Ένα απόσπασμα απ’ την αυτοβιογραφία που πόνεσε πολύ. Αν έχετε υπομονή, βουτήξτε. Με όλη την ομοφοβία της καρδιάς μου Ο δημιουργός σπανίως είναι ολότελα αδαής ως προς τα στοιχεία – ιδίως τα θεμελιώδη...
Ένα απόσπασμα απ’ την αυτοβιογραφία που πόνεσε πολύ. Αν έχετε υπομονή, βουτήξτε.
Με όλη την ομοφοβία της καρδιάς μου Ο δημιουργός σπανίως είναι ολότελα αδαής ως προς τα στοιχεία – ιδίως τα θεμελιώδη – που συνθέτουν το δημιούργημα.
Πιστεύω ότι όλοι οι γονείς γνωρίζουν – το λιγότερο, υποψιάζονται – τη σεξουαλικότητα των παιδιών τους, κι έτσι, η εκρηκτική αντίδραση στην αποκάλυψη της ομοφυλοφιλίας, (ένα κράμα θυμού, απογοήτευσης, αυτομομφής, απόρριψης, απελπισίας), πηγάζει από ένα μακρόχρονο κι εν πολλοίς ασυνείδητο φορτίο ενοχών: ότι ήξεραν χρόνια την αλήθεια, κι αντί να βοηθήσουν το παιδί τους να τη μοιραστεί μαζί τους, για να ξαλαφρώσει η φοβισμένη του καρδιά, ένιωθαν κι επέβαλλαν μιαν αδικαιολόγητη ντροπή.
Όλοι οι γκέι της ηλικίας μου έχουμε αναγνωρίσει στους γονείς μας ελαφρυντικά για τις ομοφοβικές τους αντιδράσεις: ότι ήταν προϊόντα της εποχής τους, μιας Ελλάδας όπου οι ομοφυλόφιλοι ζούσαν στο περιθώριο της κοινωνίας, περιφρονημένοι και κυνηγημένοι, βουτηγμένοι σε ισόβια μοναξιά και δυστυχία – κι έτρεμαν πως τα παιδιά τους θα υποστούν την ίδια μοίρα.
Ωστόσο, ακόμα κι όταν αναγνωρίζεις καθηλώσεις κι αγκυλώσεις, αυτό δεν σημαίνει ότι τις συγχωρείς – γιατί η αγάπη του γονιού υποτίθεται πως είναι εντελώς αδιαπραγμάτευτη. Στο Βιβλίο της Κατερίνας καταγράφω τα δικά μου αποκαλυπτήρια, που έλαβαν χώρα όταν ήμουν πέντε ετών.
Η ηλικία μπορεί να φαίνεται υπερβολικά μικρή, αλλά σε ορισμένους ανθρώπους η σεξουαλικότητα γίνεται αντιληπτή από νωρίς, ως κάτι στέρεο, αναντίρρητο, ριζωμένο στην ψυχή και τη σάρκα.
Έτσι, παρατηρώντας τους συμμαθητές μου στο νηπιαγωγείο να παίζουν μπάλα, με τα κοντά σορτσάκια τους, είχα καταλάβει πως μου άρεσαν τα αγόρια, κι ότι αυτό ήταν κάτι τόσο βαθύ – αντανακλαστικό όσο κι η παιδική στύση –, που δεν θα άλλαζε ποτέ.
Όταν, με μεγάλο δισταγμό, ομολόγησα στη μητέρα μου την ερωτική μου επιφοίτηση, εκείνη με πρότρεψε να σωπάσω – να μην το μάθει ο μπαμπάς, τουτέστιν, να μην το μάθει κανείς.
Περιέργως, δεν προσπάθησε να με πείσει πως έκανα λάθος, πως αυτό που ένιωθα μπορεί να ήταν παροδικό, και να μεταβαλλόταν συν τω χρόνω.
Γιατί, κατά βάθος, ήξερε τον γιο της, κι ότι ορισμένα πράγματα δεν αλλάζουν.
Ιδού, λοιπόν, άλλη μια συναρπαστική πλευρά της Κατερίνας: δεν ήταν ομοφοβική, παρά μόνο μαζί μου.
Μαζί με όλη την αγάπη της, φύλαγε όλη της την ομοφοβία για τον Πετράκη.
Μερικά παραδείγματα.
Όσο μεγάλωνα, κι ανακάλυπτα τους αγαπημένους της καλλιτέχνες, διαπίστωνα ότι οι περισσότεροι ήταν ομοφυλόφιλοι.
Πέρα απ’ τον Χατζιδάκι – τη σεξουαλικότητα του οποίου γνώριζα από παιδί –, η μάνα μου είχε τεράστια αδυναμία στον Γιώργο Μαρίνο, στον Τσαρούχη, στον Καβάφη, στον Ζιντ και τον Ζενέ, στον Κραουνάκη, και λάτρευε τους Queen – ακόμα τη θυμάμαι να κλαίει όταν πέθανε ο Φρέντι Μέρκιουρι, που δεν θα μπορούσε να ήταν περισσότερο γκέι.
Επειδή ήταν παθιασμένη σινφείλ, και διάβαζε ό,τι σχετικό βιβλίο έβρισκε – απ’ την Τελευταία πνοή του Μπουνιουέλ, μέχρι την αυτοβιογραφία του Ροζέ Βαντίμ και ποικίλα κουτσομπολίστικα χρονικά του κλασικού Χόλιγουντ – κάθε τόσο σχολίαζε θρυλικούς ηθοποιούς, που ήταν ομοφυλόφιλοι ή αμφισεξουαλικοί: Τζέιμς Ντιν, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μαρλένε Ντίτριχ.
Θυμάμαι μια φράση της Λορίν Μπακόλ, από ένα τέτοιο βιβλίο – όταν είχε ερωτηθεί τι την είχε ελκύσει πρώτη φορά στον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, είχε απαντήσει, με τη γνωστή της γλώσσα-ξυράφι: «Ήταν ο μοναδικός σταρ του Χόλιγουντ που δεν πήγαινε με άντρες.» Επιπλέον, η μάνα μου αντιμετώπιζε την πολυετή σχέση του αδερφού του πατέρα μου με τον Ελβετό σύντροφό του ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό.
Όταν πηγαίναμε να τους δούμε, στην ατμόσφαιρα δεν πλανιόταν η παραμικρή αμηχανία – θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε στο σπίτι ενός απ’ τ’ αδέρφια της.
Παίνευε πάντα τον Μαρκ για τη μαγειρική του δεινότητα, κι όταν μάζευαν τα πιάτα και πήγαιναν στην κουζίνα για τη λάντζα, τους άκουγα να γελάνε, κουτσομπολεύοντας στα γαλλικά.
Ήμουν δώδεκα χρονώ όταν μου μίλησε για τον Δημητράκη.
Ήταν ο στενότερος φίλος των εφηβικών της χρόνων, κι από τα δεκάξι του ανοιχτά ομοφυλόφιλος.
Πλήρωνε το θάρρος του ακριβά: σαν να μην έφτανε το κράξιμο και το κυνήγι των νταήδων της γειτονιάς, ο μεγάλος του αδερφός – που είχε αναλάβει χρέη πατέρα, όταν έχασαν τους γονείς τους σε τροχαίο – τον σάπιζε στο ξύλο τακτικά, πιστεύοντας ότι η βία θα τον συνέτιζε, θα τον έκανε άντρα.
Όταν βρίσκονταν με τη μάνα μου, η Κατερίνα ενθάρρυνε τις παρενδυτικές του επιθυμίες: τον έβαφε και τον χτένιζε, του δάνειζε ρούχα και γοβάκια της, και με το πικάπ να παίζει ιταλικά, χόρευαν μαζί – μια μικρή, σπιτική, πολύτιμη ελευθερία. Ο Δημητράκης έφτυσε αίμα στον στρατό, κι έπειτα κατέβηκε στην Αθήνα, για να ζήσει ελεύθερος.
Η μάνα μου γνώρισε τον Τάσο, και χαθήκανε.
Το ’85, της έστειλε ένα γράμμα, στο σπίτι των γονιών της – κι έτσι έμαθε ότι ο παλιός της φίλος είχε γυρίσει στη Σαλονίκη, κι ότι νοσηλευόταν, στα τελευταία του από έιτζ.
Μιας και δεν άντεχε να πάει μόνη της, τον επισκέφθηκαν μαζί με τον πατέρα μου.
Η ιστορία του Δημητράκη θα μπορούσε να ’χε μπει στο Βιβλίο της Κατερίνας, αλλά ήθελα να παραμείνω επικεντρωμένος στα πάθη της μικρής μας οικογένειας.
Το ερώτημα είναι γιατί επέλεξε να μου αφηγηθεί αυτό το κομμάτι της ζωής της στην αρχή της δικής μου εφηβείας.
Ως πλάγιο ηθικό δίδαγμα; Για να φυλάγομαι; Ή για να πιστέψω πως οι ομοφυλόφιλοι είχαν όλοι – άσημοι και διάσημοι – τραγικό τέλος; (Μα απ’ την άλλη, γιατί να μην έπαιρνα ως παράδειγμα τον θείο μου; Ανεξιχνίαστο Κατερινάκι). Λίγα χρόνια μετά, όταν είχα συγκεντρώσει έναν μικρό όγκο σελίδων από γκέι πορνογραφικά περιοδικά, έκρυβα τον φάκελο που τα περιείχε στο πιο φανερό σημείο – στο συρτάρι της ντουλάπας μου, κάτω από μια παλιά ζακέτα.
Η μάνα μου ποτέ δεν σκάλιζε τα πράγματά μου – δεν συγύριζε καν το δωμάτιό μου, μόνο μάζευε τα άπλυτα –, αλλά ήλπιζα πως θα έβρισκε τις τσόντες, ώστε να απαντήσουν αυτές, και δη αδιάψευστα, για το ποιος ήταν ο γιος της.
Ακόμα κι όταν μετακίνησα τον φάκελο πάνω απ’ τη ζακέτα, τίποτα.
Εκτός κι αν τα είχε βρει, κι έκανε την πάπια.
Όταν μια ταινία που βλέπαμε στο βίντεο ή στο σινεμά τύχαινε να δείχνει μια ομοφυλοφιλική σκηνή – ένα φιλί, ή ολοκληρωμένο σεξ –, ο πατέρας μου παράμενε απαθής (εκτός αν η σκηνή ήταν λεσβιακή), αλλά η Κατερίνα σφιγγόταν εμφανώς.
Ντροπή μου, όμως σε τέτοιες στιγμές, διασκέδαζα με τη δυσφορία της, γιατί είχα καταλάβει το πρόβλημά της, απλό όσο και διαδεδομένο: πίστευε, όπως, δυστυχώς, εκατομμύρια άνθρωποι, ακόμα και σήμερα, ότι η ομοφυλοφιλία ήταν ένα επίκτητο χαρακτηριστικό, ότι πρόσωπα, σχέσεις, συνθήκες και περιστατικά σε έκαναν γκέι – κι ήταν πεπεισμένη πως, με την υπερβολή της αγάπης της, με τη στενότητα της σχέσης μας, με είχε παραλάβει από τη φύση κανονικό, και με είχε στραβώσει.
Αν μπορούσα να της εξηγήσω αυτό που αισθανόμουν από μωρό παιδί – ότι είχα γεννηθεί έτσι, και καμιά ανατροφή στον κόσμο δεν θα με έκανε ετεροφυλόφιλο – θα τη γλίτωνα από πολλές ενοχές, και τον εαυτό μου από πολλές σκοτούρες.
Αλλά τη στιγμή που εκείνη πρώτη μου ’χε πει να σωπάσω, δεν σκόπευα να διακόψω τη σιωπή για να την ανακουφίσω – δική της δουλειά ήταν, ως γονιού, να αποδεχτεί αυτό που της είχα ξεστομίσει στα πέντε μου χρόνια.
Κι ήμουν ήδη τρομερά κουρασμένος απ’ τον ρόλο του ανακουφιστή.
Ένα βράδυ του 2000, καθώς τα πίναμε στο στέκι μας, – το αλήστου μνήμης Αχού – ο φίλος μου ο Ν. μου είπε κάτι που με σόκαρε: όταν πηγαίναμε Α’ Λυκείου, κι είχε έρθει για ένα Σαββατοκύριακο στο σπίτι μας, σε κάποια φάση ξεμονάχιασε την Κατερίνα και της ομολόγησε ότι ήταν γκέι – κι εκείνη αντέδρασε με πλεόνασμα στοργής κι αποδοχής, σαν να το ήξερε ήδη (που το ήξερε, όπως και για μένα). «Της είπα ότι θα ’θελα να ’μουν γιος της,» συμπλήρωσε.
Δεν υπήρχε περίπτωση να του απομυθοποιήσω την εικόνα που είχε, να του εξηγήσω τι σήμαινε η συνύπαρξη με τη μάνα μου στις σκοτεινές της περιόδους, απλά ένιωσα απορία, και πίκρα.
Όλοι ήταν ελεύθεροι να διατρανώνουν την ομοφυλοφιλία τους, και να απολαμβάνουν την αγκαλιά της Κατερίνας – εκτός από μένα.
Εγώ όφειλα να κρύβομαι, για να μην τη στεναχωρήσω, να μην την κάνω να νιώσει πως είχε αποτύχει στα μητρικά της χρέη.
Η αλήθεια για το ποιος ήμουν είχε γίνει σαφής χρόνια πριν – συγκεκριμένα, το ’96-’97, όταν η σχέση μου με τον Στέργιο ξεπερνούσε ολοφάνερα τα όρια της φιλίας, αν μη τι άλλο επειδή κοιμόμουν σπίτι του δυο-τρεις φορές τη βδομάδα (με την εύλογη δικαιολογία ότι έμενε κοντά στη σχολή), κι επειδή, όταν ήμασταν χώρια, μιλούσαμε με τις ώρες στο τηλέφωνο, μέχρι παίζαμε τραγούδια ο ένας στον άλλο, με το ακουστικό πάνω απ’ το CD player (ανόητο πράγμα ο έρωτας). Οι γονείς μου ήταν φιλικοί και φιλόξενοι με τον Στέργιο – απλώς παρίσταναν ότι ήμασταν κολλητοί.
Μπορώ να μαντέψω το ερώτημά σας: γιατί δεν έκανα ένα ξεγυρισμένο coming out, να τελειώνουμε; Η απάντηση: γιατί, στη Σαλονίκη του ’90, ελάχιστοι γκέι έκαναν θαρραλέο coming out – ποιος ο λόγος να υποστείς τις υστερίες, τα κλάματα, τις απειλές, ακόμα και τις βίαιες αντιδράσεις (όπως το να σε διώξουν απ’ το σπίτι σου); Γιατί στη Σαλονίκη του ’90 το σημερινό δεδομένο – η περηφάνια για τη διεκδίκηση της προσωπικής ελευθερίας – θα μας φαινόταν επιστημονική φαντασία.
Γιατί στη Σαλονίκη του ’90 οι προσωπικές αγγελίες των εφημερίδων ήταν γεμάτες εκκλήσεις για αλληλοκάλυψη: γκέι άντρες που παντρεύονταν γκέι γυναίκες, για να ησυχάζουν τα σόγια τους, και να νιώθουν κοινωνικά καλυμμένοι, ασφαλείς.
Η μόνη φορά που πλησιάσαμε την εκ βαθέων συζήτηση με την Κατερίνα ήταν το 2002, προς το τέλος της ζωής της.
Την περίοδο εκείνη τα είχα με τον Δημοσθένη, ένα παλικάρι απ’ τα Χανιά, και με κάθε ευκαιρία κατέβαινα στην Κρήτη να τον δω. Κι ένα βράδυ, στο σπίτι, καθώς ακούγαμε τον Καρυωτάκη της Πλάτωνος, η μάνα μου γύρισε και είπε: «Ο Δημοσθένης δεν είναι μόνο φίλος σου, έτσι;» Την κοίταξα στα μάτια, όλο σοβαρότητα.
Είχα τα λόγια έτοιμα καιρό – την παραδοχή, το παράπονο, τη διαβεβαίωση πως η στάση της απέναντί μου δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με την ομοφυλοφιλία μου.
Άναψα τσιγάρο και γύρισα απ’ την άλλη, χωρίς ν’ απαντήσω. Επί δεκαοχτώ χρόνια, είχα μάθει να καταπίνω την αλήθεια.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους