[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΙΩΑΝΝΗ Κ. ΜΠΟΥΓΑ Βιβλιοκριτική. ΟΙ ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ, Μενέλαος Χαραλαμπίδης Το βιβλίο έχει δυο μεγάλα προτερήματα. Πρώτον, τα θέματα που καλύπτει, παρουσιάζονται πλήρη, αναλυτικά, βασισμένα σε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΙΩΑΝΝΗ Κ. ΜΠΟΥΓΑ Βιβλιοκριτική. ΟΙ ΔΩΣΙΛΟΓΟΙ, Μενέλαος Χαραλαμπίδης Το βιβλίο έχει δυο μεγάλα προτερήματα.

Πρώτον, τα θέματα που καλύπτει, παρουσιάζονται πλήρη, αναλυτικά, βασισμένα σε αρχειακή έρευνα, βιβλιογραφία ή προσωπικές μαρτυρίες.

Το βιβλίο έχει οργανωθεί σε χωριστά κεφάλαια με πολλές και χρήσιμες λεπτομέρειες σχετικά με το κύριο θέμα κάθε κεφαλαίου.

Περιγράφεται μεγάλος αριθμός συγκεκριμένων περιπτώσεων με ονόματα και λεπτομερή κάλυψη.

Δεύτερον, διαβάζοντας το βιβλίιο του Χαραλαμπίδη μπορεί κανείς να δει καθαρά πότε ο συγγραφέας περιγράφει γεγονότα, δράσεις και συμπεριφορές -π.χ. αντίσταση, βία, δωσιλογισμός- και πότε τα εξηγεί, τα αποδίδει ή τα συνδέει με συγκεκριμένες επιδιώξεις των διαφόρων κέντρων εξουσίας και δύναμης – κατακτητές, κατοχική κυβέρνηση, Σώματα Ασφαλείας- ή κατοχικών οργανώσεων (ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΟΠΛΑ, Τάγματα Ευζώνων). Αυτό είναι πολυ θετικό, γιατί επιτρέπει στον αναγνώστη που επιδιώκει γνώση της Ιστορίας να διαχωρίσει τα γεγονότα από τις υποκειμενικές θέσεις και κρίσεις του συγγραφέα, όταν καταγγέλει κάποιους για τη στάση τους ή δικαιολογεί άλλους.

Για τον Χαραλαμπίδη, στην Κατοχή υπήρχε μια σαφής διαχωριστική γραμμή στην ελληνική κοινωνία που με οποιοδήποτε τρόπο συμμετείχε στα γεγονότα (πολιτικοί, επιχειρηματίες, μέλη οργανώσεων, εργαζόμενοι στο δημόσιο ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, κλπ.). Από το ένα μέρος ήσαν τα μέλη και οι φίλοι του ΕΑΜ και από την άλλη οι συνεργάτες των κατακτητών.

Χωρίς βέβαια να τους καταγράφει όλους σαφώς, αλλα να το αφήνει να εννοηθεί απο το περιεχόμενο του βιβλίου.

Για τον Χαραλαμπίδη λοιπόν, εκτός από αυτούς που έγιναν με δική τους πρωτοβουλία συνεργάτες των κατακτητών, και κατέλαβαν πολιτικά αξιώματα ή ανέλαβαν θέσεις σε δημόσιους οργανισμούς μετά την υποδούλωση της Ελλάδος, συνεργάτες των κατακτητών ήσαν και οι κάτωθι: -(1) οι επιχειρηματίες των οποίων οι εταιρείες είχαν οποιαδήποτε εμπορική σχέση με τους κατακτητές, - (2) οι επιχειρηματίες των οποίων οι εταιρείες ανέλαβαν την κατασκευή αμυντικών εργων ή όπλων και πυρομαχικών για τον γερμανικό στρατό, -(3) όλοι οι εργαζομενοι σε εταιρείες των περιπτώσεων (1) και (2), -(4) οι δημοτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι που παρεμειναν στις θέσεις τους, περιλαμβανομένης της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας, και -(5) τα μέλη των Ταγμάτων Ευζώνων της Αττικής.

Για όλες αυτές τις κατηγορίες, μια πιό λογική και αντικειμενική αντιμετώπιση της κατάστασης που δημιούργησε η Κατοχή για τον Ελληνικό λαό, θα έπρεπε να κινείται προς την εξέταση της συνεργασίας με τον κατακτητή σε ατομικό επίπεδο, είτε επρόκειτο για επιχειρήσεις ή για πολίτες.

Ενας πιο σωστός ορισμός του δωσιλογισμού θα ήταν άν το άτομο ή η ιδιωτική εταιρεία επεδίωξε και έκανε κάτι –ανέλαβε νεα υπηρεσία, ξεκίνησε εμπόριο ή κατασκευή προϊόντων ή υποδομών με τα οποία δεν είχε σχέση στο παρελθόν- με σκοπό την εξυπηρέτηση των κατακτητών και το οικονομικό κέρδος.

Δεν πρεπει να κατηγορούνται όλοι οι εργαζόμενοι που έμειναν στις θέσεις που κατείχαν ήδη στον δημόσιο ή ιδιωτικόν τομέα, προσελύφθησαν στην Κατοχή από εταιρείες ή κατετάγησαν στις ένοπλες δυνάμεις για να επιζήσουν.

Όλοι αυτοί δεν έπρεπε να κατατάσσονται συλλήβδην στους συνεργάτες του κατακτητή, γιατί με το ερμηνευτικό σχήμα του συγγραφέα, δεν υπάρχει θέση για τη μεγάλη μάζα του λαού που προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τη θύελλα που εριξε επάνω του πρώτα η κατάκτηση της Ελλάδος και στη συνέχεια η διφορούμενη δράση και οι στόχοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Ο αξιωματικός ή ο ιδιώτης από την Ηλεία ή την Αρκαδία που έφυγε για την Αθήνα κυνηγημένος από τον ΕΛΑΣ, γλυτώνοντας τη σφαγή ως «αντιδραστκός, και εκεί βρήκε καταφύγιο στα Τάγματα Ευζώνων έγινε δωσίλογος; Φυσικά, δεν υπάρχει θέμα με τη σαφή καταδίκη των ρουφιάνων και των καταδοτών, ασχέτως αν παρέμειναν στις θέσεις του δημοσίου που κατείχαν πριν τον πόλεμο ή ήσαν ανεξάρτητοι ιδιώτες.

Η αλήθεια είναι ότι το συντριπτικό μέρος του Ελληνικού λαού δεν προχώρησε σε κανενός είδους συνεργασία με τον κατακτητή, ούτε για οικονομικά οφέλη όπως έκαναν πολλοί, αλλά ούτε και για πολιτικούς λόγους από φιλοναζισμό, κάτι που έκανε ένας πολύ περιορισμένος αριθμός.

Ακόμη και η τότε ΚΕ του ΕΑΜ είχε υπολογίσει τους δωσιλόγους σε μόλις 15.000 πανελληνίως.

Αντίθετα, η εντύπωση που προκύπτει από το περιεχόμενο του βιβλίου είναι ότι το πρόβλημα ήταν πολύ-πολύ μεγαλύτερο, τουλάχιστον στην Αττική με την οποίαν ασχολείται διεξοδικά ο συγγραφέας.

Μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στην πάλη μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων των κατοχικών κυβερνήσεων και του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Ο Χαραλαμπίδης απορρίπτει τη θέση ότι η Κόκκινη Βία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ευθύνεται για αυτές τις συγκρούσεις της Κατοχής.

Μια εξήγηση αυτής της άρνησης είναι ότι ο συγγραφέας ασχολείται μόνο με τα γεγονότα της Αττικής, όπου η επιθετικότητα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για μεγάλο διάστημα μέχρι το φθινόπωρο του 1943 εκδηλωνόταν διαφορετικά.

Στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης χώρας, η Κόκκινη Βία εναντίον «αντιδραστικών» ξεκίνησε από τις αρχές του 1943, και έλαβε διαστάσεις καταιγίδας μετά τον Σεπτέμβριο του 1943 με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας.

Τα θύματα ήσαν μέλη των άλλων ενόπλων οργανώσεων Αντίστασης που διαλύθηκαν (π.χ. ΕΣΑΠ, ΕΣ, ΥΒΕ/ΠΑΟ) ή συγκρούστηκαν με τον ΕΛΑΣ (π.χ. ΕΔΕΣ), υποστηρικτές αυτών των οργανώσεων ή απλοί πολίτες που είχαν χαρακτηριστεί αντίπαλοι του ΕΑΜ («αντίδραση» ή «αντιδραστικοί»). Όμως, την περίοδο της Κατοχής ο κομμουνιστικός κίνδυνος ήταν πραγματικός και ορατός πλέον για ένα μεγάλο μέρος της Ελληνικής κοινωνίας, όχι μόνον την αστική τάξη.

Ο αντικομμουνισμός των Ελλήνων είχε αποκτήσει από προπολεμικά σταθερές βάσεις.Ο Χαραλαμπίδης σφάλλει που πιστεύει ότι καλλιεργήθηκε από τις κατοχικές κυβερνήσεις για να μεταφέρουν τη σύκρουση με το ΕΑΜ σε πολιτικό επίπεδο και να καλύψουν τη συνεργασία τους με τους κατακτητές.

Ο αντικομμουνισμός των Ελλήνων είχε γεννηθεί από τα γεγονότα που ακολούθησαν την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία, τη στάση των κομμουνιστών της Ελλάδος στον πόλεμο της Μικράς Ασίας, την αντεθνική θέση του ΚΚΕ για «ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» και τη σταση του στον πολεμο του 1940-41. Ένα θέμα που καλύπτει διεξοδικά ο συγγραφέας είναι αυτό της παράδοσης των εγκλείστων κομμουνιστών σε Στρατόπεδα και τόπους εξορίας σε νησιά στους κατακτητές.

Η κυβέρνηση Τσουδερού είχε θέσει τη Χωροφυλακή υπεύθυνη για την υλοποίηση αυτής της απόφασης.

Πράγματι, η απόφαση φαίνεται παράλογη και άδικη για τους κομμουνιστές που παραδόθηκαν στους κατακτητές και υπέφεραν στη συνέχεια από πείνα, και τουλάχιστον 350 εκτελέστηκαν αργότερα από τους Ιταλούς ή τους Γερμανούς σε αντίποινα για δράσεις του ΕΛΑΣ.

Όμως, ο Χαραλαμπίδης αποφεύγει να αναφέρει τι ακριβώς συνέβη με τους 602 κομμουνιστές που ήσαν έγκλειστοι στην Ακροναυπλία την άνοιξη του 1941.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Γιάννη Μανούσακα, του Θανάση Χατζή και άλλων, ο Γιάννης Ιωαννίδης δεν τους άφησε να αποδράσουν γιατί ανέμενε φιλική αντιμετώπιση και απελευθέρωσή τους από τους Γερμανούς, λόγω του Γερμανοσοβιετικού συμφώνου φιλίας Molotov-Ribbentrop.

Φυσικά, δεν αναφέρει τίποτε και για την απελευθέρωση 27 κομμουνιστών της Ακροναυπλίας από τη Βουλγαρική πρεσβεία, ούτε το γεγονός ότι όλα τα φυλακισμένα ηγετικά στελέχη βρήκαν τον τρόπο να αποφυλακιστούν και ετσι να αποφύγουν την εκτέλεση από τους Γερμανούς.

Εξαιρετικό είναι το κεφάλαιο που περιγράφει τους τόπους εγκλισμού κρατουμένων τον τελευταίο χρόνο της Κατοχής, πέραν των πολύ γνωστών στρατοπέδων Χαϊδαρίου, φυλακών Χατζηνκώστα και Αβέρωφ και του κτιρίου της οδού Μέρλιν.

Η ανάγκη νέων τόπων κράτησης είχε δημιουργηθεί από την κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των κρατουμένων.

Σχετικά με τη δραση των Ταγμάτων Ευζώνων, ενώ παραθέτει τον ορθό στόχο της κυβέρνησης Ράλλη σχετικά με τη συγκρότησή τους, λέγοντας: «η κυβέρνηση Ράλλη επιθυμούσε κυρίως να συγκροτήσει ένα ένοπλο μέτωπο το οποίο θα αντιμετώπιζε το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ από θέση ισχύος, οσο η παρουσία των κατακτητών λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας, και θα απέτρεπε την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστες στο κρίσιμο διάστημα μεταξύ της αποχώρησης των γερμανικών στρατευμάτων και της άφιξη των βρετανικών», επιμένει να τα κατηγορεί ως συνεργάτες των κατακτητών.

Η ενίοτε κοινή δράση των Ταγμάτων Ευζώνων με τους Γερμανούς πιστεύω ότι ήταν η «πληρωμή» τους για την άδεια που τους έδωσαν οι δεύτεροι ώστε να συγκροτηθούν.

Ως παρένθεση εδώ θα αναφέρω τι συνέβη με τον Συν/ρχη Παπαδόγγονα, ο οποίος όταν εδέχθη να τεθεί επικεφαλής του Β΄ Αρχηγείου Χωροφυλακής στην Τρίπολη, είχε ζητήσει Ανεξάρτητη δράση από τους Γερμανούς, και η κατοχική κυβέρνηση τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα την είχε.

Όταν έγινε η πρώτη επιχείρηση εναντίον του ΕΛΑΣ στον Ταύγετο από Μονάδες του και Γερμανούς, επισκέφθηκε το πεδίο των επιχειρήσεων.

Εκεί διεπίστωσε ότι ο αξιωματικός που είχε αυτός θέσει επικεφαλής των Μονάδων των Ταγμάτων είχε τεθεί ντε φάκτο κάτω από τον Γερμανό αξιωματικό.

Έγινε έξω φρενών από την παρασπονδία, έπανήλθε την ίδια ημέρα στην Τρίπολη και μετά από λίγες ημέρες ανεχώρησε για την Αθήνα, όπου έθεσε την παραίτησή του στη διάθεση του Ράλλη.

Τελικά, επείσθη να συνεχίσει ως διοικητής των Ταγμάτων Νοτίου Πελοποννήσου , περισσότερο σκεπτόμενος τι θα συνέβαινε (1) με τους άνδρες τους, αν αυτός δεν τους εξασφάλιζε εφόδια που δεν είχαν, και (2) με το μέρος του λαού της Νοτίου Πελοποννήσου που βασιζόταν σ΄αυτά για την επιβίωσή του από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Για κάτι που δικαίως μπορούν να κατηγορηθούν τα Τάγματα Ευζώνων είναι για τη συχνή εκ μέρους τους παράδοση στους Γερμανούς κομμουνιστών που συνελλάμβαναν χωρις γερμανική παρουσία.

Η δικαιολογία ότι στερούνταν αρκετών δικών τους φυλακών δεν πείθει.

Ακούγεται σαν εκείνη του «ΔΣΕ» -όπως εκφράστηκε από τον Χαρίλαο Φλωράκη- ότι δολοφονούσαν τους αιχμαλώτους του Ελληνικού Στρατού γιατί δεν είχαν Στρατόπεδα για να τους φυλακίσουν.

Υπάρχει στο βιβλίο μια σαφής έλλειψη ανικειμενικότητας στην περιγραφή της βίας μεταξύ των δύο αντιπάλων.

Των μελών των δυνάμεων της κατοχικής κυβέρνησης και του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ.Η βία, τα βασανιστήρια και ο τρόπος δολοφονίας μελών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ περιγράφονται με λεπτομέρειες, ενώ τα μέλη των δυνάμεων Ασφαλείας και των Ταγμάτων απλά εκτελούνται.

Καμία αναφορά στα βασανιστήρια, τον τρόπο δολοφονίας –που γινόταν σχεδόν πάντα με μαχαίρι- , και το πλιάτσικο των υπαρχόντων τους.

Για παράδειγμα, ο βασανισμός και η σφαγή 6 χωροφυλάκων του Σταθμού Μαραθώνος –αλήθεια πόσο αντιστασιακό ήταν αυτό το γεγονός;- τον Ιούνιο του 1944 από ομάδα ΕΛΑΣιτών υπό τον καπετάν «Αράπη», ο συγγραφέας το αναφέρει λιτά με τη φράση «οι έξι από τους χωροφύλακες εκτελέστηκαν». Ο Χαραλαμπίδης ενώ αναφέρει συνεχώς τα μέλη των οργανώσεων του ΚΚΕ ως αντιστασιακούς, οι σαφείς αντιστασιακές δράσεις που αναφέρονται είναι πολύ περιορισμένες.

Ξεχωρίζουν οι απεργίες του Φεβρουαρίου-Μαρτίου1943 εναντίον της «πολιτικής επιστράτευσης» και η μεγάλη διαδήλωση της 22ας Ιουλιου 1943 εναντίον της επέκτασης της ζώνης κατοχής της Βουλγαρίας στην Κεντρική Μακεδονία.

Επίσης, οι συνδικαλιστικές απεργίες των εργαζομένων στους επιταγμένους από τους Γερμανούς σιδηροδρόμους και των εργαζομένων στα λιγνιτορυχεία της Καλογρέζας, πού προκάλεσαν τις αιματηρές μάχες της Κοκκινιάς και το φονικό μπλόκο της Καλογρέζας τον Μάρτιο του 1944, μπορούν να καταχωρηθούν και ως αντιστασιακή δράση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, γιατί η κανονική λειτουργία των σιδηροδρόμων και των λιγνιτωρυχείων εξυπηρετούσε τους κατακτητές.

Πέραν αυτών όμως, η σύγκρουση των κομμουνιστικών οργανώσεων της Αττικής με τα Σώματα Ασφαλείας, και στη συνέχεια και με τα Τάγματα Ευζώνων, ήταν στην ουσία μέρος του Κατοχικού Εμφυλίου που είχε ξεκινήσει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με τις αποφάσεις της 2ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ στις 23-25 Δεκεμβρίου 1942 στο Κουκάκι για ένοπλη επικράτηση.

Καίριος στόχος αυτής της επικράτησης, μετά την εξόντωση όλων των άλλων Οργανώσεων ανά την Ελλάδα –την οποίαν πέτυχαν, με εξαίρεση τις οργανώσεις των: Ναπολέοντα Ζέρβα, Τσαούς Αντών και Σούρλα- ήταν η κυριαρχία στην Αττική και εκεί είχαν στρέψει την προσοχή τους οι ηγέτες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Τα όπλα και τα πυρομαχικά που οι σύμμαχοι έριχναν στον ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία και τη Στερεά για να οργανώσει ένοπλα τμήματα, έτοιμα να κτυπήσουν τους Γερμανούς σύμφωνα με τις εντολές τους, στέλνονταν κρυφά στην Αττική και αποθηκεύονταν στις γειτονιές της Αθήνας και των γύρω δήμων.

Μεγάλες αγορές όπλων είχαν κάνει και από τους Ιταλούς, από τον Αύγουστο του 1943, οι οποίες βέβαια πολλαπλάστηκαν όταν ανακοινώθηκε η συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο.

Γράφει κάπου ο συγγραφέας: «Τα Τάγματα Ασφαλείας συμμετείχαν σε ενέργειες αποκλειστικά και μόνον κατά των οργανώσεων του ΕΑΜ.

Δεν καταγράφεται καμία επίθεση εναντίον άλλων αντιστασιακών οργανώσεων». Προφανώς δεν αναγνωρίζει τη σημασία αυτής της αλήθειας που γράφει ο ίδιος. Τα Τάγματα Ασφαλείας δεν έγιναν για να πολεμήσουν τις αντιστασιακές οργανώσεις.

Εγιναν για να αντιμετωπίσουν τις κομμουνιστικές οργανώσεις, οι οποίες δεν ήσαν καθαρά αντιστασιακές, δεν έκαναν μόνον αντίσταση, αλλά ασχολούνταν περισσότερον με κομματικόν αγώνα προετοιμασίας κομμουνιστικού καθεστώτος μετά την αποχώρηση των κατακτητών.

Αν ο συγγραφέας αναγνώριζε τη σημασία της ανωτέρω προτάσεως, θα έβλεπε διαφορετικά και όλες τις συγκρούσεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΕΠΟΝ με τα Τάγματα Ευζώνων και την Ειδική Ασφάλεια , με ή χωρίς τη συμμετοχή Γερμανών.

Οι τελευταίοι, το μόνο ενδιαφέρον που είχαν στην αντιμετώπιση της αυξανομένης παρουσίας όπλων και ενόπλων κομμουνιστών στην Αττική ήταν να μην εμποδιστούν οι δυνάμεις τους κατά την ώρα της αποχώρησής τους από την Ελλάδα, καθώς η Αττική αναμενόταν να γίνει καίριο σημείο σύμπτιξης από τα νησιά και την Πελοπόννησο.

Με λίγα λόγια, ο Χαραλαμπίδης δεν αναγνωρίζει ότι ο αγώνας όλων των ενόπλων τμημάτων της κατοχικής κυβέρνησης στην Αττική–Χωροφυλακή, Αστυνομία, Ειδική Ασφάλεια, Τάγματα Ευζώνων- εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ γινόταν όχι για να βοηθήσουν τους Γερμανούς, αλλά για να προστατεύσουν το αστικό καθεστώς από την εγκαθίδρυση κομμουνιστικής δικτατορίας.

Γιά το ότι αυτός ο αγώνας ευνοούσε τους Γερμανούς, η ευθύνη βαραίνει το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που στόχευε μακριά από την αντίσταση.

Αν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ περιοριζόταν στην αντίσταση στους κατακτητές, τα Τάγματα Ασφαλείας δεν θα δημιουργούνταν και τα Σώματα Ασφαλείας δεν θα εστρέφοντο εναντίον του, όπως δεν εστράφησαν και εναντίον καμίας άλλης ατισταστασιακής οργάνωσης.

Μεγάλο μέρος της βίας που ασκήθηκε το 1944 στην Αττική από τα Τάγματα Ευζώνων και την Εθνική Ασφάλεια υπό τον Υποσ/γο Αλέξανδρο Λάμπου είχε στόχο την ανακάλυψη αποθηκών όπλων.

Ο συγγραφέας, για παράδειγμα, αναφέρει ότι τον Αύγουστο του 1944 τα Τάγματα Ευζώνων, μόνα τους ή μαζί με Γερμανούς, έκαναν 21 επιχειρήσεις (συμπλοκες, μπλόκα) εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ σε Αθήνα και Πειραιά.

Όλες αυτές οι επιχειρήσεις είχαν αυτόν ακριβώς τον στόχο, και επί πλέον τη σύλληψη μελών των οργανώσεων του ΚΚΕ και την αποδυνάμωσή τους εν όψη της ήδη διαφαινομένης αποχώρησης του γερμανικού στρατού.

Γράφει ο συγγραφέας: «Τυχόν εδραίωση του ΕΛΑΣ στους περιφερειακούς δήμους της Αθήνας εγκυμονούσε σημαντικούς κινδύνους για την κατάληψη της πρωτεύουσας αμέσως μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων». Πολύ σωστά το λέει ο συγγραφέας, αλλά αντί να εξηγήσει τις επιχειρήσεις και τα μπλόκα του Αυγούστου ως αμυντική, εμφυλιοπολεμική δράση, εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, την εξηγεί λανθασμένα ως συνεργασία με τους Γερμανούς και ως στερεφομένη εναντίον της Αντίστασης, όχι ως προληπτική εναντίον των κομμουνιστών για να μην επικρατήσουν μετά την απελευθέρωση.

Φυσικά, ακόμη και αυτή η αλλαγή του στόχου των επιχειρήσεων δεν δικαιολογεί τα φριχτά εγκλήματα και τις αυτοδικίες Ελλήνων και Γερμανών που περιγράφει ο συγγραφέας σε αυτό το κεφάλαιο.

Όπως όμως και για την ελλειπή προσαγωγή στη δικαιοσύνη και καταδίκη των οικονομικών δωσιλόγων, πιστεύω ότι και για τυχόν ελλειπή διερεύνηση και καταδίκη αυτών των εγκλημάτων, τεράστια ευθύνη φέρει το ΚΚΕ.

Με τις σφαγές του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1944 στην Πελοπόννησο (Πύργος,Αχλαδόκαμπος, Καλαμάτα, Γαργαλιάνοι, Πύλος, Μυστράς) και Οκτωβρίου – Νοεμβρίου στη Μακεδονία (Κούκος, Κιλκίς, Βροντού, κ.α.) και με το Δεκεμβριανό Κίνημα και την απόπειρα βίαιης επιβολής κομμουνιστικής δικτατορίας είχε δικαιώσει μέχρι ενός σημείου την προληπτική δράση των ενόπλων δυνάμεων της κατοχικής κυβέρνησης.

Συμπερασματικά, ο Χαραλαμπίδης επιμένει να ερμηνεύει αυτά που συνέβησαν στην Αττική ως να ήσαν απολύτως ξένα από τα γεγονότα της υπόλοιπης χώρας.

Παραβλέπει ότι η Β΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ συνήλθε στην Αθήνα, στη συνοικία Κουκάκι,. στις 23–25 Δεκεμβρίου 1942, απεφάσισε ότι ο ΕΛΑΣ θα ήταν η μόνη ένοπλη οργάνωση στην Κατοχή, και το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ θα προετοίμαζε την «λαοκρατική λύση» για μετά την απελευθέρωση.

Μετά από αυτήν την Συνδιάσκεψη άρχισε να χρησιμοποιείται ο όρος «αντίδραση» για κάθε Έλληνα πατριώτη που δεν προσχωρούσε στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, και ο Σιάντος διακήρυξε «όποιος δεν είναι ΕΑΜίτης, είναι Γκεσταπίτης». Ταυτόχρονα άρχισε να εφαρμόζεται και η μονοπώληση της ενοπλης αντίστασης. Τον Μάρτιο του 1943 ο ΕΛΑΣ επετέθη και διέλυσε τον ΕΣΑΠ του Ταγ/ρχη Κωστόπουλου στη Θεσσαλία.

Συνέχισε με επιθέσεις εναντίον και όλων των άλλων οργανώσεων, εναντίον του ΕΣ, της ΥΒΕ/ΠΑΟ, το 5/42 του Ψαρρού.

Όλη η Ελλάδα είχε γεμίσει Στρατόπεδα Κρατουμένων «αντιδραστικών», όπου πατριώτες βασανίζονταν, βιάζονταν και σφάζονταν. Στην Πελοπόννησο έχω ταυτοποιήσει 84 τέτοια Στρατόπεδα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, και δεκάδες ακόμη στη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία.

Ο επικεφαλής του Γραφείου Πελοποννήσου του ΚΚΕ, ο Αχιλλέας Μπλάνας, έθεσε ως στόχο «να ξεπατώσει τους αντιδραστικούς», και ο Θόδωρος Ζέγκος («Στάθης ή «Τριαντάφυλλος») μετέτρεψε την Αργολιδοκορινθία σε «Κρανίου Τόπο» με τη διακήρυξη «λεπίδι, λεπίδι στην αντίδραση!». Παραθέτω φωτογραφίες με ονόματα αθώων θυμάτων του Φενεού, ως και σωρού οστών που ανεσύρθησαν από την Τρύπα που ερίχνοντο τα θύματα μετά τη σφαγή τους.

Μέχρι το τέλος Αυγούστου 1944, στην Πελοπόννησο τα θύματα του ΕΑΜ ανερχονταν σε 3.500 περίπου, -μωρά, παιδιά, γυναίκες και άνδρες κάθε ηλικίς- και θα ήσαν πολύ περισσότερα χωρίς την παρουσία των Ταγμάτων Ασφαλείας τους τελευταίους 5-6 μήνες, ανάλογα την περιοχή.

Όποιος θέλει να αποκτήσει πιό σφαιρικές γνώσεις των γεγονότων της Κατοχής στην Ελλάδα και πέραν της Αττικής, ειδικά στον Περίγυρό της, από την Πελοπόννησο, την Στερεά και μέχρι τη Θεσσαλία, μπορεί να βρει λεπτομέρειες στα βιβλία μου (οι τίτλοι στη φωτογραφία). Η Περίγυρος της Αθήνας ήταν η πιο σημαντική περιοχή για το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, και εκεί επεδίωξαν και απέκτησαν μονοπώλιο των ενόπλων, γιατί έτσι μπορούσαν να μετακινήσουν ελεύθερα Μονάδες του ΕΛΑΣ προς την Αττική μετά την απελευθέρωση, αυτό που ακριβώς έκαναν στα Δεκεμβριανά! Η κορύφωση της προπαρασκευαστικής προσπάθειας που άρχισε το 1942, ήταν στοχευμένη να γίνει μετά την αποχώρηση των κατακτητών, και θα ήταν η κατάληψη της Αθήνας από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Άν για λόγους τακτικής αυτό δεν αποτολμήθηκε άμεσα τον Οκτώβριο του 1944, πάντως έγινε τον Δεκέμβριο που η κυβέρνηση διέταξε τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ.

Όλος ο ένοπλος αγώνας της κατοχικής κυβέρνησης εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στην Αττική, μπορεί να εξηγηθεί ως προσπάθεια αντιμετώπισης των σχεδίων του ΚΚΕ για μετά την απελευθέρωση, και όχι για παροχή βοηθείας προς τους Γερμανούς. Ο Χαραλαμπίδης για την υπέρμετρη κλιμάκωση της βίας στην Αττική το 1943-44 εκτός από τους κατακτητές επιρρίπτει ολόκληρη την ευθύνη στην κατοχική κυβέρνηση και σε δυο οργανισμούς της, την Ειδική Ασφάλεια και τα Τάγματα Ευζώνων.

Αντίθετα, με την απόδοση της ιδιότητας του αντιστασιακού, αθωώνει και δικαιολογεί όλες τις δράσεις του ΚΚΕ και των οργανώσεών του –ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΟΠΛΑ- οι οποίες συνήθως προκαλούσαν την αντίδραση και τη βία των κατακτητών και των δυνάμεων της κατοχικής κυβέρνησης.

Μεγάλη ευθύνη επιρρίπτει ο σσυγγραφέας στην Ειδική Ασφάλεια, και ειδικά στον υποσ/γο Αλέξανδρο Λάμπου, διοκητή της από τον Απρίλιο του 1943 μέχρι τον Αύγουστο του 1944. Ο Λάμπου παρουσιάζεται ως φανατικός διώκτης του αντιστασιακού κινήματος, και ότι κατηύθυνε την υπηρεσία του υπό καθεστώς ανομίας και εγκλήματος.

Αυτό, ο συγγραφέας το βασίζει σε μαρτυρίες εχθρών και αντιπάλων του ιδίου του Λάμπου ή της Ειδικής Ασφάλειας.

Ο υποστράτηγος είχε αφήσει ιδιόχειρα Απομνημονεύματα, τα οποία επεξεργάζεται ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Λάμπου, και αναμένεται να εκδοθούν σύντομα.

Πιστεύω ότι θα είναι ενδιαφέρον να δούμε πως παρουσιάζει ο ίδιος ο Αλέξανδρος Λάμπου τον ρόλο του και τη δράση του ως επικεφαλής της Ειδικής Ασφάλειας εκείνη την φορτισμένη περίοδο με τα τόσα δραματικά γεγονότα.

Κλείνοντας, οφείλω να σημειώσω ότι κάτι που εκτίμησα ιδιαίτερα στο βιβλίο του κ. Χαραλαμπίδη είναι η αναφορά του σε συγκεκριμένα θύματα και την ατυχία τους.

Έχοντας και εγώ ταυτοποιήσει τον γολγοθά και τη θυσία χιλιάδων ανθρώπων σε όλην την Ελλάδα την περίοδο 1943 -1949 (και αργότερα στην περίπτωση θυμάτων του «Παιδομαζώματος»), αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό, αδιάφορα από ποιά ομάδα προέρχονταν τα θύματα και οι θύτες.

Το βιβλίο του κ. Χαραλαμπίδη το συστήνω για τα θετικά που προσφέρει σε κάθε φιλήστορα αναγνώστη, αλλά και για τις σκέψεις για περαιτέρω έρευνα που σίγουρα θα οδηγήσει τον απαιτητικό, κριτικό αναγνώστη από τον τρόπο που εξηγεί τις συγκρούσεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΟΠΛΑ/ΚΚΕ με τα ένοπλα σώματα της κατοχικής κυβέρνησης. Ιωάννης Κ. Μπουγάς, 5 Ιουνίου 2026

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences