαν μυστική επιστολή αγάπης.
Είναι σαν να ξέχασε για ποιον άνθιζε.
Πήρες τα καλοκαίρια.
Η θάλασσα υπάρχει ακόμη. Το Αιγαίο εξακολουθεί να φορά τα γαλάζια και τα σμαραγδένια του φορέματα.
Τα κύματα συνεχίζουν να φιλιούνται με τις ακτές.
Μα λείπει κάτι.
Σαν να έσβησε κάποιος τη χρυσή πινελιά από τον πίνακα.
Σαν να έφυγε το τραγούδι και να έμεινε μόνο η μουσική.
Πήρες τα ηλιοβασιλέματα.
Ακόμη στάζουν πορφυρό και χρυσάφι πάνω στη θάλασσα.
Ακόμη ανάβουν τον ορίζοντα με χίλιες αποχρώσεις φωτιάς.
Μα κανένα δεν ακουμπά πια το πρόσωπό σου.
Και το φως, μη βρίσκοντας πού να κατοικήσει, περιπλανιέται άστεγο στις ερημιές του φεγγαρόφωτου.
Πήρες τις βροχές.
Εκείνες τις ξαφνικές καλοκαιρινές μπόρες που μας έβρισκαν να γελάμε ξυπόλυτοι στη βροχή κι οι σταγόνες χάραζαν πάνω στους κορμούς τα μυστικά της αγάπης μας κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου σαν να κρατούσαμε ολόκληρη τη Γη. Και τώρα βρέχει.
Μα είναι μόνο νερό που πέφτει από τον ουρανό.
Δεν έχει τη μυρωδιά της ευτυχίας.
Δεν έχει τον ήχο της φωνής σου.
Δεν έχει το γέλιο σου να τρέχει χορεύοντας ανάμεσα στις σταγόνες.
Πήρες τους δρόμους.
Περπατώ στα ίδια σοκάκια.
Οι ίδιες λεύκες.
Τα ίδια πεζούλια.
Τα ίδια καφενεία.
Μα όλα μοιάζουν σαν σκηνικά θεάτρου μετά την τελευταία παράσταση.
Οι ηθοποιοί έφυγαν.
Τα φώτα έσβησαν.
Κι έμεινε μόνο η σκόνη να θυμάται.
Πήρες τις Κυριακές.
Το τραπέζι στρώνεται γρηγορότερα τώρα.
Ένα πιάτο λιγότερο.
Ένα ποτήρι λιγότερο.
Μια καρέκλα άδεια.
Και παράξενο... Καμιά φορά η άδεια καρέκλα μιλά περισσότερο απ’ όσο μιλούσαμε εμείς οι δύο.
Πήρες τα πρωινά.
Το δεύτερο φλιτζάνι του καφέ μένει ακόμη στο ντουλάπι.
Κανείς δεν το ζήτησε.
Κανείς δεν το άγγιξε.
Κι όμως, κάθε πρωί το χέρι μου πηγαίνει προς τα εκεί, από συνήθεια.
Ύστερα σταματά.
Και θυμάται.
Πήρες τη συνήθεια να γυρίζω το κεφάλι όταν έβλεπα κάτι όμορφο.
Ένα ηλιοβασίλεμα.
Ένα λουλούδι.
Ένα παράξενο σύννεφο.
Ακόμη το κάνω καμιά φορά.
Και τότε ο κόσμος σπάει για μια στιγμή στα δύο κομμάτια.
Στο πριν.
Και στο μετά.
Πήρες ακόμη και τον χρόνο.
Οι μέρες περνούν.
Τα ρολόγια δουλεύουν.
Οι εποχές αλλάζουν.
Μα τίποτε δεν φτάνει πουθενά.
Όλα γυρίζουν γύρω από την απουσία σου, όπως τα νυχτοπούλια γύρω από έναν φάρο σβηστό.
Κι έπειτα κατάλαβα.
Δεν πήρες το γιασεμί.
Δεν πήρες τη θάλασσα.
Δεν πήρες τα ηλιοβασιλέματα.
Δεν πήρες τις βροχές.
Δεν πήρες το φως.
Αυτά υπάρχουν ακόμη.
Αυτό που πήρες ήταν τα μάτια μου όταν σε κοιτούσαν.
Το χέρι μου όταν έβρισκε το δικό σου.
Την καρδιά μου όταν χτυπούσε μέσα στη δική σου σιωπή.
Αυτό που πήρες ήταν ο άνθρωπος που ήμουν κοντά σου.
Κι αυτός είναι που μου λείπει περισσότερο.
Γιατί όταν έκλεισε πίσω σου η πόρτα, δεν σκοτείνιασε μόνο το σπίτι.
Σκοτείνιασε ένα κομμάτι του Σύμπαντος.
Και τότε κατάλαβα πως δεν έφυγες μόνη. Έφυγες.
Κι αν κάτι πήρες μαζί σου, δεν ήταν η καρδιά μου.
Ήταν το φως που την κρατούσε ζωντανή.
Και από τότε ανάβω κάθε βράδυ όλα τα φώτα του σπιτιού.
Του διαδρόμου.
Του σαλονιού.
Της κουζίνας.
Σαν να προσπαθώ να ξεγελάσω το σκοτάδι. Μα το σκοτάδι ξέρει. Δεν λείπει το φως. Εσύ λείπεις. ΜΑΝΩΛΗΣ Α. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους