Η παλληκαριά του τσολιά Γιώργου Γαϊτάνη έσωσε την Ελλάδα. π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος Μεγάλη βεβαίως συμφορά μας βρήκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Οι Ιταλοί μας κτύπησαν πισώπλατα. Αλλ’ ημείς...
Η παλληκαριά του τσολιά Γιώργου Γαϊτάνη έσωσε την Ελλάδα. π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος Μεγάλη βεβαίως συμφορά μας βρήκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Οι Ιταλοί μας κτύπησαν πισώπλατα.
Αλλ’ ημείς ξεσηκωθήκαμε όλοι μας, σαν ένας άνθρωπος, από τον Βασιλιά, ως τον τελευταίο τσολιά και τους αποκρούσαμε.
Ο μακαρίτης Μεταξάς αντέταξε το Λακωνικόν ΟΧΙ.
Το διάγγελμα του Βασιλέως Γεωργίου ενεψύχωσε τον λαό, διακηρύσσοντας: Με την βοήθεια του Θεού και της Παναγίας θα τους νικήσωμε.
Αλλά και το Γενικόν Επιτελείον στο πρώτο ανακοινωθέν έλεγε: Με την βοήθεια του Θεού υπερασπίζομεν το πάτριον έδαφος.
Και ο κάθε Έλληνας έκανε το καθήκον του πιστά.
Ένας τσολιάς αναχαίτισε μόνος του τους Ιταλούς! Αν δεν ήταν ο τσολιάς αυτός, ολόκληρος ο νευραλγικός τομέας του μετώπου θα είχε καταρρεύσει. Η Ελλάς θα χανόταν.
Αυτό δεν είναι καθόλου υπερβολή.
Θα φθάνανε στην Αθήνα. Οι Ιταλοί, όπως είπαμε, φτάσανε στο Καλπάκι.
Η πίεσις από τον όγκο του εχθρού ήταν αφόρητη.
Οι καϋμένοι οι Έλληνες αμυνόταν με ότι διέθεταν: με λιανοντούφεκα, με όλμους, με πυροβολικό και με αντιαεροπορικά ακόμη που τα χρησιμοποιούσαν «δι’ ευθείαν βολήν». Ο θρυλικός Κωστάκης, που φύτευε τις οβίδες του στα καζάνια των Ιταλών, έκανε θραύσι από την Ιερατικήν Σχολήν της Βελλάς με το πυροβολικό του και από το Μοναστήρι των Ασπραγγέλων με το «βαρέο» του.
Σαν να μην έφθαναν οι αλλεπάλληλες και λυσσώδεις επιθέσεις του εχθρού, να σου και ένας καταραμένος προδότης Κουτσόβλαχος.
Αυτός, σαν άλλος Εφιάλτης, οδηγούσε τους Ιταλούς να περάσουν από την αφύλαχτη στενωπό της Καραμπάλας.
Θα υπερφαλάγγιζαν έτσι το Καλπάκι.
Θα ξεχυνόταν στον κάμπο των Σουδενών και θα έφταναν στην Αθήνα να πάρουν καφέ στην πλατεία Συντάγματος, όπως έλεγαν.
Ευτυχώς το Στρατηγείον τους αντελήφθη και στέλλει τους τσολιάδες του Μεσολογγίου εναντίον τους.
Το 3ον τάγμα περνά την στενωπό και βαδίζει ανύποπτο εις τας υπωρείας προς συνάντησιν του εχθρού, τον οποίον ενόμιζεν πολύ μακρυά.
Αλλά ό εχθρός εβάδιζε από πάνω τους, στην κορυφογραμμή.
Πήγαινε για να καταλάβη την δίοδο.
Και αρχίζει αιφνιδιαστικά να βάλη κατά του Ελληνικού στρατού.
Οι αξιωματικοί, παλληκάρια όλοι τους, αρπάζουν μόνοι τους τα οπλοπολυβόλα και ορμούν κατά του εχθρού.
Σκοτώνονται δυστυχώς, με πρώτον τον Χόρμοφα, τον λοχαγό και έτσι μένουν ακέφαλοι οι Έλληνες.
Αι! λοιπόν, στην κρίσιμη αυτή στιγμή εμφανίζεται ο τσολιάς Γιώργος Γαϊτάνης.
Αυτός με την αξιοθαύμαστη πρωτοβουλία του σώζει την κατάστασιν.
Ήταν από ένα χωριό της Ορεινής Τριχωνίδος, την Ανάληψι.
Ήταν συγχωριανός μου και γι’ αυτό τον εγνώριζα από μικρόν καλά.
Τσοπάνος ήταν και ως άξεστον τον είχαν όλοι.
Αυτός όμως μέσα του έκρυβε ηρωϊκή καρδιά.
Ό δάσκαλός του δεν ήταν από εκείνους «τους προοδευτικούς που δεν θέλουν θρησκεία και πατρίδα στα παιδιά μας». Του είχε εμπνεύσει την φιλοπατρία.
Και τώρα, που κινδυνεύει η πατρίδα και οι σφαίρες πέφτουν τριγύρω του βροχή, αρπάζει ένα οπλοπολυβόλο.
Κάνει το σταυρό του.
Σηκώνει το κεφάλι ψηλά.
Κυττάζει τριγύρω.
Φυσομανάει σαν μανιασμένο λιοντάρι και φωνάζει με φωνή Αίαντος: -Ο λουχαγός ορέ που είναι ο λουχαγός; O λοχαγεύων, ένας έφεδρος απειροπόλεμος, είχε προφυλαχθή, προς στιγμήν, ανάμεσα σε δύο πέτρες.
Τον ανακαλύπτει. -Ντροπή σου, ορέ.
Τι καν’ς ιδώ ουρέ! Τι μ’ τάλιγες τότε στου Μισουλόγγι, στου πιδίου ασκήσιουν; Ιδώ σι θέλω.
Αν είσι γ’ναίκα να φουρέσης φουστάνια.
Κι’ αν είσαι άντρας, μπρουστά να πουλεμήσουμι.
Ο λοχαγός, από την ντροπή του, ώρμησε με το πιστόλι εναντίον των εχθρών.
Οι ηρωϊκοί τσολιάδες, καίτοι ακέφαλοι, με την λόγχη τους μόνον και την φωνή «αέρα» απώθησαν τον εχθρό ως τις θέσεις των πυροβόλων του.
Επειδή όμως δεν είχαν αξιωματικούς και δεν είχαν ξαναδή πως ήσαν οι Ιταλοί, εκτυπώντο αναμεταξύ τους.
Και επειδή επλησίασε κιόλας η νύχτα, επέστρεψαν για την αφετηρία τους. Οι Ιταλοί όμως μόλις τους είδαν να υποχωρούν, τους πήραν από κοντά.
Ήθελαν με κάθε θυσία, να καταλάβουν την στενωπόν.
Και θα την κατελάμβανον ασφαλώς.
Θα γινότουσαν τότε κύριοι της καταστάσεως, θα εχύνοντο στον κάμπο των Σουδένων, θα υπερφαλάγγιζαν το αμυνόμενο Καλπάκι.
Θα έπεφτε η Ελλάδα! Αλλά τότε αλλοίμονο!… Στην κρίσιμη αυτή στιγμή σώζει την κατάστασι ο Γιώργος.
Αυτός δεν οπισθοχωρεί.
Εκάθησε πίσω από ένα θάμνο με το οπλοπολυβόλο του.
Ο εχθρός ήταν στα 300 μέτρα και ο αξιωματικός του λέει: -Ρίξε τους και να φύγουμε. -Όχι, ιγώ θα κάτσου ιδώ, άπαντά.
Ο εχθρός επλησίασε στα 200 μέτρα και ο αξιωματικός, που δεν σκεφτόταν μόνο το Γιώργο, αλλά και το πολυβόλο, διότι είχαν ελάχιστα, του επαναλαμβάνει: -Ρίξε τους σου λέγω και να πάμε.
Θα μας πιάσουν. -Ιγώ δεν φεύγου σύπα.
Αν σκιάζισι συ άϊντε.
Ο εχθρός έφτασε στα 100 μέτρα και ό αξιωματικός, που αγκιστρώθηκε εκεί του τονίζει επίμονα: -Ρίξε τους, μωρέ, και θα μας πιάσουν στα χέρια.
Ακούς! – Ορέ, συ μ’ γίνηκες απόψε τσάμικους ταμπάκος.
Μι ξιφουρτώνισι σ’ λέου ή όχι! Οι Ιταλοί είναι στα 50 μέτρα.
Ο αξιωματικός δεν ξέρει τι να κάνει με την ξεροκεφαλιά του Γιώργου. -Βρε, για όνομα του Θεού, του λέγει, σιγανά, ρίξε τους.
Μας έπιασαν.
Τι κάθεσαι; -Πάβς σ’ λέου, ή δεν πάβς.
Θα του γυρίσου του όπλου κατά σένα.
Ο τσολιάς είχε το σχέδιό του.
Τους άφησε και ήλθαν στα 20 μέτρα.
Και τότε τους έρριξε με την ψυχή του. Οι Ιταλοί δεν το επερίμεναν και «όπου φύγει – φύγει». Ενόμισαν, ότι βρέθηκαν προ επιτελικού σχεδίου του Ελληνικού Στρατηγείου.
Και που να ήξεραν, ότι μόνος του ο Γιώργος! Η αναχαίτησις αυτή έσωσε την κατάστασι.
Διότι δεν κατώρθωσαν οι Ιταλοί να καταλάβουν την στενωπόν εκείνη τη νύχτα.
Επρόλαβε δε στο μεταξύ, να διέλθη απ’ αυτήν το 2ον τάγμα, που ερχόταν για ενίσχυσι.
Κάμνει την επίθεσι στις 2 την νύχτα.
Θεέ μου.
Τι γιγαντομαχία ήταν εκείνη! Οι Ιταλοί αμύνοντο σκληρά, αλλά οι ηρωϊσμοί των Ελλήνων ήταν άφθαστοι.
Οι αξιωματικοί μας δεν μπορούσαν να κρατήσουν τους τσολιάδες «Μη» τους έλεγαν.
Αλλά αυτοί, σαν αέρινοι, πηδούσαν στα χαρακώματα των Ιταλών, που είχαν ανοίξει προχείρως.
Ήσαν μανιασμένοι και ασυγκράτητοι, γιατί άδικα μας επιτέθηκαν και γιατί προσέβαλαν την μνήμη της Παναγίας μας, τορπιλίζοντας στην γιορτή της στην Τήνο, κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, την «Έλλη μας». Ο Γιώργος έκανε θραύσι με το πολυβόλο του.
Τον είδα την τέταρτη ημέρα, που εκόπασεν η μάχη.
Ήταν, απ’ τους καπνούς της μάχης, κατάμαυρος, σαν αράπης και μόνο τα σπινθηροβόλα του μάτια γυάλιζαν. -Θα τ’ς φάμε τ’ς κουκουρόφτερους -μου λέγει-. Θα τ’ς πιτάξουμι στ’ θάλασσα, για να μάθ’νι τι ιστί Έλληνες.
Μαχόμενος στην πρώτη πάντοτε γραμμή, έφθασε στο Τεπελένι.
Σε μια μάχη όμως στο ύψωμα 1720 εν βλήμα όλμου του χτύπησε το σακκίδιο ανταλλακτικών και χώθηκε στην πλάτη του. –Δοξασμένος νάσαι Θεούλη μ’ έλεγε, που χτύπ’ σι του σακκίδιου και κρύουσι κι’ κατόπι χτύπ’σι ιμένα.
Γιατί θα με πάγινε στον τόπο.
O γιατρός του επέδεσε το τραύμα και τον έστελνε πίσω στο Νοσοκομείο. – Γιατί μι στέλν’σ πίσου.
Ιγώ δεν πάου πίσου.
Θα κάτσου ιδώ να πολεμήσου. – Θα πας να σου βγάλουν το βλήμα, του λέγει ό γιατρός. -Ισύ δεν έχ’ς ένα σουγιά, να του ανοίξ’ς και να του βγάλ’ς και να πάου στη δουλειά μ’; Τι γιατρός μου ‘σαι τότε; -Βρε, είναι βαρύ το τραύμα.
Θα πεθάνης! Το καταλαβαίνεις. –Ιδώ ήρθαμε να πολεμήσουμι για την πατρίδα δια να πεθάνουμι.
Δεν ήρθαμι περίπατου, κι’ να πάμι πίσου! -Τσακίσου, πήγαινε στο Νοσοκομείο, του λέγει ένας αξιωματικός, τον οποίον τον εσέβετο, δίνοντας του συγχρόνως στα πόδια μια – δυό με ένα μαστίγιο.
Έτσι εδέησε να γυρίση στην Αθήνα.
Καθ’ όλον το υπόλοιπον διάστημα του πολέμου ενοσηλεύετο στο Νοσοκομείο.
Όταν όμως στην κατάρρευσι του Μετώπου είδε Ιταλούς και Γερμανούς στην Ελλάδα, η σκασίλα του Γιώργου ήταν απερίγραπτη.
Οικονόμησε τότε εν πολυβόλο και πολλές σφαίρες.
Το έκρυψε στην κουφάλα ενός γέρικου πλατάνου και καραδοκούσε την ευκαιρία, να βγή στο κλαρί, για να πολεμήση τον κατακτητή.
Και να! Κάποτε ακούστηκε, ότι στο χωριό του θα περνούσε αντάρτικο. Ο Γιώργος πέταξε από την χαρά του.
Δεν σκέφθηκε τα παιδιά του.
Αποφάσισε να τους ακολουθήση, για να ελευθερώσουν την Πατρίδα.
Ξετρύπωσε το πολυβόλο του και στην πλατεία της εκκλησίας, μόλις ήλθαν τους εχαιρέτησε, ρίχνοντας μια ριπή. -Αδέλφια, τους είπε, καλώς ήρθατε.
Σας παραδίνω τούτου του πολυβόλου.
Του φύλαξα καλλίτερα κ’ απ’ τα παιδιά μ’. Άκουσε εν συνεχεία τον λόγον του καπετάνιου και ήταν έτοιμος στο τέλος να τους ακολουθήση.
Κάποιες φράσεις όμως του λόγου, τον υποψίασαν τον Γιώργο. – Τούτοι, είπε μέσα του, δεν έχ’νι καλό σκοπό.
Δεν είναι καθαροί Έλληνες.
Το ασθητήριό του τον ωδηγούσε να τους καταλάβη, ότι έκρυβαν άλλους σκοπούς, όπως απέδειξε κατόπιν η ιστορία του Ε.Α.Μ. και των Ελασιτών.
Έτσι ο Γιώργος δεν τους ακολούθησε, έκλαιγε μόνον το πολυβόλο του.
Αυτός λοιπόν ο ήρωας, ο οποίος έσωσε την Ελλάδα και του οποίου η προτομή θα έπρεπε να κοσμή το Κοινοβούλιο των Ελλήνων, όχι μόνον παραμένει άγνωστος, αλλά ούτε μικράν σύνταξιν έλαβε, καθ’ ην στιγμήν πολλοί δειλοί και άνανδροι καταφέρνουν και συναταξιοδοτούνται πλουσιοπαρόχως.
Αλλ’ η Ελλάδα εφ’ όσον γεννά Κυνεγείρους και Αθ. Διάκους, και Γιώργηδες, δεν πεθαίνει.
Κινδυνεύει μόνον από τους ρουσφετολόγους πολιντικάντηδες, που εμπορεύονται την εθνικοφροσύνη.. Αρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλοπούλου, Το θαύμα των Ελλήνων του Σαράντα. εκδ. «Ορθόδοξου Τύπου» Αθήνα Οκτώβριος 1974 *Σημείωση: ο πατέρας Χαράλαμπος υπηρετούσε τότε την Πατρίδα στο Σώμα του 39ου Συντάγματος των τσολιάδων της πρώτης γραμμής στην Αλβανία. iconandlight.wordpress.com
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους