[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν περιμένει κανέναν. Κάθε μεσημέρι, μόλις χτυπήσει δώδεκα η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής, αφήνει τα παντζούρια της κουζίνας μισάνοιχτα. Ζέστη του Ιούνη, 1950. Η αυλή βράζει, οι φωνές μπαίνουν από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν περιμένει κανέναν. Κάθε μεσημέρι, μόλις χτυπήσει δώδεκα η καμπάνα της Αγίας Παρασκευής, αφήνει τα παντζούρια της κουζίνας μισάνοιχτα.

Ζέστη του Ιούνη, 1950.

Η αυλή βράζει, οι φωνές μπαίνουν από το δρόμο σαν αέρας: η γειτόνισσα που ποτίζει τη βασιλική, το ραδιόφωνο του κουρέα απέναντι που παίζει ελαφρά, το «πάγος!» από τον παγοπώλη με το κάρο στην ανηφόρα.

Σήμερα θα φτιάξει φασολάκια λαδερά.

Βάζει το κατσαρόλι στο ματάκι της πετρογκάζ και ρίχνει λάδι από το τενεκεδάκι.

Λίγο μετά πέφτει το κρεμμύδι ψιλοκομμένο.

Με ένα ξερό χαμόγελο ρίχνει και δυο σκελίδες σκόρδο κοπανιστές, και αμέσως από το διπλανό σπίτι ακούγεται η φωνή της κυρα-Σοφίας πάνω από τον φράχτη: «Μεσημεριάτικα σκόρδα, Ελένη μου; Θα μου φέρεις τη μύγα από τη λαχαναγορά εδώ μέσα». Δεν απαντάει.

Σβήνει με μισό ποτηράκι ρετσίνα, από το βαρελάκι στην αποθήκη.

Το τσιτσίρισμα σκεπάζει τη μουρμούρα.

Δίπλα, στο τηγάνι το μαύρο, οι πατάτες ροδίζουν σε λίγο λάδι.

Τις γυρίζει με την πιρούνα, να μην αρπάξουν.

Από το παράθυρο του δρόμου ακούγεται η μικρή της γειτόνισσας να φωνάζει γελώντας: «Μαμά, πάλι μαγειρεύει η κυρία Ελένη; Μυρίζει όλη η γειτονιά!» «Σώπα και πλύνε τα χέρια σου να φας» η απάντηση, και μετά η πόρτα του ξύλινου φράχτη που χτυπάει.

Ο άντρας της γύρισε από το μαρμαράδικο για φαγητό.

Ρίχνει τα φασολάκια στο κατσαρόλι, τα γυρίζει να γυαλίσουν.

Προσθέτει ντομάτα τριμμένη στο χέρι, αλάτι χοντρό, πιπέρι. «Σιγά σιγά να γίνεις, μην βιάζεσαι» της λέει και τα σκεπάζει.

Από το σοκάκι ακούγεται ο νοικάρης του απέναντι σπιτιού, δάσκαλος συνταξιούχος, που ποτίζει τα γεράνια του: «Πάλι κατσαρόλες μεσημεριάτικα; Δεν έχει δουλειά αυτή η γυναίκα; Θα μαζευτούν οι γάτες πάλι». Δεν είναι τεμπέλα.

Δεν είναι τεμπέλα.

Κόβει μαϊντανό με το ψαλίδι, τον ρίχνει μέσα.

Η μυρωδιά γλυκαίνει.

Βάζει και λίγη ζάχαρη, να κόψει την οξύτητα.

Έτσι το θέλει το φασολάκι.

Ακούγεται φωνή από το δρόμο: «Γάλααα!» Ο γαλατάς με το καζάνι.

Η κυρα-Μαριγώ βγαίνει με την κατσαρόλα της. «Βάλε μου ένα δράμι, Λευτέρη». Μετά περνάει ο υπάλληλος της Ηλεκτρικής με το ποδήλατο. «Κυρα-Ελένη, ο λογαριασμός». Χτυπάει το πορτάκι της αυλής με το δαχτυλίδι, της τον δίνει. «Πληρωμένος από την Τρίτη, παιδάκι μου». Σηκώνει το καπάκι, ο ατμός θολώνει το τζάμι του ντουλαπιού.

Από το απέναντι μπαλκόνι, η κυρα-Μαριγώ απλώνει φανέλες και τη βλέπει. «Πάλι λαδερό, Ελένη; Δεν λιώνεις με τη ζέστη;» «Να φάνε τα παιδιά» λέει μόνο.

Απλώνει φέτες ψωμί στο ταψί, να ρουφήξουν το ζουμί μετά.

Το ρολόι του τοίχου δείχνει μια παρά τέταρτο.

Ακουμπάει στην καρέκλα την ψάθινη, σκουπίζει το μέτωπο με την ποδιά.

Τα πόδια της πονούν.

Κλείνει τα μάτια μια στιγμή.

Την ξυπνάει η μυρωδιά.

Το φασολάκι έχει δέσει, το λάδι έχει ανέβει πάνω, κόκκινο.

Τραβάει το κατσαρόλι από τη φωτιά, το ακουμπάει πάνω στο σιδερένιο τρίποδο.

Το πορτάκι της αυλής τρίζει, βήματα στο χαλίκι, πιο γνώριμα αυτή τη φορά. «Καλημέρα θεια-Ελένη.

Ήρθα.» «Καλώς το παιδί.

Έτοιμο είναι το φαγητό.

Πήγαινε να αφήσεις τα τετράδια στην κάμαρα και έλα.

Σου έβαλα έξι πιάτα.

Δύο για την κυρα-Κατίνα, είναι στο κρεβάτι.

Ένα για τον κυρ-Στέλιο τον χήρο, μένει στο τέλος του δρόμου.

Και ένα για τον γαλατά, μου έφερε έξτρα σήμερα.

Τα λεφτά για το ψωμί πάνω στο μπουφέ.

Και να περάσεις από τον μπακάλη, θέλουμε λάδι.» Δυο χέρια νεανικά τη σηκώνουν με σεβασμό, την πάνε στον νιπτήρα της αυλής να πλύνει τα χέρια της.

Της δένουν το μαντίλι καλύτερα.

Την ακουμπάνε στην καρέκλα κάτω από τη μουριά. «Να κλείσω τα παντζούρια, θεια; Κάνει ζέστη.» «Άσ’ τα μισάνοιχτα και το ραδιόφωνο χαμηλά, στο Εθνικό Πρόγραμμα.

Δεν θέλω τίποτα άλλο.

Μόνο κλείσε το πορτάκι της αυλής καθώς φεύγεις και το βράδυ να περάσεις, να μαζέψουμε τα πιάτα.

Αύριο θα κάνω φακές.

Δεν άκουσα σήμερα την Αννούλα, είναι καλά;» «Πήγε στο ραφείο να μάθει τέχνη.

Να της κρατήσεις ένα πιάτο.

Φεύγω τώρα θεια.» Ακούει το πορτάκι να κλείνει απαλά.

Σπρώχνει την καρέκλα με κόπο προς το χαγιάτι.

Κοιτάει έξω.

Άδεια η πιατέλα με το νερό για τα πουλιά στο πεζούλι, το καλάθι με τα άπλυτα στη γωνιά, το εικονοστάσι με το καντήλι να τρεμοπαίζει δίπλα στη μπασιά.

Όλα στη θέση τους.

Πάει μέχρι το μικρό σεκρετέρ στο καλό δωμάτιο.

Ανοίγει το συρτάρι.

Βγάζει ένα τετράδιο σχολικό, μπλε.

Βουτάει την πένα στο μελανοδοχείο.

Διαβάζει την εφημερίδα τη χθεσινή, παρατημένη στην άκρη: «Η 29χρονη δασκάλα από την Κοκκινιά εξαφανίστηκε μετά τον βομβαρδισμό.

Οι μαθητές της την αναζητούν.

Ο αρραβωνιαστικός της σιωπά.

Ένας χρόνος πέρασε και το τελευταίο της μάθημα μένει στη μνήμη όλων». Ανοίγει το τετράδιο σε λευκή σελίδα.

Γράφει με καλλιγραφικά γράμματα: Δεν είμαι τεμπέλα, δεν είμαι τεμπέλα, δεν είμαι τεμπέλα.

Θέλει να πλαγιάσει.

Δεν μπορεί ακόμα.

Τον περιμένει.

Το μεσημέρι γέρνει προς το απόγευμα, ο ήλιος καίει τα κεραμίδια.

Δεν είμαι τεμπέλα, μουρμουρίζει.

Δυστυχώς, δεν είμαι τεμπέλα.

Σέρνεται προς την κουζίνα.

Βγάζει φακές από το πάνινο σακουλάκι.

Τις απλώνει στην εφημερίδα να τις καθαρίσει.

Όχι άλλα φασολάκια.

Με δάφνη και ξύδι θα τις κάνει. Γκρινιάζουν. Πρέπει να περιμένει να φουσκώσουν. Δεν είναι τεμπέλα. Αλλά τα παντζούρια, θα μείνουν μισάνοιχτα. Άννα Δαναλη

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences