Διαβάζω ότι είμαι πλέον «κακόβουλος», «πονηρός», φορέας «θεωριών συνωμοσίας» και περίπου ύποπτος επειδή εξέφρασα δημόσια μια άποψη για τις νέες επιθέσεις για την υπόθεση Λιγνάδη. Ενδιαφέρουσα εξέλιξη...
Διαβάζω ότι είμαι πλέον «κακόβουλος», «πονηρός», φορέας «θεωριών συνωμοσίας» και περίπου ύποπτος επειδή εξέφρασα δημόσια μια άποψη για τις νέες επιθέσεις για την υπόθεση Λιγνάδη.
Ενδιαφέρουσα εξέλιξη.
Όχι γιατί με αφορά προσωπικά, αλλά γιατί δείχνει πόσο δύσκολα αντέχει ένα μέρος του δημόσιου λόγου τη διαφωνία.
Δεν είμαι δημοσιογράφος.
Δεν είμαι πολιτικός.
Δεν είμαι έμμισθος κανενός κόμματος, κανενός εκδότη, κανενός επιχειρηματία.
Δεν έχω payroll, γραφείο Τύπου, κομματική γραμμή ή υποχρέωση να υπηρετώ αφηγήματα.
Εκφράζω δημόσια τις απόψεις μου και αναλαμβάνω την ευθύνη τους.
Δεν υπήρξα συνεργάτης του Δημήτρη Λιγνάδη.
Δεν ανήκω στον κύκλο του.
Τον έχω συναντήσει ελάχιστες φορές στον χώρο του θεάτρου και έχω παρακολουθήσει παραστάσεις του, όπως χιλιάδες άλλοι άνθρωποι.
Τίποτε περισσότερο.
Όποιος επιχειρεί να μετατρέψει μια δημόσια τοποθέτηση σε ένδειξη προσωπικής σχέσης, απλώς δεν έχει επιχείρημα και αναζητά υπαινιγμούς.
Βρίσκομαι στον θεατρικό χώρο από το 2000.
Έχω ακούσει κατά καιρούς αμέτρητες ιστορίες, ψιθύρους, φήμες και καταγγελίες για πρόσωπα και συμπεριφορές.
Για τις συγκεκριμένες κατηγορίες που αποδόθηκαν στον Δημήτρη Λιγνάδη, προσωπικά, δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτε μέχρι τη στιγμή που ξέσπασε δημόσια η υπόθεση.
Αυτό δεν αποδεικνύει τίποτε υπέρ ή κατά κανενός.
Είναι όμως η προσωπική μου εμπειρία.
Η κυρία Χατζηαντωνίου ισχυρίζεται ότι θεώρησε πως μια ανάρτησή μου αναφερόταν προσωπικά στην ίδια.
Αν πράγματι το πίστευε αυτό, είχε έναν εξαιρετικά απλό τρόπο να το διαπιστώσει.
Διαθέτει το τηλέφωνό μου.
Γνωρίζει πώς να επικοινωνήσει μαζί μου.
Θα μπορούσε να με καλέσει ή να μου στείλει ένα μήνυμα και να με ρωτήσει ευθέως.
Δεν το έκανε.
Αντί γι’ αυτό, επέλεξε μια δημόσια ανάρτηση στην οποία κατονομάζομαι προσωπικά και αποδίδονται σε μένα κίνητρα, προθέσεις και χαρακτηρισμοί.
Αυτό δεν είναι αναζήτηση διευκρίνισης.
Είναι δημόσια στοχοποίηση.
Για να τελειώνουμε και με τη δήθεν «φωτογράφιση»: η ανάρτηση στην οποία αναφέρθηκα θα δημοσιευθεί αυτούσια, ώστε να γνωρίζει ο καθένας για ποιο κείμενο μιλώ.
Όποιος παρ’ όλα αυτά επιλέγει να εντάσσει τον εαυτό του μέσα σε ένα κείμενο που δεν τον κατονομάζει, αναλαμβάνει και την ευθύνη της επιλογής του.
Όσο για το περίφημο μπλοκάρισμα, ας σοβαρευτούμε.
Μπλοκάρω ανθρώπους των οποίων τις αναρτήσεις δεν επιθυμώ πλέον να διαβάζω.
Όπως κάνουν χιλιάδες χρήστες καθημερινά.
Δεν αφαιρώ από κανέναν το δικαίωμα να μιλά.
Απλώς επιλέγω τι θα εμφανίζεται στον προσωπικό μου λογαριασμό.
Το τελευταίο διάστημα παρακολουθώ μια ολοένα εντονότερη προσπάθεια προσωπικής στοχοποίησης.
Δεν γνωρίζω αν αυτό συνδέεται με τη μεγαλύτερη απήχηση που έχουν αποκτήσει οι αναρτήσεις μου ή με το γεγονός ότι ορισμένες απόψεις ενοχλούν περισσότερο από παλιά.
Γνωρίζω όμως ότι δεν πρόκειται να απολογηθώ επειδή σκέφτομαι διαφορετικά.
Η διαφωνία είναι θεμιτή.
Η δημόσια απόδοση προθέσεων, κινήτρων και ηθικών χαρακτηρισμών είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Από εδώ και πέρα κάθε τέτοια διατύπωση θα αντιμετωπίζεται με τον τρόπο που της αναλογεί.
Η δημόσια συζήτηση δεν είναι ιδιοκτησία δημοσιογράφων, κομμάτων ή επαγγελματιών σχολιαστών.
Ανήκει σε όλους.
Και θα συνεχίσω να εκφράζω τις απόψεις μου ελεύθερα, με ένα μόνο αίτημα: να απαντώνται τα επιχειρήματα και όχι να δικάζονται οι προθέσεις εκείνων που τα διατυπώνουν. * Το σημερινό μου ποστ εδώ: https://www.facebook.com/share/p/1Dj6zDxf3X/?mibextid=wwXIfr
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους