[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν ξέρω αν νιώσατε ποτέ την ανάγκη να διορθώσετε ένα λάθος που έγινε πριν από χρόνια, έστω κι αν δεν ήταν δικό σας. Είχα αράξει λοιπόν στο τραπεζάκι του cafe σε μια πλατεία, περιτριγυρισμένος από...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν ξέρω αν νιώσατε ποτέ την ανάγκη να διορθώσετε ένα λάθος που έγινε πριν από χρόνια, έστω κι αν δεν ήταν δικό σας.

Είχα αράξει λοιπόν στο τραπεζάκι του cafe σε μια πλατεία, περιτριγυρισμένος από φίλους που πριν λίγο ήρθανε να με βουτήξουν, να βγούμε έξω, μπας και τα μάτια μου ξαναπάρουν το σχήμα που είχαν πριν μερικούς μήνες.

Τώρα είναι τετράγωνα λόγω του eshop που παλεύω, περπατάω στο δρόμο και βλέπω λίστες και κωδικούς αντί γι΄ανθρώπους.

Δεν είμαι εγώ για δουλειά γραφείου, αρρωσταίνω.

Παραμένω ταξιδιάρα ψυχή κι ας είμαι κάμποσες 10ετίες σε ένα μαγαζί μα νομίζω η χειρότερη φυλακή είναι να μην μπορεί να ταξιδέψει ο νους σου.

Τέλος πάντων, εκεί που ρούφαγα τον φρέντο μου κι από τα δύο καλαμάκια, μέχρι να συνέλθω λίγο και να δω πως ήταν ένα, περνάει δίπλα μου ένα μικρό κοριτσάκι, γύρω στα 7 κι άρχισε να παίζει μονάχη της ανάμεσα από τα τραπέζια.

Ξέρετε αυτό που κάνουν όλα τα σπόρια, δοκιμάζοντας να απομακρυνθούν από τη μαμά λίγο περισσότερο κάθε φορά, μέχρι να διαπιστώσουν πως "οκ δέκα μέτρα είναι πολλά, γυρνάω πίσω". Πανέμορφο ήτανε αυτό το παιδί με τα σγουρά του τα μαλλάκια και δύο μάτια τεράστια, με χρώμα αγαιοπελαγίτικο, αυτό το βαθύ το μπλε που σε μαγεύει.

Το χάζευα που έπαιζε, μέχρι που έτρεξε πίσω στο τραπέζι του για να ρουφήξει μια τζούρα πορτοκαλάδα απ΄τη μαμά της, που καθόταν τόση ώρα και την θαύμαζε.

Ίδια μάτια κόρη και μαμά, ενώ ο πατέρας είχε πλάτη γυρισμένη, δεν έβλεπα.

Μα για κάτσε ρε φίλε, αυτή η γυναίκα, κάτι μου θύμιζε.

Ναι, θυμήθηκα.

Δεν αλλάζουν τόσο οι άνθρωποι όσο κι αν μεγαλώσουν.

Πριν 30 χρόνια ήταν μέλος της παρέας μας.

Αντροπαρέα που κάθε που ζευγάρωνε κάποιος από εμάς, την έφερνε να ενταχθεί κι αυτή μαζί μας κι έτσι από 6 αγόρια, έφτασε να έχει μέχρι 10 μέλη, όμως ποτέ της δεν κατάφερε να διπλασιαστεί καθώς όλο κάποια έφευγε και κάποια ερχόταν.

Μόνο η μικρή, η δικιά μου, εκεί μπάστακας, δεν έφυγε ποτέ, έτσι όλοι την θεωρούσανε για ιδρυτικό μέλος κι εκείνην.

Σειρά είχαν οι γάμοι.

Όχι δεν πήγαμε με τη σειρά σαν να΄μασταν ελληνική ταινία, άλλος βιαζότανε, άλλος περίμενε και άλλος προσπερνούσε μη χάσει αυτό που μας έμαθαν οι παλαιοί, ή μικρός μικρός παντρέψου ή...χτσαααφ, ότι θέλουμε θα κάνουμε.

Όμως τα μάτια τα αιγαιοπελαγίτικα, δεν ήταν τυχερό μας να τα αγναντεύουμε για πάντα, έλυσε γρήγορα ο γάμος τους, έμεινε ο άντρας σε εμάς κι εκείνα χάθηκαν, δεν τα ξαναείδαμε ποτέ.

Όσες φορές προσπάθησαν τα υπόλοιπα κορίτσια να σταθούνε δίπλα της, εκείνη αρνιόταν.

Μες στο μυαλό της ίσως ήθελε να κλείσει αυτό το έρμο το βιβλίο κι ας μην έφταιγαν όλοι οι ήρωες του, αφού γι αυτήν ο πρωταγωνιστής της, δεν έμοιαζε διόλου με την περιγραφή που είχε διαβάσει στο οπισθόφυλλο και δεν θα φανταζότανε ποτέ το πλοτ τουίστ που ερχόταν.

Τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά και κοίτα να δεις ποιά είχα απέναντι μου σε κείνο το τραπέζι.

Έτυχε σε εμένα ο κλήρος εφόσον εκείνη η παρέα δεν πολυσυναντιέται πιά.

Με είδε.

Έκανε πως δεν με είδε.

Την ένιωσα. "Α αυτός ήταν φίλος του πρώην συζύγου" θα έπρεπε να πει, οπότε σιώπησε, με αγνόησε και κοίταζε μόνο μη χάσει τις παιδικές μπούκλες απ΄τα μάτια της.

Πληρώσαμε, προχωρήσαμε αλλά περνώντας δίπλα από το τραπέζι της, δεν κρατήθηκα γμτ, είμαι παρορμητικός άνθρωπος. Κοντοστάθηκα.

Ένιωθα πως έπρεπε να την χαιρετήσω, ένιωθα πως υπήρχε λόγος να το κάνω. "Μαρία" της είπα και χαμογέλασα.

Εκείνη έκλεισε λίγο τα μάτια της, λες και τη θάμπωνε ο ήλιος κι ας είχε δύσει πριν από ώρα κι έκανε μια γκριμάτσα απορίας. "Ελα βρε, ο Πέτρος...από το σχολείο, θυμάσαι?" είπα μην θέλοντας να τη φέρω σε δύσκολη θέση. "Αααα ο Πέτρος...της Τάδε.." (είπε το όνομα της συζύγου μου). Φαντάζομαι για να ρίξει τους παλμούς του άντρα της βλέποντας κάποιον από το δύσκολο παρελθόν να χαιρετάει τη γυναίκα του. (εντάξει ήμουν κι ωραία ντυμένος κι εγώ θα ζήλευα και θάλεγα "τίνοςίσισί?) Μου χαμογέλασε εκείνη κι έκανε νόημα στην μικρή της για να έρθει.

Πρόταξα χέρι στον μπαμπά, που για κοίτα τύχη, αιγαιοπελαγίτικα είχε κι αυτός, σαν να τον διάλεξε για τούτη τη φαμίλια και θέλησε να ταξιδεύει μέσα στο μπλε το απέραντο, σε κείνο που ανοίγει ορίζοντες και δεν σε σταματάει πια κανένας.

Έτρεξε η μικρή, σκαρφάλωσε στην αγκαλιά της και με κοίταξε με ύφος.

Λες και μου έλεγε "αν ο τότε φίλος σας είχε μυαλό, θα έπαιζα με τα παιδιά σας τώρα". Που να ήξερε πως σιγά σιγά η αντροπαρέα τον απέβαλε με τον τρόπο της, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα λες κι ήταν αιμάτωμα πάνω σε νύχι που ξέρεις την κατάληξη, αρκεί να έχεις το κουράγιο να το κόβεις.

Δεν διεκδικούσαμε φωτοστέφανα ως παρέα μα το άδικο μας έπεφτε βαρύ για το στομάχι. "Δική σου είναι? Μα πόσο όμορφη, να την χαίρεστε παιδιά" είπα, για να το ακούσει, έτσι σαν μια φωνή απο το παρελθόν.

Έσφιξα ξανά το χέρι του ευτυχισμένου μπαμπά λες και κατέβαινα υποψήφιος αν κι εκείνης λαχτάραγα να σφίξω.

Προχώρησα στο βάθος και όσο ξεμάκραινα, ευχόμουν να ήμουν όχημα με καθρέφτες, να έβλεπα μέσα από αυτούς, την ικανοποίηση στα μάτια της Μαρίας που σίγουρα θα φώναζαν "Προχώρησα". Βλέπετε είχα ακούσει παλιότερα πως θρήνησε για χρόνια εκείνον τον χωρισμό, γονάτισε και δεν της άξιζε της κοπέλας.

Γι αυτό ήθελα να με δεί, η Μαρία.

Να της σφίξω το χέρι και να νιώσει ένα συγνώμη που ποτέ του δεν ειπώθηκε, ακόμα κι ας μην ήταν δικό μου. Να γιατρευτεί και η πιο μικρή αμυχή μες στη ψυχή της.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences