[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Ο Δεσπότης... των τρόλεϊ Σιτανίου και Σιατίστης Αντώνιος. Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος Κόμπος γεννήθηκε το 1920 στο Άργος Αργολίδος. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Ο Δεσπότης... των τρόλεϊ Σιτανίου και Σιατίστης Αντώνιος. Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος Κόμπος γεννήθηκε το 1920 στο Άργος Αργολίδος.

Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κάτοχος μεγάλης θεολογικής παιδείας, συμπλήρωσε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Παρισίων.

Διετέλεσε καθηγητής και Διευθυντής Ιερατικών Σχολών.

Κατά τα έτη 1971-74 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας.

Διάκονος εχειροτονήθη στις 3.12.67, πρεσβύτερος στις 4.12.67. Τη 23η Μαΐου 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.Εξέδωσε αξιόλογα επιστημονικά έργα.

Δημοσίευσε βιβλιοκρισίες και άρθρα εποικοδομητικά σε διάφορα περιοδικά.

Εκοιμήθη εν Κυρίω τη 17/12/2005. «Δεν με πειράζει που δεν έχω αυτοκίνητο, όπως οι άλλοι μητροπολίτες,ούτε που με αποκαλούν δεσπότη των τρόλεϊ.

Μπορεί να κουράζομαι αλλά, δόξα τω Θεώ,ακόμη κρατιέμαι γερά στα πόδια μου».»ΤΑ ΝΕΑ , 22/11/2001 Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό.

Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας… το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.

Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει.

Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει. «Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική.

Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού». «Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι.

Μερικοί υποστηρίζουν ότι έχει περιορισμένη παρουσία στα κοινά, τονίζοντας πάντως ότι αποτελεί «στάση ζωής» για τον ίδιο. «Είναι κάτι παραπάνω από καλός.

Δεν είναι διακοσμητικός, αρνείται τα λούσα και τις πολυτέλειες, ούτε αυτοκίνητο δεν έχει», είπε ο κ. Γιώργος Ράμος, που διατηρεί περίπτερο στη Σιάτιστα. «Τι σχέση μπορεί να έχει αυτός ο μητροπολίτης με τους άλλους, που έχουν καταθέσεις δισεκατομμυρίων», συμπληρώνει ο κ. Νίκος Τζάλας. Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα.

Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ’ όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα. «Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει. H Μητρόπολη Σιατίστης πληρώνει το ενοίκιο δύο φοιτητών στη Θεσσαλονίκη, ενώ χορηγεί μηνιαίο βοήθημα 100 ευρώ σε φοιτητές που κατάγονται από την περιοχή.

Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών.

H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει». «Είναι κατ’ ουσίαν ασκητής, ζει γι’ αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του». H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»ΤΑ ΝΕΑ , 05/03/2005 Ο φιλομόναχος και ασκητής Επίσκοπος Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος Από την αρχή της Αρχιερατείας του ο Σεβασμιώτατος Αντώνιος έβλεπε τα ιστορικά Μοναστήρια της Επαρχίας του εγκαταλελειμμένα, χωρίς μοναχούς και με πολλά κτιριακά προβλήματα.

Επειδή πίστευε στην δύναμη του μοναχισμού, ανέλαβε να ανακαινίση και να επανδρώση τις Μονές της Μητροπόλεώς του.

Φρόντισε και έφερε στην ιερά Μονή Παναγίας Μικροκάστρου τον Πνευματικό παπα-Στέφανο Ρήνο.

Καλούσε τις Σαρακοστές Πνευματικούς από το Άγιον Όρος και Ηγουμένους για να λειτουργήσουν και να κάνουν ομιλίες.

Αργότερα μετέτρεψε σε γυναικεία την μονή Μικροκάστρου, φρόντισε για την στελέχωσή της και σήμερα η ευάριθμη αδελφότητά της αποτελεί μία πνευματική κυψέλη.

Ο π. Στέφανος θέλησε να ανακαινίση το μοναστήρι της Μεταμορφώσεως Δρυοβούνου. Ο Σεβασμιώτατος τον ενεθάρρυνε και του έδωσε τα απαραίτητα χρήματα για το ξεκίνημα και άλλα στην συνέχεια.

Και αυτή η Μονή μετά την ανακαίνιση επανδρώθηκε και προσφέρει πνευματικό έργο αξιόλογο στους πολυπληθείς προσκυνητές.

Συνολικά ο Σεβασμιώτατος ανακαίνισε και επάνδρωσε οκτώ Μοναστήρια στην Μητρόπολή του.

Τα εχαίρετο, τα βοηθούσε και τα επεσκέπτετο τακτικώτατα.

Δεν βρήκε ούτε ένα επανδρωμένο και δεν υπήρχε ούτε ένας ιερομόναχος στην Μητρόπολή του.

Ο ιερέας του πλησιέστερου χωριού λειτουργούσε στο Μοναστήρι.

Σήμερα υπάρχουν περισσότεροι από είκοσι ιερομόναχοι και μερικοί εξ αυτών είναι Πνευματικοί και εξομολογούν πολλές ψυχές.

Τόνιζε συχνά το πνευματικό έργο που προσφέρουν τα Μοναστήρια, και έλεγε ότι οι Μητροπολίτες πρέπει να τα βοηθούν. «Εγώ δεν θέλω να κάνω συνεδριακά κέντρα ή άλλου είδους αίθουσες.

Αν χρειασθή να συζητήσουμε κάποιο θέμα θα πάμε στο Αρχονταρίκι του Μοναστηριού.

Όλα τα υπόλοιπα είναι έξοδα περιττά.

Τα χρήματα που μου δίνουν, τα δίνω στα Μοναστήρια για την συντήρηση των κτιρίων και για τις ανάγκες των μοναχών.

Αυτό θεωρώ χρέος μου». Το φιλομοναχικό πνεύμα του Σεβασμιωτάτου Αντωνίου φαίνεται και από τις συχνές επισκέψεις του στο Άγιον Όρος.

Για αρκετά χρόνια εξωμολογείτο στον ηγούμενο Γαβριήλ Διονυσιάτη.

Με πολλά Μοναστήρια και Κελλιά είχε ιδιαίτερες πνευματικές σχέσεις. Οι Αγιορείτες βλέποντας την ταπείνωσή του, την άσκησή του και το μοναχικό του ήθος, τον αισθάνοντο οικείο τους και τον καλούσαν συχνά σε πανηγύρεις και για χειροτονίες.

Δεν ήταν μόνο φιλομόναχος Επίσκοπος αλλά ήταν και μοναχός πραγματικός γιατί ζούσε ασκητική ζωή.

Ήταν πράγματι ασκητής Επίσκοπος.

Πάντα είχε Πνευματικό και εξωμολογείτο τακτικώτατα.

Μετά την χειροτονία του Πνευματικός του ήταν ο Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ.κ. Διονύσιος.

Αν και ήταν μικρότερός του, ο Σεβασμιώτατος Αντώνιος ζητούσε την γνώμη του και του έκανε υπακοή καλογερική.

Είχε συνηθίσει να κοιμάται νωρίς και ξυπνούσε τη νύχτα για να κάνη προσευχή.

Όταν ήταν νέος ιερέας ξυπνούσε στις 3, έκανε την ακολουθία και την θεία Λειτουργία, και τελείωνε κατά τις 6 π.μ. Προσευχόταν πάρα πολύ και έκανε πολλές μετάνοιες και κομποσχοίνια με σταυρούς.

Προέτρεπε και τους Ιερείς: «Να κάνετε μετάνοιες, να κάνετε μετάνοιες.

Γιατί κάθεσθε και δεν κάνετε προσευχή;». Ο γέροντας Παΐσιος έλεγε για τον Σεβασμιώτατο Αντώνιο ότι, από τα πολλά σταυρωτά κομποσχοίνια που έκανε, ο δεξιός ώμος του έπεσε πιο κάτω.

Εκείνος σαν να μην έκανε τίποτε, έλεγε με αυτομεμψία στον Γέροντα: «Ο κόσμος είναι καλός, εμείς δεν είμαστε όπως πρέπει». Ήταν μεγάλος νηστευτής.

Είχε πάνω από 55 χρόνια να γευθή κρέας.

Ελαιόλαδο, και όταν είχε κατάλυση, δεν έβαζε στο φαγητό του, παρά μόνο σπορέλαιο. Την Μ. Σαρακοστή την περνούσε με ψωμί και χυμό πορτοκαλιού.

Μαγείρευε μόνος του μία φορά για όλη την εβδομάδα.

Την άλλη εβδομάδα έκανε άλλο φαγητό.

Δεν θεωρούσε ταπεινωτικό στο γραφείο της Μητροπόλεως να έχη μπροστά του το ταψί και να καθαρίζη φακές.

Το καλοκαίρι περνούσε συνήθως την ημέρα του με ένα καρπούζι.

Έτρωγε το μισό το μεσημέρι και το μισό για βραδινό.

Το έστιβε και έπινε το ζουμί του.

Αυτό ήταν το φαγητό του.

Ή έκανε σαλάτα ντομάτα, χωρίς κρεμμύδι και χωρίς λάδι.

Έτρωγε κανένα παξιμάδι ή καρύδια με μέλι ή έστιβε πορτοκάλια και έπινε το χυμό.

Προτιμούσε τα φρούτα, τα χορταρικά και τα όσπρια.

Δεν τον απασχολούσε το φαγητό, ούτε έτρεχε σε τραπέζια επισήμων που τον καλούσαν.

Το βρώμα του και το πόμα του ήταν κυρίως η επιτέλεση του θελήματος του Θεού.

Για καλό και ιδιαίτερο φαγητό δεν φρόντιζε ούτε στις μεγάλες γιορτές.

Κάποτε την ημέρα του Πάσχα πήγε ο παπα-Στέφανος να του ευχηθή και τον βρήκε να τρώη μουσταλευριά.

Του είπε: «Σήμερα, Σεβασμιώτατε, Πάσχα, τρώτε μουσταλευριά;» και απήντησε: «Είχα και λίγο γάλα, αλλά φοβήθηκα να μην με πειράξη μετά από τη νηστεία». Άλλη φορά τα Χριστούγεννα έφαγε συκαλάκι με ψωμί.

Όταν τον καλούσαν πνευματικοπαίδια του στο σπίτι για φαγητό, τους έλεγε: «Μικρό ψαράκι, γαυράκι, μπακαλιαράκι, όχι ακριβό ψάρι και κάνα χορταρικό». Έτρωγε πάντα λίγο, σαν πουλάκι.

Άντεχε στο κρύο τον χειμώνα και κυκλοφορούσε μόνο με το αντερί.

Στο δωμάτιό του η θερμοκρασία τον χειμώνα δεν ξεπερνούσε τους 12ο C. Από την αρχή που πήγε στην Σιάτιστα ζούσε μόνος του στην Μητρόπολη.

Ήταν η έρημός του.

Μόνος του αυτοεξυπηρετείτο και προσέφερε το κέρασμα στους επισκέπτες του.

Δεν είχε ούτε μαγείρισσα, ούτε καθαρίστρια, ούτε άλλους υπαλλήλους.

Μια φορά το μήνα λειτουργούσε στο Εκκλησάκι της Μητροπόλεως και κάποιες κυρίες που εκκλησιάζοντο, ύστερα καθάριζαν το Εκκλησάκι και τις σκάλες.

Τα απογεύματα ο Δεσπότης πήγαινε συνήθως στο Δρυόβουνο.

Αισθανόταν μοναχός και ο φυσικός του χώρος που τον ανέπαυε ήταν το μοναστήρι. Από το βιβλίο: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τ. Β’, Άγιον Όρος 2012, σελ.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences